Οι όροι του Ιράν για το άνοιγμα του Ορμούζ – Τι φοβάται ο Αμερικανός ΑΓΕΕΘΑ
08/08/2026
Το Ιράν ζητά, μεταξύ άλλων, άρση των κυρώσεων και του ναυτικού αποκλεισμού, αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την περιοχή, πολεμικές αποζημιώσεις και αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων, ξεκαθαρίζοντας ότι, χωρίς την ικανοποίηση των όρων αυτών, ο κρίσιμος εμπορικός διάδρομος δεν πρόκειται να ανοίξει.
Εν μέσω των ανησυχιών που φέρεται να διατύπωσε ο στρατηγός Κέιν, ο γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Ζολγκάντρ, δήλωσε το Σάββατο ότι τα Στενά θα παραμείνουν κλειστά μέχρις ότου οι ΗΠΑ αποδεχθούν συγκεκριμένους όρους που θέτει η ιρανική πλευρά. Σε ανακοίνωση που μετέδωσαν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, ο Ζολγκάντρ απαρίθμησε τις απαιτήσεις της Τεχεράνης:
«Μέχρι η Αμερική να διορθώσει τη συμπεριφορά της, τα Στενά του Ορμούζ δεν θα ανοίξουν. Διόρθωση συμπεριφοράς σημαίνει: 1- Ποτέ μην απειλείτε το Ιράν με οποιαδήποτε γλώσσα ή μην προσβάλλετε τις ιερότητες αυτού του έθνους. 2- Να τερματιστεί για πάντα ο πόλεμος και η επιθετικότητα εναντίον του Ιράν και των συμμάχων του στον Λίβανο, την Παλαιστίνη, την Υεμένη και το Ιράκ. 3- Άρση του ναυτικού αποκλεισμού και απόσυρση των ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεών του από το Ιράν.
4- Πληρωμή των ζημιών των δύο επιθετικών πολέμων και επιβολής στο Ιράν χωρίς καμία μείωση ή μείωση. 5 – Άρση των σκληρών και παράνομων κυρώσεων κατά του ιρανικού λαού. 6- Απελευθέρωση άνευ όρων των παγωμένων και κλεμμένων περιουσιακών στοιχείων του ιρανικού λαού.
Αυτά είναι τα αιτήματα του ιρανικού λαού, που τα φωνάζει αδιάκοπα στις πλατείες και τους δρόμους εδώ και 160 ημέρες. Το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας δεν θα κάνει ποτέ πίσω, είτε σε πόλεμο είτε σε διαπραγματεύσεις», σημείωσε καταλήγοντας ο Μοχαμάντ Μπαγκέρ Ζολγκάντρ».
Οι δηλώσεις Ζολγκάντρ ήρθαν, ενώ το Ιράν και το Ομάν βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις για το μελλοντικό καθεστώς διαχείρισης των Στενών του Ορμούζ, τα οποία βρίσκονται μεταξύ των δύο χωρών. Η Τεχεράνη είχε ουσιαστικά κλείσει τα Στενά του Ορμούζ ως αντίποινα για τις επιθέσεις που εξαπέλυσαν εναντίον της οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ τον Φεβρουάριο. Μέχρι τώρα, υπήρχαν προσδοκίες ότι μια συμφωνία ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν θα μπορούσε σύντομα να επιτρέψει την επανέναρξη της εμπορικής ναυσιπλοΐας και να συμβάλει στην αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών ενέργειας.
Η λίστα του Ιράν
Η λίστα απαιτήσεων που παρουσίασε ο Ζολγκάντρ αλλάζει, ωστόσο, τα δεδομένα. Οι νέοι όροι ενδέχεται να αυξήσουν την πίεση στον Ντόναλντ Τραμπ να εξετάσει ορισμένες από τις απαιτήσεις της Τεχεράνης, εφόσον επιθυμεί να περιορίσει το ενεργειακό κόστος για τους Αμερικανούς καταναλωτές, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές αποτελούν πολιτικό κίνδυνο για τους Ρεπουμπλικάνους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Ακόμη και πριν από τις δηλώσεις Ζολγκάντρ, Ιρανοί αξιωματούχοι είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι η επαναλειτουργία των Στενών δεν ήταν τόσο κοντά όσο φαινόταν. Ο Χοσεΐν Μοχεμπί, εκπρόσωπος των Φρουρών της Επανάστασης, δήλωσε ότι το άνοιγμα του θαλάσσιου διαδρόμου «δεν εξαρτάται από τις διαπραγματεύσεις Ιράν-Ομάν».
Σε δηλώσεις του στο Tasnim, μέσο ενημέρωσης που συνδέεται με τους Φρουρούς της Επανάστασης, ανέφερε ότι όλα θα εξαρτηθούν από το εάν «οι Ηνωμένες Πολιτείες αποδεχθούν πλήρως τους όρους του Ιράν». Δεν εξειδίκευσε τότε ποιοι ήταν αυτοί οι όροι, πέραν της απαίτησης η Ουάσινγκτον να μην παρεμβαίνει στις διαπραγματεύσεις της Τεχεράνης με το Ομάν ή άλλες χώρες.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε από την πλευρά του ότι η Τεχεράνη και το Μουσκάτ βρίσκονται «πολύ κοντά» σε συμφωνία. Έσπευσε, όμως, να ξεκαθαρίσει ότι αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως και άμεσο άνοιγμα των Στενών. Όπως ανέφερε, η επαναλειτουργία τους εξαρτάται και από άλλους όρους, μεταξύ των οποίων βρίσκεται η αποζημίωση του Ιράν από τις Ηνωμένες Πολιτείες για παραβιάσεις του Μνημονίου της Ισλαμαμπάντ, όπως λέει η Τεχεράνη. Πρόκειται για τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που υπέγραψαν το Ιράν και οι ΗΠΑ τον περασμένο Ιούνιο, έπειτα από διαμεσολάβηση του Πακιστάν.
Διέξοδο αναζητά ο Αμερικανός ΑΓΕΕΘΑ
Τρεις πηγές που γνωρίζουν τις σχετικές συζητήσεις ανέφεραν στο CNN ότι ο Κέιν εκτιμά πως μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να έχει σοβαρές και απρόβλεπτες συνέπειες, ενώ η αμερικανική αεροπορική ισχύς από μόνη της δύσκολα θα μπορούσε να επιτύχει τους στόχους που έχει θέσει ο Αμερικανός πρόεδρος. «Ο Κέιν ψάχνει για μια ράμπα εξόδου», ανέφερε χαρακτηριστικά μία από τις πηγές.
Οι επιφυλάξεις του στρατηγού δεν περιορίζονται σε εσωτερικές στρατιωτικές συζητήσεις. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο Κέιν έχει συζητήσει τις διαθέσιμες επιλογές και τους κινδύνους μιας περαιτέρω κλιμάκωσης με κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, μεταξύ των οποίων ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς.
Ο στρατηγός φέρεται μάλιστα να έχει συνεργαστεί στενά με ορισμένους από τους συμβούλους του Τραμπ, προκειμένου να υπάρξει καλύτερος συντονισμός μεταξύ των υπηρεσιών και κοινή γραμμή ενόψει των συναντήσεων με τον πρόεδρο. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι περιορισμοί των διαθέσιμων στρατιωτικών επιλογών, αλλά και ο κίνδυνος οι νέες επιθέσεις να οδηγήσουν σε μια ευρύτερη και δυσκολότερα ελεγχόμενη σύγκρουση. Η ανησυχία αφορά ακόμη και σενάρια που δεν προβλέπουν την ανάπτυξη αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων στο Ιράν.
Καμπανάκι για τα αποθέματα πυρομαχικών
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα απορρίψει το ενδεχόμενο αποστολής αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων στο Ιράν. Παράλληλα, έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η συνέχιση των αεροπορικών επιθέσεων θα μπορούσε να υποχρεώσει την Τεχεράνη να αποδεχθεί τους όρους της Ουάσινγκτον. Στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης, ωστόσο, φαίνεται να ενισχύεται η εκτίμηση ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί μόνο μέσω αεροπορικών βομβαρδισμών.
Ο ίδιος ο Κέιν είχε προειδοποιήσει δημόσια σε ακρόαση στο Κογκρέσο ότι «η αεροπορική ισχύς έχει τα όριά της», θέση που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η αμερικανική στρατηγική απέναντι στο Ιράν βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αεροπορικές επιχειρήσεις. Οι προβληματισμοί φαίνεται να εντάθηκαν στα τέλη Ιουλίου, όταν εξετάστηκε σχέδιο για νέες, πιο επιθετικές επιθέσεις κατά του Ιράν. Ορισμένοι από τους στενότερους συμβούλους του Τραμπ εξέφρασαν ανησυχίες για τις πιθανές συνέπειες.
Υπέρ της συγκεκριμένης επιχείρησης φέρεται να τάχθηκαν κυρίως στελέχη της CENTCOM, ενώ το Ισραήλ φέρεται να υποστήριζε γενικότερα την περαιτέρω στρατιωτική πίεση. Ο Τραμπ, ωστόσο, αποφάσισε τελικά να μην προχωρήσει άμεσα, αφού συνομίλησε με συμμάχους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Οι τελευταίοι εξέφρασαν φόβους ότι μια νέα επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει ιρανικά αντίποινα, με στόχο ενεργειακές εγκαταστάσεις στην περιοχή.
Ένας ακόμη παράγοντας που περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων της Ουάσινγκτον είναι η κατάσταση των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του CNN, ο στρατηγός Κέιν έχει εκφράσει επανειλημμένα ανησυχίες για τη μείωση των διαθέσιμων αμερικανικών όπλων, καθώς η σύγκρουση με το Ιράν απαιτεί σημαντική κατανάλωση πυρομαχικών και συστημάτων αεράμυνας.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή ορισμένα από τα ίδια όπλα και συστήματα χρησιμοποιούνται παράλληλα για την υποστήριξη του Ισραήλ και της Ουκρανίας. Αμερικανοί στρατιωτικοί διοικητές εκτιμούν ότι τα αποθέματα ορισμένων κρίσιμων πυρομαχικών έχουν μειωθεί σε επίπεδα που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επιλογές των ΗΠΑ σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης. Παράλληλα, χώρες του Κόλπου έχουν μεταφέρει στην αμερικανική κυβέρνηση τις ανησυχίες τους για την περιορισμένη διαθεσιμότητα προηγμένων συστημάτων αεράμυνας, τα οποία θα μπορούσαν να χρειαστούν σε περίπτωση μεγάλης κλίμακας ιρανικών αντιποίνων.
Ο φόβος για τα αντίποινα στον Κόλπο
Ο Τραμπ έχει απειλήσει επανειλημμένα με επιθέσεις εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων του Ιράν. Ωστόσο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ακόμη και μια τέτοια κίνηση δεν θεωρείται πιθανό να οδηγήσει την Τεχεράνη σε συνθηκολόγηση. Αντίθετα, υπάρχει ο φόβος ότι θα μπορούσε να προκαλέσει μια αλυσίδα αντιποίνων εναντίον ενεργειακών υποδομών σε χώρες του Κόλπου, αυξάνοντας δραματικά το κόστος για τους Αμερικανούς συμμάχους και διευρύνοντας τη σύγκρουση.
Ανάλογοι προβληματισμοί υπάρχουν και για πιθανά πλήγματα σε γέφυρες ή άλλες κρίσιμες υποδομές του Ιράν, καθώς εκτιμάται ότι τέτοιες επιθέσεις μπορεί να προκαλέσουν σημαντικές καταστροφές χωρίς να εξασφαλίσουν το επιθυμητό στρατηγικό αποτέλεσμα.
Η λεπτή γραμμή Κέιν και Τραμπ
Ο στρατηγός Κέιν καλείται ταυτόχρονα να διαχειριστεί μια δύσκολη σχέση με τον πρόεδρο. Πηγές που γνωρίζουν τις συζητήσεις αναφέρουν ότι προσπαθεί να παρουσιάζει στον Τραμπ τόσο τις δυνατότητες των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων όσο και τους κινδύνους κάθε στρατιωτικής επιλογής, χωρίς να δίνει την εντύπωση ότι αμφισβητεί την τελική εξουσία του προέδρου ως αρχιστράτηγου.
Σε πρόσφατη συνάντηση στον Λευκό Οίκο, ο Κέιν φέρεται να ανέδειξε τους κινδύνους μιας περαιτέρω κλιμάκωσης, μεταξύ άλλων και την κατάσταση των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών. Ταυτόχρονα, όμως, κατέστησε σαφές ότι, εάν ο Τραμπ αποφάσιζε να προχωρήσει στις επιχειρήσεις που εξετάζονταν, οι αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις εξακολουθούν να διαθέτουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν τεράστιες καταστροφές στο Ιράν.
Αναζητείται μια «συμβολική νίκη»
Καθώς η σύγκρουση πλησιάζει στο ορόσημο των έξι μηνών, η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο στρατηγικό δίλημμα. Μια μεγάλης κλίμακας χερσαία επιχείρηση θα μπορούσε, σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, να προσφέρει τη δυνατότητα μιας αποφασιστικής στρατιωτικής ήττας του Ιράν. Θα είχε όμως τεράστιο πολιτικό και στρατιωτικό κόστος και θα μπορούσε να οδηγήσει σε χιλιάδες αμερικανικές απώλειες. Για τον λόγο αυτό, δεν φαίνεται να υπάρχει αυτή τη στιγμή πολιτική βούληση στην Ουάσινγκτον για μια τέτοια επιλογή.
Το Πεντάγωνο εξετάζει διαφορετικά σενάρια, όμως το βασικό ερώτημα πλέον δεν φαίνεται να είναι μόνο πώς θα μπορούσαν οι ΗΠΑ να συνεχίσουν τον πόλεμο, αλλά και πώς θα μπορούσαν να τον τερματίσουν χωρίς ο Τραμπ να εμφανιστεί ότι υποχωρεί. Έτσι, σύμφωνα με τις πληροφορίες του CNN, η συζήτηση μετατοπίζεται σταδιακά προς την αναζήτηση μιας συμφωνίας ή μιας εξόδου που θα μπορούσε να προσφέρει στον Αμερικανό πρόεδρο τουλάχιστον μια «συμβολική» νίκη την οποία θα παρουσιάσει στο αμερικανικό κοινό, αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτό τον δρόμο για μια διπλωματική λύση.
Το γεγονός ότι ο κορυφαίος Αμερικανός στρατιωτικός αξιωματούχος φέρεται να αναζητά πλέον «έξοδο» αποτυπώνει το μέγεθος του διλήμματος: Η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να διαθέτει συντριπτική στρατιωτική ισχύ, αλλά οι επιλογές για να μετατραπεί αυτή η ισχύς σε μια καθαρή και πολιτικά αξιοποιήσιμη νίκη εμφανίζονται ολοένα πιο περιορισμένες.





