Είναι η Ελλάδα “ουρά της Δύσης”;
21/09/2026
Το άρθρο του κ. Γρίβα, περί “γεωπολιτικής των αλπικών κορυφών”, θέτει ένα ενδιαφέρον ερώτημα: μήπως η Ελλάδα έχει καταστεί ένας δεδομένος σύμμαχος της Δύσης και, ως εκ τούτου, έχει χάσει την ικανότητα άσκησης αυτόνομης εξωτερικής πολιτικής; H ανάλυση υποθέτει ότι η Ελλάδα μπορεί, στον σημερινό πολυπολικό κόσμο, να ακολουθήσει μια στρατηγική ανάλογη με αυτήν της Τουρκίας.
Όμως, η Ελλάδα δεν διαθέτει τα μεγέθη της Τουρκίας και ούτε είναι ο πολυπολικός κόσμος, στον οποίο γίνεται αναφορά, υπαρκτός. Παρά την άνοδο της Κίνας και την επιστροφή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων, το διεθνές σύστημα παραμένει σε μεγάλο βαθμό δομημένο γύρω από την ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του δυτικού συστήματος συμμαχιών.
Η Κίνα αποτελεί αναμφίβολα μια ανερχόμενη υπερδύναμη, αλλά δεν διαθέτει ακόμη συγκρίσιμο παγκόσμιο δίκτυο συμμαχιών. Η Ρωσία παραμένει πυρηνική δύναμη, αλλά ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε και τα όρια της ισχύος της. Περισσότερο βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων παρά σε έναν πλήρως διαμορφωμένο πολυπολικό κόσμο.
Αλλά ακόμη και αν δεχθούμε ότι η πολυπολικότητα εδραιώνεται, δεν σημαίνει ότι όλα τα κράτη αποκτούν αυτομάτως ίδιους βαθμούς ελευθερίας. Η στρατηγική αυτονομία δεν είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης, αλλά διαθέσιμης ισχύος. Η Ινδία μπορεί να ακολουθεί πολυδιάστατη πολιτική επειδή είναι μια χώρα 1,4 δισεκατομμυρίων κατοίκων. Η Τουρκία μπορεί να παίζει σε πολλά ταμπλό επειδή διαθέτει πληθυσμό 85 εκατομμυρίων, αναπτυγμένη αμυντική βιομηχανία, γεωστρατηγικό βάρος και δυνατότητες αυτόνομης στρατιωτικής δράσης.
Η Ελλάδα δεν είναι Τουρκία. Η ασφάλειά της, η οικονομία της και η διεθνής της θέση είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Αυτό δεν αποτελεί αδυναμία αλλά γεωπολιτικό δεδομένο και με βάση αυτό διατηρεί μια, δυστυχώς, κοστοβόρα υποδομή αποτροπής των απειλών.
H Τουρκία προβάλλεται, συχνά, ως παράδειγμα επιτυχούς “παραγωγής αυτονομίας”. Ωστόσο σπανίως αναφέρεται το κόστος αυτής της πολιτικής. Η Άγκυρα αποκλείστηκε από το πρόγραμμα των F-35, υπέστη κυρώσεις για την αγορά των S-400 και αντιμετωπίζει διαρκή δυσπιστία από σημαντικούς συμμάχους της. Η στρατηγική ευελιξία έχει τίμημα και δεν είναι βέβαιο ότι η Ελλάδα διαθέτει τα μέσα για να το καταβάλει. Η θέση της Τουρκίας απέναντι στο Ισραήλ είναι ενταγμένη στην επεκτατική της πολιτική με την οποία επιδιώκει να αναδειχθεί ως ο προστάτης του μουσουλμανικού κόσμου.
Επίσης, με βάση υπάρχοντα παραδείγματα, η αξιοπιστία ενός συμμάχου δεν μειώνει την αξία του. Η Πολωνία, η Φινλανδία και οι χώρες της Βαλτικής δεν αύξησαν το διεθνές τους βάρος επειδή εξισορροπούσαν ανάμεσα σε διαφορετικά στρατόπεδα, αλλά επειδή θεωρούνται απολύτως αξιόπιστοι εταίροι. Η αξιοπιστία δεν είναι συνώνυμο της υποτέλειας. Είναι μορφή ισχύος.
Η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας
Επιπλέον, η αναφορά στο Μπίσμαρκ παραγνωρίζει μια θεμελιώδη διαφορά ισχύος. Η Γερμανία του 19ου αιώνα ήταν η ισχυρότερη ηπειρωτική δύναμη της Ευρώπης και μπορούσε να εξισορροπεί ανταγωνισμούς επειδή αποτελούσε τον κεντρικό παίκτη του συστήματος. Η Ελλάδα είναι μια μεσαίου μεγέθους περιφερειακή δύναμη που δρα εντός συγκεκριμένων συμμαχικών και θεσμικών πλαισίων. Η αποτελεσματικότητα της εξωτερικής της πολιτικής δεν εξαρτάται από τη μίμηση των μεγάλων δυνάμεων αλλά από τη μέγιστη αξιοποίηση των συγκριτικών της πλεονεκτημάτων: της γεωγραφικής της θέσης, της συμμετοχής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, της ναυτιλίας της, των ενεργειακών διασυνδέσεων και της αξιοπιστίας της ως κράτους που δεν αμφισβητεί αλλά υπερασπίζεται τους διεθνείς κανόνες. Αυτά πρέπει να αξιοποιήσει πιο αποτελεσματικά.
Το σημαντικότερο όμως ζήτημα αφορά το διεθνές δίκαιο. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια χώρα που διατηρεί στρατεύματα κατοχής στην Κύπρο επί πενήντα και πλέον χρόνια, αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και διατηρεί ακόμη και casus belli εναντίον της. Για την Ελλάδα, επομένως, το διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί μια αφηρημένη ηθική αρχή. Αποτελεί το θεμέλιο της εθνικής της στρατηγικής.
Ασφαλώς οι μεγάλες δυνάμεις συχνά παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο όταν αυτό συγκρούεται με τα συμφέροντά τους. Το έχουν κάνει οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Κίνα στις δικές της περιφερειακές διεκδικήσεις. Όμως το γεγονός αυτό δεν καθιστά το διεθνές δίκαιο άχρηστο. Αντιθέτως, το καθιστά ακόμη πιο αναγκαίο για τις μικρότερες χώρες που δεν μπορούν να επιβάλουν τη βούλησή τους μόνο με την ισχύ.
Συνέπεια αρχών και διεθνές δίκαιο
Γι’ αυτό η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι επιλεκτικά ευαίσθητη. Δεν μπορεί να απαιτεί διεθνή καταδίκη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και ταυτόχρονα να αδιαφορεί όταν παραβιάζονται οι ίδιες αρχές, για παράδειγμα από τη Ρωσία, στην Ουκρανία. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να διατηρεί σχέσεις με τη Ρωσία, όπως και με την Κίνα. Δεν έχει όμως τη δυνατότητα να υποστηρίζει ταυτόχρονα την αρχή της εδαφικής ακεραιότητας όταν αφορά την Κύπρο και να την υποβαθμίζει όταν αφορά την Ουκρανία.
Η Τουρκία δικαιολογεί τις πράξεις της επικαλούμενη ιστορικά δικαιώματα, ανάγκες ασφαλείας και ζώνες επιρροής. Σε μεγάλο βαθμό τα ίδια επιχειρήματα χρησιμοποιεί και η Ρωσία για να δικαιολογήσει τις δικές της επεκτατικές πολιτικές. Μια χώρα που στηρίζει τις εθνικές της θέσεις στο διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να αποδέχεται αυτή τη λογική ανάλογα με την προέλευσή της.
Η Ελλάδα ασφαλώς οφείλει να διατηρεί σχέσεις με όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες και να αναπτύσσει μια ενεργητική και πολυδιάστατη διπλωματία. Άλλο όμως η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και άλλο η στρατηγική αμφισημία. Η χώρα μας δεν είναι “ουρά της Δύσης” επειδή υπερασπίζεται τη διεθνή νομιμότητα απέναντι στον αναθεωρητισμό.
Αντιθέτως, για μια χώρα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες της εισβολής και κατοχής τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και τις διαρκείς αμφισβητήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο, η προσήλωση στο διεθνές δίκαιο δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή αλλά όρο εθνικής επιβίωσης. Οι κανόνες μπορεί να μην δεσμεύουν πάντοτε τους ισχυρούς, παραμένουν όμως το σημαντικότερο όπλο των λιγότερο ισχυρών. Και η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να τους υπερασπίζεται με συνέπεια, παντού και απέναντι σε όλους.





