Η τελευταία μάχη του Διόπου Αντώνη Αντωνίου με το “Αδρίας” στη Σικελία…
09/07/2026
Ο δεκαεννιάχρονος εθελοντής ναύτης του αντιτορπιλικού “Αδρίας” τραυματίστηκε θανάσιμα στη νυχτερινή ναυμαχία της 20ής προς 21η Ιουλίου 1943. Μια ανέκδοτη μαρτυρία αποκαλύπτει για πρώτη φορά τις τελευταίες ώρες της ζωής του, την πρόχειρη ταφή του στην Αυγούστα της Σικελίας και τη σημερινή προσπάθεια εντοπισμού του τάφου του.
«Κύριε Κυβερνήτα, να με ξαναπάρετε στο καράβι. Και με ένα πόδι μπορώ να είμαι σκοπευτής.» Ο Αντιπλοίαρχος Ιωάννης Τούμπας έσκυψε, χάιδεψε τα μαλλιά του τραυματισμένου ναύτη και τον φίλησε στο μέτωπο. Ήταν το πρωί της 21ης Ιουλίου 1943. Το αντιτορπιλικό “Αδρίας” είχε μόλις επιστρέψει στον όρμο της Αυγούστας, ύστερα από μια σφοδρή νυχτερινή σύγκρουση με ιταλικές τορπιλακάτους στα ανοικτά της νοτιοανατολικής Σικελίας.
Λίγα λεπτά αργότερα, ένα μικρό αποβατικό απομακρυνόταν από το πλοίο μεταφέροντας τους βαριά τραυματισμένους στο βρετανικό στρατιωτικό νοσοκομείο εκστρατείας. Ανάμεσά τους βρισκόταν ο νεότερος άνδρας του πληρώματος, ο Δίοπος Αντώνης Αντωνίου από το Αγκίστρι της Αίγινας. Δεν θα επέστρεφε ποτέ στον “Αδρία”. Ούτε στην πατρίδα του. Περισσότερα από ογδόντα χρόνια αργότερα, η ιστορία του εξακολουθεί να συγκινεί όχι μόνο για τον ηρωισμό του, αλλά και γιατί ο τόπος όπου αναπαύονται τα οστά του παραμένει άγνωστος.
Ένας δεκαεξάχρονος εθελοντής
Ο Αντώνης Αντωνίου γεννήθηκε το 1924 στο Αγκίστρι. Όταν ξέσπασε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος ήταν μόλις δεκαέξι ετών. Παρά την ηλικία του, κατατάχθηκε εθελοντικά στο Βασιλικό Ελληνικό Ναυτικό, αποφασισμένος να πολεμήσει για την πατρίδα. Μετά τη γερμανική εισβολή και την κατάληψη της Ελλάδας, ακολούθησε μαζί με τον ελληνικό στόλο τη μεγάλη έξοδο προς την Αλεξάνδρεια. Οι Έλληνες ναυτικοί δεν εγκατέλειψαν την Ελλάδα για να σωθούν, έφυγαν για να συνεχίσουν τον αγώνα στο πλευρό των Συμμάχων.
Το καλοκαίρι του 1942 ο Αντωνίου τοποθετήθηκε στο νεοπαραληφθέν αντιτορπιλικό “Αδρίας”, ένα από τα πλέον σύγχρονα πλοία του ελληνικού στόλου. Υπηρετούσε ως σκοπευτής στο τετράκαnνο αντιαεροπορικό πυροβόλο Pom-Pom, θέση που απαιτούσε ψυχραιμία, ταχύτητα και ακρίβεια. Παρότι ήταν ο νεότερος του πληρώματος, οι μεγαλύτεροι τον αντιμετώπιζαν σαν μικρότερο αδελφό. Όλοι τον φώναζαν απλά “Αντωνάκη”.
Η νύχτα της ναυμαχίας
Το βράδυ της 20ής Ιουλίου 1943 ο “Αδρίας”, με τον κυβερνήτη του να έχει την τακτική διοίκηση και του βρετανικού αντιτορπιλικού HMS QUANTOCK, περιπολούσε έξω από την Αυγούστα. Οι Συμμαχικές δυνάμεις είχαν ήδη αποβιβαστεί στη Σικελία και η περιοχή αποτελούσε κομβικό σημείο της επιχείρησης “Husky”. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα εντοπίστηκαν εχθρικές ιταλικές μηχανοκίνητες τορπιλάκατοι που επιχειρούσαν να προσεγγίσουν τη συμμαχική ναυτική συγκέντρωση. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα η νύχτα μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Τα δύο αντιτορπιλικά άνοιξαν πυρ, ενώ οι τορπιλάκατοι απάντησαν με τορπίλες και πυρά από μικρή απόσταση.
Ο Αντωνίου βρισκόταν στη θέση του πίσω από το τετράκαννο Pom-Pom. Κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής πυρών ένα βλήμα ή θραύσμα έπληξε τη θέση του. Το δεξί του πόδι ακρωτηριάστηκε. Παρά τον βαρύ τραυματισμό, το πυροβόλο δεν σίγησε. Τη θέση του πήρε ο ήδη τραυματισμένος επικεφαλής της ομοχειρίας, Αρχικελευστής Τσακωνίτης, ο οποίος συνέχισε να βάλει μέχρι τη λήξη της συμπλοκής.
Η ναυμαχία κράτησε περίπου μισή ώρα. Η επίθεση αποκρούστηκε και τα δύο αντιτορπιλικά επέστρεψαν στην Αυγούστα με δεκάδες τραυματίες αλλά χωρίς να επιτρέψουν στις ιταλικές τορπιλακάτους να πλήξουν τον συμμαχικό στόλο.
Το τελευταίο ταξίδι με το “Αδρίας”
Με το τέλος της συμπλοκής άρχισε ένας διαφορετικός αγώνας. Στο κατάστρωμα του “Αδρία” οι τραυματιοφορείς και ο ιατρός του πλοίου προσπαθούσαν να κρατήσουν στη ζωή τους βαριά τραυματισμένους. Ο Έφεδρος Σημαιοφόρος Ιατρός Ιωάννης Πατεράκης διαπίστωσε ότι ορισμένοι χρειάζονταν άμεση χειρουργική επέμβαση, αδύνατη να πραγματοποιηθεί στο πλοίο. Ανάμεσά τους ήταν και ο Αντώνης Αντωνίου, που είχε χάσει το δεξί του πόδι και μεγάλη ποσότητα αίματος. Ο Πατεράκης εισηγήθηκε στον κυβερνήτη την άμεση διακομιδή των βαριά τραυματισμένων στο βρετανικό στρατιωτικό νοσοκομείο εκστρατείας της Αυγούστας.
Λίγο μετά τις έξι το πρωί, ο “Αδρίας” αγκυροβόλησε στον όρμο. Ένα μικρό αποβατικό παρέλαβε οκτώ τραυματίες. Με διαταγή του κυβερνήτη, συνοδός τους ορίστηκε ο Δίοπος τηλεγραφητής Μιχάλης Αζορίας, ο οποίος γνώριζε άριστα αγγλικά και γαλλικά και μπορούσε να συνεννοηθεί με το βρετανικό ιατρικό προσωπικό. Πριν επιβιβαστούν, ο Ιωάννης Τούμπας στάθηκε στην κλίμακα του πλοίου για να αποχαιρετήσει προσωπικά τους άνδρες του. Όταν πλησίασε το φορείο του Αντωνίου, ο νεαρός ναύτης, εξαντλημένος από την αιμορραγία, τον κοίταξε και του είπε τη φράση που έμελλε να μείνει χαραγμένη στη μνήμη όλων: «Κύριε Κυβερνήτα, να με ξαναπάρετε στο καράβι. Και με ένα πόδι μπορώ να είμαι σκοπευτής.»
Ο Τούμπας δεν απάντησε. Έσκυψε, τον φίλησε στο μέτωπο και του ευχήθηκε να επιστρέψει γρήγορα στο πλοίο. Ήταν η τελευταία φορά που οι δύο άνδρες συναντήθηκαν.
Η μαρτυρία που έμεινε κρυφή για δεκαετίες
Στο βρετανικό στρατιωτικό νοσοκομείο οι γιατροί έδωσαν μάχη για να σώσουν τον δεκαεννιάχρονο Έλληνα ναύτη. Υποβλήθηκε σε τρεις διαδοχικές μεταγγίσεις αίματος, όμως η αιμορραγία που είχε προκαλέσει ο ακρωτηριασμός αποδείχθηκε αδύνατοn να αντιμετωπιστεί. Ο Μιχάλης Αζορίας παρέμεινε δίπλα του όσο του επετράπη. Όταν βγήκε από το χειρουργείο περίμενε με αγωνία έξω από την αίθουσα. Λίγη ώρα αργότερα, ένας Βρετανός στρατιωτικός ιατρός τον πλησίασε και του ανακοίνωσε ότι ο Αντωνίου είχε υποκύψει στα τραύματά του.
Η συνέχεια της ιστορίας ήταν άγνωστη για περισσότερα από ογδόντα χρόνια. Ο Αζορίας πήρε στα χέρια του τη σορό του συμπολεμιστή του και τη μετέφερε έξω από το νοσοκομείο. Εκεί συνάντησε μια ομάδα Πακιστανών στρατιωτών του Βρετανικού Στρατού. Επειδή γνώριζε αραβικά, κατάφερε να συνεννοηθεί μαζί τους και τους ζήτησε να τον βοηθήσουν να προσφέρει στον νεκρό μια αξιοπρεπή ταφή.
Ο πατέρας του, πριν φύγει από την Αλεξάνδρεια για τον πόλεμο, του είχε δώσει μερικές χρυσές λίρες “για ώρα ανάγκης”. Ο νεαρός τηλεγραφητής θεώρησε πως μεγαλύτερη ανάγκη δεν υπήρχε από το να μη μείνει άταφος ο συμπολεμιστής του. Έδωσε μία από αυτές τις λίρες στους Ινδούς στρατιώτες και μαζί ανέβηκαν σε ένα οικόπεδο λίγο ψηλότερα από το νοσοκομείο.
Κάτω από μια αμυγδαλιά άνοιξαν έναν πρόχειρο τάφο. Όταν ολοκληρώθηκε η ταφή, ο Αζορίας έκοψε δύο κλαδιά, τα έδεσε σε σχήμα σταυρού και στερέωσε επάνω τους μια πρόχειρη πινακίδα με το όνομα του Αντώνη Αντωνίου. Έπειτα στάθηκε για λίγα λεπτά μπροστά στον τάφο, προσευχήθηκε και επέστρεψε στο νοσοκομείο. Περίπου μία ώρα αργότερα, συνόδευσε τους υπόλοιπους τραυματίες πίσω στον “Αδρία”. Όλοι επέστρεψαν στο πλοίο. Μόνον ο Αντώνης Αντωνίου έμεινε για πάντα στην Αυγούστα.
Η μνήμη του Αντώνη Αντωνίου δεν έσβησε
Ο πρόχειρος εκείνος τάφος, κάτω από την αμυγδαλιά, έμεινε πίσω καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν. Το πλήρωμα του “Αδρία” επέστρεψε στις επιχειρήσεις και λίγους μήνες αργότερα το πλοίο θα έγραφε μία ακόμη λαμπρή σελίδα στην ιστορία του, όταν, ύστερα από την πρόσκρουσή του σε γερμανική νάρκη, θα κατόρθωνε να επιστρέψει ακρωτηριασμένο στην Αλεξάνδρεια.
Ο Αντώνης Αντωνίου, όμως, δεν ξεχάστηκε. Ο άνθρωπος που τον συνόδευσε στις τελευταίες ώρες της ζωής του κράτησε μέσα του αυτή τη μνήμη για περισσότερο από μισό αιώνα. Το 2000, με πρωτοβουλία του ναύτη του “Αδρία” Δημήτρη Μαλτέζου από την Αίγινα, ο Μιχάλης Αζορίας επισκέφθηκε το Αγκίστρι. Εκεί, μπροστά στις αδελφές του Αντωνίου, στους συγγενείς του και στους κατοίκους του νησιού, αφηγήθηκε για πρώτη φορά δημόσια όσα είχε ζήσει εκείνο το πρωινό της 21ης Ιουλίου 1943. Μίλησε για τη ναυμαχία, για το νοσοκομείο, για τις τρεις μεταγγίσεις αίματος, για τον θάνατο του “Αντωνάκη” και για την πρόχειρη ταφή του κάτω από την αμυγδαλιά της Αυγούστας. Για την οικογένειά του ήταν σαν να επέστρεφε, έπειτα από πενήντα επτά χρόνια, ένα κομμάτι του ανθρώπου τους. Όχι το σώμα του, αλλά η αλήθεια για τις τελευταίες ώρες της ζωής του.
Σήμερα, περισσότερο από ογδόντα χρόνια μετά, ελληνικές, βρετανικές, ιταλικές και γερμανικές πηγές εξετάζονται παράλληλα, με στόχο να αποκατασταθεί πλήρως η εικόνα της ναυμαχίας και να εντοπιστεί ο τόπος όπου αναπαύεται ο νεαρός ναύτης του “Αδρία”. Η έρευνα αυτή πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Δήμο Αγκιστρίου, ο οποίος έχει θέσει ως στόχο να αποδώσει στον Αντώνη Αντωνίου την τιμή που του οφείλει η πατρίδα.
Η ιστορία του Αντώνη Αντωνίου δεν είναι μόνο η ιστορία ενός δεκαεννιάχρονου εθελοντή που έπεσε εκτελώντας το καθήκον του. Είναι η ιστορία της Ελλάδας που αρνήθηκε να παραδοθεί μετά την κατάληψη της πατρίδας, του Πολεμικού Ναυτικού που συνέχισε τον αγώνα από τη Μέση Ανατολή και των δεσμών που γεννιούνται ανάμεσα στους ανθρώπους μέσα στη φωτιά του πολέμου. Είναι η ιστορία ενός κυβερνήτη που αποχαιρέτησε συγκινημένος τον τραυματισμένο ναύτη του. Ενός στρατιωτικού ιατρού που έκανε ό,τι μπορούσε για να τον κρατήσει στη ζωή. Ενός συμπολεμιστή που δεν τον εγκατέλειψε ούτε μετά τον θάνατό του. Και μερικών άγνωστων στρατιωτών που βοήθησαν να ταφεί με αξιοπρέπεια ένας νέος Έλληνας, μακριά από την πατρίδα του.
Και όσο αναζητείται η αλήθεια για εκείνη τη νύχτα και ο τόπος όπου αναπαύεται ο Αντώνης Αντωνίου, ο νεαρός ναύτης από το Αγκίστρι θα εξακολουθεί να απαντά στο προσκλητήριο των ηρώων του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού.
Ο πρόχειρος σταυρός από δύο κλαδιά, κάτω από την αμυγδαλιά, μπορεί να χάθηκε με το πέρασμα των χρόνων. Όμως η μνήμη του Αντώνη Αντωνίου δεν χάθηκε. Το Πολεμικό Ναυτικό τίμησε τη θυσία του δίνοντας το όνομά του σε περιπολικό σκάφος του Στόλου, “Δίοπος Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ” (P 286), ώστε οι νεότερες γενιές ναυτικών να θυμούνται τον δεκαεννιάχρονο εθελοντή που έπεσε μαχόμενος στη Σικελία.
Και σήμερα, καθώς συνεχίζεται η προσπάθεια εντοπισμού του τάφου του στην Αυγούστα, η ιστορία του δεκαεννιάχρονου εθελοντή εξακολουθεί να θυμίζει ότι η μεγαλύτερη τιμή για έναν πεσόντα δεν είναι μόνο τα μετάλλια, αλλά να μη λησμονηθεί ποτέ





