Πλήγμα για τον Πειραιά η απομάκρυνσή του Ναυτοδικείου μετά από 164 χρόνια
29/06/2026
Η απομάκρυνση από την πόλη του Ναυτοδικείου Πειραιά δεν είναι μια απλή αλλαγή έδρας. Σηματοδοτεί το τέλος της παρουσίας 164 ετών ενός θεσμού συνδεδεμένου με τη ναυτική ποινική Δικαιοσύνη σε μια πόλη που ταυτισμένη με τη θάλασσα!
Εκείνο, όμως, που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη απογοήτευση στους Πειραιώτες είναι ότι αγνοήθηκαν οι φορείς της πόλης από την κυβέρνηση, που με μια “εν κρυπτώ” διαδικασία απόκοψε το Ναυτοδικείο από τον Πειραιά και στέρησε την πόλη από ένα τοπόσημό της, τα ελάχιστα εναπομείναντα τοπόσημα. Η ιστορία του Ναυτοδικείου ξεκινάει το 1861, οπότε ιδρύθηκε με το Νόμο ΧΝΘ’ (ΦΕΚ Α 46/1861).
Μερικούς μήνες αργότερα, σε Βασιλικό Διάταγμα, που δημοσιεύτηκε στις 5 Ιουνίου 1862, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 52/1862), αναφέρεται ότι «έδραν του διαρκούς Ναυτοδικείου ορίζομεν τον Πειραιά». Αυτό επιβεβαιώθηκε και με νεότερο Βασιλικό Διάταγμα (ΦΕΚ Α 44/1863). Αυτή η ρητή πρόβλεψη καταργήθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα, που εκδόθηκε στις 23 Ιουνίου 2026 και όρισε να μεταφερθεί από τις 31 Ιουλίου το Ναυτοδικείο στην Αθήνα και να μετονομαστεί σε “Ναυτοδικείο Αθηνών”!
Μετά την ίδρυσή του, το Ναυτοδικείο Πειραιά και για πολλά χρόνια από την έναρξη της λειτουργίας του, έδρευε στην οικία της χήρας του Νικολάου Μιαούλη (γιου του Υδραίου αγωνιστή του 1821 Ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη), στη διασταύρωση των οδών Αλκιβιάδου και Φιλελλήνων. Η πρώτη σύνθεσή του είχε ως εξής: Πρόεδρος ο πλοίαρχος Β. Μπουντούρης, Βασιλικός Επίτροπος ο πλωτάρχης Κ. Μπρούσκος, Εισηγητής ο υποπλοίαρχος Ιωάννης Γαρουφαλιάς και Γραμματέας ο ανθυποφροντιστής Κ. Σαρηγιάννης. Το 1863 αντικαταστάθηκαν ο Πρόεδρος και ο Γραμματέας και τοποθετήθηκαν ο Διευθυντής του Ναυστάθμου πλοίαρχος Γεώργιος Τομπάζης και ο Θ. Γκικόπουλος, αντίστοιχα. Οι άλλοι παρέμειναν ίδιοι.
Το Ναυτοδικείο Πειραιά
Σύμφωνα με τις επίσημες πηγές, στην οικία Μιαούλη το Ναυτοδικείο παρέμεινε μέχρι το 1925, οπότε μεταφέρθηκε στη σημερινή έδρα του, στο κτίριο επί της ακτής Τρύφωνος Μουτσοπούλου 66Α, όπου μέχρι σήμερα λειτουργεί. Η ιστορική σύνδεση του Ναυτοδικείου με τον Πειραιά, αλλά και το παρακείμενο εμβληματικό Ναυτικό νοσοκομείο, που ανεγέρθηκε το 1902 ως Ρωσικό νοσοκομείο και σήμερα υπολειτουργεί, κατέστησαν αυτά τα κτίρια, δύο από τα εναπομείναντα τοπόσημα της πόλης.
Καθώς, μάλιστα, επί δικτατορίας κατεδαφίστηκε το εμβληματικό Ρολόι και στη διάρκεια των χρόνων πολλά από τα πανέμορφα νεοκλασικά της Πειραϊκής, της Φρεαττύδας και της Καστέλλας εγκαταλείφθηκαν ή και κατέρρευσαν, η “ταυτότητα” του Πειραιά αποτυπώνεται στο κτίριο του Ναυτοδικείου και του Ναυτικού νοσοκομείου, που εκφράζονται ανησυχίες ότι και αυτό γρήγορα θα απομακρυνθεί από την πόλη.
Το Ναυτοδικείο αναπτύσσεται σε τρεις ορόφους. Η πρόσοψη επιμερίζεται κατακόρυφα σε τρία επίπεδα, καθώς τα δύο ακριανά μέρη επιστέφονται από αετωματική επίστεψη. Το κεντρικό τμήμα στο ισόγειο εμφανίζει δόμηση από Πειραϊκό λίθο, ενώ στον β’ όροφο υπάρχει μικρή εισχώρηση. «Η όψη του παρουσιάζει χαρακτηριστική συμμετρία και οι δύο γωνιακοί συμμετρικά διατεταγμένοι όγκοι του καλύπτονται από νεοκλασσικό αέτωμα. Υπάρχει λωρίδα διαχωρισμού των ορόφων και η λιτή κατασκευή των παραθύρων καταλήγει στο άνω μέρος σε τραβηχτό στέγαστρο. Οι αναλογίες των παραθύρων βαίνουν μειωμένες από την βάση στην οροφή και δίδουν ιδιαίτερη οπτική εντύπωση στο κτίριο». Για αυτά τα χαρακτηριστικά του κρίθηκε ως “αξιόλογο παραδοσιακό με νεοκλασσικά στοιχεία” και το 1987 χαρακτηρίστηκε (ΦΕΚ Δ, 420) “διατηρητέο”.
Η απόφαση της μετεγκατάστασης και οι αντιδράσεις
Ωστόσο, τον περασμένο Μάιο όλα άλλαξαν. Οι δικηγόροι του Πειραιά πληροφορήθηκαν τις ενέργειες του Υπουργείου Άμυνας για μετεγκατάσταση του Ναυτοδικείου Πειραιά «χωρίς μάλιστα να ζητηθεί η διατύπωση κατά τον νόμο πρότασης του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά για το θέμα αυτό παρότι αφορά στη λειτουργία της Δικαιοσύνης». Αμέσως, συνεδρίασε το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά και εξέφρασε ομόφωνα την αντίθεσή του στην σχεδιαζόμενη μεταφορά, τονίζοντας ότι
- «η λειτουργία του Ναυτοδικείου Πειραιά (…) δεν επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς το κτίριο ανήκει από το 1924 στο Πολεμικό Ναυτικό και έχει από αυτό δωρεάν παραχωρηθεί για τις ανάγκες του Ναυτοδικείου» και
- β) «η απόφαση συγκέντρωσης στην Αθήνα όλων των δομών της στρατιωτικής Δικαιοσύνης της Αττικής, συμπεριλαμβανομένου και του Ναυτοδικείου Πειραιά, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πολιτική της αποκέντρωσης των δικαστικών υπηρεσιών, ώστε να είναι πιο κοντά στους πολίτες (…)».
Ακολούθησε η έκδοση ομόφωνου ψηφίσματος του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιά κατά της μεταφοράς του Ναυτοδικείου, ενώ με πρωτοβουλία του δημάρχου της πόλης, Γιάννη Μώραλη, πραγματοποιήθηκε ευρεία σύσκεψη με συμμετοχή εκπροσώπων φορέων και σχεδόν όλων των βουλευτών Α΄ και Β’ Πειραιά. Κατά τη σύσκεψη συγκροτήθηκε Επιτροπή Πόλης, που θα ζητούσε συνάντηση με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, Νίκο Δένδια, για να συζητήσει το θέμα και να καταθέσει μια εναλλακτική πρόταση, που προέβλεπε: «εφόσον καταργηθούν τα Ναυτοδικεία Ιωαννίνων, Χανίων και Θεσσαλονίκης, οι αρμοδιότητές τους να μεταφερθούν στον Πειραιά, ώστε το Ναυτοδικείο της πόλης να αποκτήσει διευρυμένες αρμοδιότητες και αυξημένο αντικείμενο, παραμένοντας ένας ιστορικός θεσμός άρρηκτα συνδεδεμένος με την ταυτότητα του μεγάλου λιμανιού από το 1861».
Έγκυρες πληροφορίες ανέφεραν ότι συνάντηση του υπουργού με την Επιτροπή δεν έγινε, αλλά υπήρξε μια συνάντηση μόνο με τον δήμαρχο Πειραιά. Και χωρίς καμία άλλη επίσημη ενημέρωση προχώρησε η έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος για την μεταφορά του Ναυτοδικείου. Πάντως, σε συζήτηση επίκαιρης ερώτησης στη Βουλή, που προκάλεσε ο βουλευτής Α’ Πειραιά της Νέας Αριστεράς, Θοδωρής Δρίτσας, τέθηκαν κρίσιμα θέματα και δόθηκαν ορισμένες απαντήσεις από τον υφυπουργό Εθνικής Άμυνας, Αθαν. Δαβάκη.
Συγκεκριμένα, για τους λόγους που οδήγησαν την ηγεσία του Υπουργείου Άμυνας να λάβει αυτή την απόφαση ειπώθηκε -από τον κ. Δαβάκη- ότι «η αναδιάρθρωση της στρατιωτικής δικαιοσύνης μέσω της συγχώνευσης και της συστέγασης στρατιωτικών δικαστικών σχηματισμών είναι ένα από τα κεφάλαια της “Ατζέντας 2030”, με σκοπό να δημιουργηθεί ένα λειτουργικότερο, αποδοτικότερο και καλύτερα οργανωμένο σύστημα στρατιωτικής δικαιοσύνης».
«Για το Ναυτοδικείο Πειραιά η απόφαση αφορά τη συστέγασή του με το Στρατοδικείο και το Αεροδικείο Αθηνών σε μία ενιαία χωροταξική έδρα στο Στρατόπεδο Γαζή στην οδό Πέτρου Ράλλη». Επίσης, επικαλέστηκε το μεγάλο αριθμητικό προσωπικό στο Ναυτοδικείο Πειραιά σε σχέση με τον περιορισμένο όγκο υποθέσεων, αλλά ο κ. Δρίτσας το αμφισβήτησε, επικαλούμενος στοιχεία της Εισαγγελίας του Ναυτοδικείου, λέγοντας ότι «το έργο που συντελείται στο Ναυτοδικείο Πειραιά είναι βαρύτατο».
Τέλος, τέθηκε το θέμα της αξιοποίησης του κτιρίου, με τον κ. Δρίτσα να υποστηρίζει ότι η ηγεσία του Υπουργείου Άμυνας σχεδιάζει να το παραχωρήσει σε ιδιώτες για να χτίσουν ξενοδοχείο και τον υφυπουργό να δηλώνει πρόθυμος «να συζητήσουμε με την τοπική κοινωνία με τους θεσμικούς εκπροσώπους, με τον δήμο, να μας θέσει προτάσεις και από εκεί και πέρα να δούμε πώς μπορεί αυτό το ακίνητο, ένα εμβληματικό τοπόσημο του Πειραιά, να χρησιμοποιηθεί και να έχει μία χρήση εφάμιλλη και με πολύ σοβαρότητα και σεβασμό της ιστορίας του και της γενικότερης θέσης του στον Πειραιά». Όπως και να έχει η κοινωνία του Πειραιά διαπιστώνει ότι με λανθασμένους χειρισμούς της κυβέρνησης, ένα τοπόσημο της πόλης χάνεται…





