Τα τρία νέα κόμματα στην πορεία προς τις κάλπες
08/08/2026
Οι εξελίξεις από τον Σεπτέμβριο και μετά θα πυκνώσουν και θα γίνουν έντονα πιεστικές, καυτές για όλα τα κόμματα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εφάρμοσε με σχετική επιτυχία την τακτική αρχικά ξεμπροστιάσματος (και εν συνεχεία πριονίσματος) των ηγεσιών των “νέων κομμάτων”: Κλιμάκωση προσδοκιών της κοινής γνώμης και άσκηση πίεσης από μίντια και άλλες πηγές για τη συγκρότηση των “νέων σχημάτων” προς Αλέξη Τσίπρα, Μαρία Καρυστιανού και Αντώνη Σαμαρά.
Οι διαταγμένες δυνάμεις, σε Μέσα Ενημέρωσης και εταιρείες Δημοσκόπησης, ανέβαζαν έντεχνα την πίεση/απαίτηση με μπαράζ μετρήσεων της κοινής γνώμης για την επίσπευση και αποκάλυψη των προθέσεων των ηγεσιών για τη δημιουργία των νέων κομμάτων. Μετά την ολοκλήρωση δύο ιδρυτικών ανακοινώσεων έχει μπει σε εφαρμογή το δεύτερο μέρος της τακτικής Μητσοτάκη που είναι η φθορά από τον ίδιο τον χρόνο για τα νέα κόμματα, καθώς η καίρια χρονική στιγμή των εκλογών διατηρείται ως όπλο στα δικά του χέρια.
Ταυτόχρονα εξελίσσεται το πριόνισμα και ξεδόντιασμα των “νέων κομμάτων” από το διατεταγμένο σύστημα και την αποδόμηση τους από την κυβέρνηση. Συνάμα παρουσιάζονται οι πραγματικές αντοχές και το βάθος των κομμάτων αυτών. Το σημαντικότερο ήταν – και παραμένει – το γεγονός ότι τα κόμματα εκτός Βουλής στερούνται της δημοσιότητας που η όποια κοινοβουλευτική λειτουργία προσφέρει με τη μορφή τρέχουσας και διαρκούς αντιπολίτευσης, ή και πολιτικών πρωτοβουλιών για την ανάδειξη προτάσεων-λύσεων σε συνδυασμό με κοινωνικές κινητοποιήσεις και δράσεις.
Παρά την απαξίωση των κοινοβουλευτικών λειτουργιών με κύρια – σχεδόν αποκλειστική ευθύνη – της κυβέρνησης και της ΝΔ, το κοινοβούλιο παρέχει μέσω των μίντια ευκαιρίες, που τα εκτός Βουλής κόμματα δεν έχουν και δεν μπορούν κατά συνέπεια με αμεσότητα να αξιοποιήσουν και να μετεξελίξουν.
Το νέο σχήμα της Καρυστιανού
Από τα νέα κόμματα, η “Ελπίδα” της Καρυστιανού, λόγω κυρίως των μεγάλων οργανωτικών κενών, των στελεχιακών αντινομιών και των χρηματοοικονομικών και μιντιακών ανεπαρκειών, έχει ήδη υποστεί σημαντική “φθορά χρόνου”, η οποία μετά και τις τελευταίες αποχωρήσεις αποκτά χαρακτηριστικά αποδόμησης.
Είναι αναγκαίο, εδώ να τονιστεί η εκτίμηση που ήδη είχαμε κάνει την περίοδο εκείνη, λίγο πριν την ανακοίνωση του “κόμματος Καρυστιανού”. Τονίζαμε ότι: «Στο πολιτικό αυτό σχήμα/Κίνημα τα πλέον σημαντικά και ουσιώδη – ακόμα και από την πολιτική του πρόταση – σχετίζονται με τη διατήρηση και την ανάπτυξη του χαρακτήρα του ως Κινήματος και όχι ως κόμματος με την παραδοσιακή έννοια. Δηλαδή, με τον ανοιχτό, πραγματικά συμμετοχικό, ουσιαστικά δημοκρατικό και ευρύ (διευρυνόμενο) κοινωνικά και γεωγραφικά χαρακτήρα του, σε αντιδιαστολή προς μια άκαμπτη ιεραρχική δομή με παραδοσιακά στοιχεία γραφειοκρατίας και ηγετικού συγκεντρωτισμού».
Βλέποντας τις εξελίξεις θα νόμιζε κανείς ότι επιλέχθηκε με φανατισμό ακριβώς το αντίθετο, το απευκταίο! Και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, λόγω των κλειστών – και κλειστοφοβικών αντιλήψεων; – της κορυφής, αν έχει ξεπεραστεί το οριακό σημείο, ώστε να αναταχθεί θετικά η (εκ)πτωτική πορεία.
Γενικότερα – και αναφερόμαστε, εκτός από την περίπτωση Καρυστιανού και του στενού της πυρήνα – οι αντιλήψεις και η “πολιτική παιδεία” περί την έννοια “Κίνημα” και τις πολιτικές για “συγκρότηση, ανάπτυξη και οργάνωση Κινήματος” είναι σήμερα ( εποχή των απολιτίκ ) στο περιεχόμενό τους ως επί το πλείστον άγνωστες, ενώ σπανίως αποτελούν προτάγματα σκέψης και προτεραιότητες πολιτικής.
Τσίπρας και ΕΛΑΣ: Θέλει να είναι ο δεύτερος
Οι αντοχές της ΕΛΑΣ του Τσίπρα σχετίζονται με την πολιτική πείρα του ίδιου και των επιτελών του, με διασφαλισμένες χρηματοοικονομικές υποστηρίξεις που φαίνεται ότι διαθέτει, καθώς και τα οργανωτικά δάνεια που απορρόφησε/(ανα)κατέλαβε από τον πρώην ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος στην πραγματικότητα πλέον δεν υφίσταται ως δύναμη αξιώσεων… Ωστόσο, η ΕΛΑΣ και ο Αλέξης Τσίπρας θα βιώνουν, για αυτούς, ένα εξωκοινοβουλευτικό άγονο περιβάλλον, τη στιγμή που επιθυμούν να αποτελέσουν τον κύριο αντιπολιτευτικό-κοινοβουλευτικό πόλο! Μια αντίφαση φθοράς…
Παράλληλα, οι εντάξεις παραιτούμενων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ – όσο και το αλισβερίσι των όποιων μεταγραφών στην Κεντροαριστερά –
δεν αποτελούν την καλύτερη δημόσια εικόνα, αφού είναι συνώνυμες της απαξίωσης κάθε θεσμικού ρόλου και της ακύρωσης κάθε αρχής δημοκρατικής εκπροσώπησης, χωρίς μάλιστα ίχνος αυτοκριτικής από κανέναν.
Σε κάθε περίπτωση, όπως έχουμε και σε σχετικό προηγούμενο άρθρο μας επισημάνει, ο Τσίπρας εφαρμόζει ένα σχέδιο δύο φάσεων, με τελικό στόχο να καταστεί μετά τις επόμενες εκλογές (με το εκλογικό αποτέλεσμα όσων γύρων και αν απαιτηθούν) η κυρίαρχη δύναμη στο χώρο της Κεντροαριστεράς. Ο πραγματικός στόχος του είναι να βρεθεί η δεύτερη δύναμη – πίσω από τη ΝΔ και σε επαρκή/ασφαλή απόσταση από το ΠΑΣΟΚ, τέτοια που θα τον καθιστά αδιαμφισβήτητα κυρίαρχο παίκτη στο χώρο της Κεντροαριστεράς.
Ο Τσίπρας, με την πρώτη φάση του σχεδίου του, έκλεισε το κεφάλαιο ΣΥΡΙΖΑ. Το έκλεισε με ό,τι αυτό σήμαινε και όπως το εννοούσε, με όσα βάρη αυτό του επιφόρτιζε και με τους νέους βαθμούς ελευθερίας που δημιουργούσε, προβάλλοντας μια ρητή πρόθεση και δημόσια κατάθεση: Ότι το νέο δικό του κεφάλαιο είναι ποιοτικά διαφορετικό και πως ό,τι δεν κατορθώθηκε πριν από 7 χρόνια μπορεί να γίνει απελευθερωμένα, προσγειωμένα και πιο ώριμα στην νέα περίοδο. Ανεξάρτητα από το ποιους και πόσους έπεισε – και πείθει – αυτή ήταν η πρώτη φάση του σχεδίου Τσίπρα.
Η κυριαρχία στην κεντροαριστερά
Η δεύτερη, που βρίσκεται σε εξέλιξη, με κεντρικά στοιχεία τα προγραμματικά διακυβεύματα της πρότασής του (π.χ. “η νέα αρχιτεκτονική του ελληνικού κράτους-αυτοδιοίκησης-δημοσίου” κ.λπ.) έχει ως κεντρικό της στόχο, όχι την διεκδίκηση της κυβέρνησης – ούτε και με συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ ή/και άλλα σχήματα της Αριστεράς – αλλά την δεύτερη θέση πίσω από τη ΝΔ.
Με ξεκάθαρο αρχηγικό μοτίβο και πολλάκις έντονα αρχηγίστικες συμπεριφορές η επιδίωξη είναι η δεύτερη θέση, και σε απόσταση από τον τρίτο (=το ΠΑΣΟΚ) για την επίλυση υπέρ του (και υπέρ της ΕΛΑΣ) της κυριαρχίας στο χώρο της Κεντροαριστεράς. Η επιτυχία του, ασφαλώς, δεν προεξοφλείται, αλλά αυτή είναι η στόχευση.
Μετά, εκεί στο 2030 – για να θυμηθούμε και μια έκφραση παλιού μας συντρόφου «όταν ο Τσίπρας θα είναι 56 χρονών» –
θα διεκδικήσει κυβέρνηση!… Παίζουν κι άλλοι, πιθανόν ικανότεροι… Όλα όμως αυτά δεν πραγματοποιούνται σε περιβάλλον αποστειρωμένου ή κατά παραγγελία εργαστηρίου. Υπάρχουν κι άλλοι παίκτες και μάλιστα …ζόρικοι, αν όχι πολύ ικανοί ή/και ικανότεροι.
Η τακτική Μητσοτάκη να ποντάρει στη φθορά του χρόνου και η άσκηση εξουσίας βρίσκεται σε εφαρμογή, φέρνοντας τα όποια αποτελέσματα (ήδη παραπάνω αναφέρθηκαν) από την …απογοήτευση και την αφαίρεση της μαγείας των νέων σχημάτων. Η κυβερνητική υπεροχή από θέση εξουσίας κυρίως, με μια πολιτική παροχών – το μέτωπο της ακρίβειας (και εμμέσως των εισοδημάτων) είναι το μείζον για την κυβέρνηση, και όχι μόνο για την κυβέρνηση! – παρέχει περιθώρια οριακής ενίσχυσης της ΝΔ και στασιμότητας ή υποχώρησης των αντιπάλων “νέων” και παλαιών.
Σαμαράς: Εκνευρισμός του Μαξίμου
Στην τακτική αυτή του Μητσοτάκη (ξεμπρόστιασμα, φθορά χρόνου, χρήση της εξουσίας και των χρηματοδοτικών ευρωπαϊκών και κρατικών πόρων κατά το “δοκούν Μητσοτάκη”) ο μόνος από τους φερόμενους για νέο κόμμα που δεν ενέδωσε ήταν ο Αντώνης Σαμαράς, ενώ το ΠΑΣΟΚ ακολούθησε μια σταθερή γραμμή αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση και προγραμματικής προβολής.
Ο Σαμαράς, πάντως, στο χώρο της Κεντροδεξιάς – και σε ορισμένα μέτωπα όχι αποκλειστικά σ’ αυτόν – διατηρεί έλεγχο των κινήσεων του, προχωρώντας με νηφαλιότητα και σχέδιο που δεν μπορεί να το πλήξει η όποια τακτική Μητσοτάκη, παρά την φθηνής ποιότητας «στράτευση υβριστικών σε βάρος του τρολ». Γεγονός που ανεβάζει τον εκνευρισμό στον Μητσοτάκη και στο Μαξίμου, ενώ αυξάνει τα περιθώρια κινήσεων του Σαμαρά.
Μητσοτάκης και νέα κόμματα
Βλέποντας, πάντως, ο Μητσοτάκης ότι αυτή η τακτική αποδίδει, έστω οριακά, αν μάλιστα υπολογίσει κανείς την συνεχιζόμενη απόρριψη του ίδιου και της κυβέρνησής του από την κοινωνία (σε ποσοστά περί το 65-70%), θα την συνεχίσει, και θα την βελτιώσει μέσω ενδιάμεσων σταθμών όπου κατάλληλα θα προπαγανδίσει και θα αξιοποιήσει: ΔΕΘ, Ευρωπαϊκή Προεδρία στο 2ο εξάμηνο 2027, νέος προϋπολογισμός 2027, γιορτές, διλήμματα ακυβερνησίας κλπ.
Επίσης, οι συζητήσεις του συρμού περί κυβερνητικής αστάθειας και αδιεξόδου λόγω των νέων σκανδάλων, δεν είναι κάτι που ανησυχεί τον Μητσοτάκη, μπροστά σ’ αυτή την πρωτοφανή -ανεξήγητη εν πολλοίς- χώνευση των σκανδάλων από την κοινή γνώμη, που εμφανίζει έναν ανησυχητικό ωχαδερφισμό και μια εξοικείωση επικίνδυνη…
Αυτά σημαίνουν ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν την Άνοιξη, το πιθανότερο τέλος Μαρτίου 2027. ώστε, μεταξύ των άλλων, ο Κ. Μητσοτάκης να εμφανιστεί και ως θεσμικός πρωθυπουργός, πραγματοποιώντας τις εκλογές «όπως ορίζει ο συνταγματικός χρόνος». Τι να πρωτοσχολιάσουμε, άραγε, για την Μητσοτακική θεσμικότητα! Και για το ότι ως ο «Ευρωπαίος ηγέτης το 2ο εξάμηνο του 2027 θα διαμορφώσει/επικυρώσει το επόμενο 7ετές φιλόδοξο πρόγραμμα για την Ευρωπαϊκή Ένωση»!
Σ΄ αυτά τα πλαίσια, έχουν μεγάλη σημασία οι εξελίξεις συνολικότερα και βεβαίως οι πιθανές κυβερνητικές λύσεις (συνεργασίες-συμπράξεις κλπ) μετά τις εκλογές, ακόμα και δύο γύρων, με τα ζητήματα και τα διλήμματά τους και τις θέσεις των κομμάτων μέχρι τότε, και τότε, κυρίως της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, της ΕΛΑΣ καθώς και των ακροδεξιών σχημάτων!…
Αυτά στο επόμενο άρθρο μας…





