Τα χρήματα είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανά για να κερδίσεις πόλεμο
10/07/2026
Το κεντρικό ζήτημα στην τελευταία σύνοδο του ΝΑΤΟ ήταν η χρηματοδότηση των στρατιωτικών δαπανών – η χρηματοδότηση του επερχόμενου πολέμου κατά την κυρίαρχη αντίληψη. Τα δισεκατομμύρια είχαν την τιμητική τους στην Άγκυρα και το μόνο πρόβλημα ήταν η κατανομή των υποχρεώσεων, ώστε να καλυφθεί το αναγκαίο ποσό.
Στις σχετικές αποφάσεις και προγραμματισμούς περίσσευαν οι “ευημερούντες αριθμοί”. Μέσα σε ένα χρόνο, οι στρατιωτικές δαπάνες του ΝΑΤΟ και των πέριξ αυτού χωρών αυξήθηκαν κατά 11%. Το σύνολο αγγίζει πλέον το ιλιγγιώδες – συγκριτικά με τα ως τώρα δεδομένα – ποσό των 1,8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, με τις ΗΠΑ να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του ποσού: 1 τρισεκατομμύριο και τριάντα τρία δισεκατομμύρια δολάρια.
Σε απόσταση ακολουθούν η Γερμανία (147 δισεκατομμύρια), η Βρετανία (110), η Γαλλία (80), η Ιταλία (57), η Πολωνία (53), ο Καναδάς (52) και η Τουρκία (48). Αναλογικά, η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στους πλέον ευσυνείδητους χρηματοδότες της πολεμικής προσπάθειας με 8,7 δισεκατομμύρια δολάρια – ποσό μικρό που όμως αντιπροσωπεύει το 3,5% του ΑΕΠ της ρημαγμένης χώρας. Σε μέσους όρους οι δαπάνες αυτές αντιπροσωπεύουν το 2,53% του ΑΕΠ των χωρών αυτών.
Να θυμίσουμε ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ βρίσκεται – σε πραγματικές τιμές – γύρω στα εκατό (100) τρισεκατομμύρια δολάρια, γεγονός που ανεβάζει τις παραπάνω δαπάνες στο 1,8% του παγκόσμιου ΑΕΠ! Δεν είναι άσχημα για μια “ειρηνική”, σε γενικές γραμμές, περίοδο. Πλην όμως τα ποσά αυτά, αποφασίστηκε στην Άγκυρα, ότι δεν είναι αρκετά, δεν φτάνουν. Για το λόγο αυτό τέθηκε ως στόχος η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών κάθε χώρας του ΝΑΤΟ στο 5% του εθνικού της ΑΕΠ: Το 3,5% σε άμεσες στρατιωτικές δαπάνες και το 1,5% σε υποδομές που σχετίζονται με την πολεμική προετοιμασία. Ο χρονικός ορίζοντας που τέθηκε για την επίτευξη του στόχου αυτού ήταν το 2035.
Οι στρατιωτικές δαπάνες σε άλλες ιστορικές περιόδους
Συγκριτικά με άλλες ανάλογες ιστορικές περιόδους, στις οποίες ο πόλεμος ήταν μια ορατή προοπτική, η εποχή μας έχει τόσα κοινά, όσο και διαφορές. Δεν μοιάζει, για παράδειγμα με τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην δεκαετία 1930-1939, η άνοδος των στρατιωτικών δαπανών ξεκίνησε διστακτικά, μέχρι τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας στα 1934-1936, για τα πάρει κατακλυσμιαίες διαστάσεις στα 1938-1939.
Στα 1934-1935 οι στρατιωτικές δαπάνες της Βρετανίας – αποικιακής αυτοκρατορίας με οικουμενικές στρατιωτικές υποχρεώσεις, μην το παραβλέπουμε – αντιπροσώπευαν το 2,8% του ΑΕΠ της Αυτοκρατορίας, ποσοστού συγκρίσιμου ή και κατώτερου με τα σημερινά επίπεδα. Στα 1938-1939, το τελευταίο έτος πριν τον πόλεμο, αντιπροσώπευαν το 7,7% του ΑΕΠ. Τον ίδιο χρόνο οι ΗΠΑ ξόδευαν μόλις το 1,2% του ΑΕΠ τους σε στρατιωτικές δαπάνες! Μόνο μετά την έναρξη του πολέμου οι πολεμικές πλέον δαπάνες αυξήθηκαν κατακόρυφα (το 1939-1940, η Βρετανία στο 15% του ΑΕΠ, η Γερμανία στο 23% και οι ακόμα ουδέτερες Ιαπωνία στο 22%, Ιταλία στο 8% και ΗΠΑ στο 1,5-2,0%).
Μια άλλη διαφορά εντυπωσιάζει. Ενώ στις παραμονές των δύο παγκόσμιων πολέμων το σύνολο σχεδόν της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών αφορούσε εξοπλισμούς, με θεαματικά αποτελέσματα (από το 1935 ως το 1940, λόγου χάρη, αντικαταστάθηκε το σύνολο των πολεμικών αεροπλάνων των μετέπειτα εμπολέμων), σήμερα, τα ποσά που ξοδεύονται δεν έχουν ακόμα οδηγήσει σε θεαματική αύξηση των διαθέσιμων οπλοστασίων.
Παρατηρούνται μάλιστα και τάσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση: Ο πακτωλός χρημάτων που η Γερμανία εκταμίευσε για την πολεμική προετοιμασία συνοδεύτηκε από την ακύρωση της παραγγελίας μεγάλων φρεγατών, ακύρωση ή αναβολή προγραμμάτων για νέα άρματα μάχης και μαχητικά αεροπλάνα. Ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται στην Γαλλία, αλλά και στις ίδιες τις ΗΠΑ (εγκατάλειψη σχεδίων για νέες φρεγάτες, διαφαινόμενη μείωση του αεροπορικού τους στόλου κλπ).
Υπάρχουν πολλές πιθανές εξηγήσεις για το αντιφατικό αυτό φαινόμενο. Η πρώτη είναι οι ενεργές εστίες πολέμου, είτε στην Ουκρανία, είτε στην δυτική Ασία. Οι εστίες αυτές χρηματοδοτούνται – σε ρευστό και σε όπλα – από το δυτικό λεγόμενο στρατόπεδο και μετατρέπουν τις στρατιωτικές δαπάνες σε πολεμικές. Είναι δυσδιάκριτο το ποσοστό των γενικών στρατιωτικών δαπανών που “επενδύεται” στις δύο ενεργές εστίες πολέμου, τα δισεκατομμύρια όμως που ακούγονται μας αφήνουν να φανταστούμε το μέγεθος του προβλήματος. Αυτό συμβαίνει μάλιστα την ώρα που ο πιθανολογούμενος τελικός αντίπαλος ενάντια στον οποίο στρέφεται ο επανεξοπλισμός, την Κίνα εννοώ, δεν αντιμετωπίζει παρόμοια αιμορραγία πόρων και υλικών.
Το δεύτερο πιθανό στοιχείο είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα στα ποσά που διατίθενται από τους ενδιαφερόμενους και στις παραγωγικές τους δυνατότητες. Για να το εξηγήσω καλύτερα: Όσα χρήματα και αν διαθέσουν οι ΗΠΑ για την ναυπήγηση μεγάλων αεροπλανοφόρων, η τελευταία είναι απλώς αδύνατη με τις υποδομές και τις δυνατότητες της σημερινής ναυπηγικής βιομηχανίας των ΗΠΑ. Το ίδιο ισχύει και για τα ευρωπαϊκά κράτη, για το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό τους, αλλά και για τις περιφερειακές εκείνες δυνάμεις που συμπορεύονται μαζί τους: Η Αυστραλία πριν λίγα χρόνια προγραμμάτισε φιλόδοξα εξοπλιστικά σχέδια για το ναυτικό της, τα όποια όμως στην πράξη ακυρώθηκαν εξαιτίας της αδυναμίας των εγχώριων ναυπηγείων.
Τα προαπαιτούμενα της πολεμικής βιομηχανίας
Η θεαματική βελτίωση των παραγωγικών δυνατοτήτων του λεγόμενου δυτικού κόσμου, σε βαθμό ώστε να ανταποκριθεί στα διαθέσιμα για εξοπλισμούς κονδύλια, δεν είναι απλά θέμα αύξησης προϋπολογισμού. Δεν είναι μόνο υπόθεση κεφαλαίων και χρημάτων δηλαδή. Πιο ουσιαστικά ζητήματα αποτελούν τροχοπέδη στην προοπτική αυτή. Η πολεμική βιομηχανία, όπως κάθε άλλη βιομηχανία, απαιτεί μερικά προαπαιτούμενα για να υπάρξει και να λειτουργήσει: Τα βασικά από αυτά είναι η ευχέρεια στην πρόσβαση πρώτων υλών, η φτηνή ενέργεια και κυρίως το άφθονο και φθηνό εργατικό δυναμικό. Πρόκειται για τα τρία στοιχεία που ο λεγόμενος δυτικός κόσμος δεν διαθέτει.
Ακόμα και εάν οι επιθετικές πολιτικές που εκφράζονται τόσο από τον πρόεδρο Τραμπ, όσο και από τους πολεμοχαρείς Ευρωπαίους ηγέτες, οδηγήσουν σε απτά αποτελέσματα – σε αποφασιστικές νίκες δηλαδή, τόσο σε βάρος της Ρωσίας, όσο και στην πετρελαιοφόρο δυτική Ασία – τότε θα επιλυθεί μέρος των αναφερθέντων προβλημάτων. Το ζήτημα της φθηνής ενέργειας και, εν μέρει, το ζήτημα των πρώτων υλών.
Εκείνο όμως που ούτε οι – αμφίβολες – στρατιωτικές επιτυχίες δεν μπορούν να επιλύσουν είναι το πρόβλημα του εργατικού δυναμικού. Έχουμε συχνά αναφερθεί σε αυτό. Οι γερασμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν μπορούν να το διαθέσουν ενώ η μαζική εισαγωγή εργατών από τις γύρω ζώνες, την Αφρική ιδιαίτερα, δημιουργεί άλλα προβλήματα και απειλεί ευθέως την συνοχή των ίδιων των κοινωνιών. Για αντικατάσταση πληθυσμών θα πρόκειται, ένα φαινόμενο που τόσα προβλήματα δημιούργησε στις Ηνωμένες Πολιτείες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Συνοψίζοντας, η πολεμική διάθεση, σε βαθμό υστερίας ενίοτε, δεν απουσιάζει από τις ηγεσίες του λεγόμενου δυτικού κόσμου, με τον πρόεδρο Τραμπ επικεφαλής. Δεν λείπουν ούτε τα χρήματα σε έναν κόσμο που κατέχει τα κλειδιά του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού ζητήματος. Σε τελευταία ανάλυση οι πόλεμοι γίνονται ακόμα και όταν το χρήμα απουσιάζει και πολλές φορές κερδίζονται από τον πιο φτωχό. Αυτό που λείπει είναι τα βασικά: Σίδερο και ατσάλι για να φτιαχτούν όπλα και άνθρωποι, εργάτες, που θα μετατρέψουν το ατσάλι σε στρατιωτικό υλικό – σε όπλα.
Η Τουρκία
Κάτι τελευταίο περί Τουρκίας. Την τελευταία την αγαπούν πολύ και θα την αγαπήσουν περισσότερο, όλοι οι πολεμοχαρείς ηγέτες του κόσμου. Το γιατί είναι προφανές. Δεν είναι μόνο ότι διαθέτει βιομηχανικές υποδομές και πολεμική βιομηχανία – είναι ότι μπορεί να τις αναπτύξει ακόμα περισσότερο, να τις φέρει στο ύψος των αναγκών μιας ευρύτερης οικονομίας πολέμου. Το ανθρώπινο δυναμικό της και νεανικό είναι και διαθέσιμο. Απέδειξε δε ότι μπορεί εύκολα να ενσωματώσει εργατικό δυναμικό προερχόμενο από τις γύρω περιοχές (Συρία κλπ). Της λείπει η φθηνή ενέργεια, η οποία όμως περισσεύει στις γειτονικές της περιοχές.
Μην πέσει κανείς από τα σύννεφα όταν (κοινοί) σύμμαχοι, φίλοι και εταίροι, σπεύσουν να συνδράμουν την Τουρκία στις φιλοδοξίες της για φθηνές πηγές ενέργειας και για τον έλεγχο των διαδρομών της – τον έλεγχο των γύρω θαλασσών δηλαδή. Ξεχάστηκα όμως – στην Αθήνα ετούτα τα σημαντικά τα έχουν αναθέσει στον κο Νετανιάχου. Οπότε κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει.





