Πώς το Μαξίμου αναγόρευσε τον Σαμαρά σε κύριο αντίπαλο
22/09/2026
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Σαμαράς επανέκαμψε στην κεντρική πολιτική σκηνή, με μια εντυπωσιακή κλιμάκωση, που θα ζήλευαν όλοι οι περισπούδαστοι και ακριβοπληρωμένοι επικοινωνιολόγοι. Αρχικώς, ο πρώην πρωθυπουργός κατόρθωσε με τρόπο συστηματικό να καταλάβει το εκκωφαντικό κενό που είχε αφήσει να δημιουργηθεί σύμπασα η αντιπολίτευση στα μείζονα εθνικά ζητήματα, όπως και αυτά της ταυτότητας.
Με εμπεριστατωμένες, άμεσες αλλά ταυτόχρονα καυστικές και οξείες δηλώσεις ο Σαμαράς κατοχυρώθηκε στην κοινή γνώμη ως η “εθνική” φωνή απέναντι σε μια κυβέρνηση, που βούλιαζε στην κινούμενη άμμο της “Διακήρυξης των Αθηνών”, και είχε τσαλακωθεί ανεπανόρθωτα από την άτακτη υποχώρηση στην Κάσο. Παράλληλα, η σφοδρή κριτική του στα θέματα της woke ατζέντας, σε κάθε κυβερνητικό φάουλ, προκαλούσε τρικυμία στο Μαξίμου που έτρεχε να μαζέψει τα ασυμμάζευτα και αρκετούς εσωκομματικούς κραδασμούς στη ΝΔ.
Σε όλη αυτή την πρώτη περίοδο της επικοινωνιακής του αντεπίθεσης, ο Σαμαράς πέτυχε να αναδείξει τη νοθευμένη ιδεολογική ταυτότητα της ηγεσίας της ΝΔ. Κάτι που ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του, μετά το φιάσκο του γάμου των ομόφυλων και τον αντίκτυπο που είχε στις ευρωεκλογές, με μεγαλειώδεις κυβιστήσεις προσδοκούν να ξεχαστεί – σύμβουλος δε του Μητσοτάκη ζήτησε πρόσφατα την κατάργηση του επίμαχου νόμου.
Μια δύσκολη μεταμόρφωση, ωστόσο, όπως δείχνουν οι συχνές επαναλήψεις του ίδιου “δικαιωματικού” μοτίβου, καθώς, αυτός είναι ο ιδεολογικός πυρήνας των αντιλήψεων από τις οποίες εμφορείται η πλειοψηφία των κυβερνητικών στελεχών. Άλλωστε η πληθωρική διεύρυνση στο χώρο των εκσυγχρονιστών – ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι – όλοι γνήσια τέκνα της σημιτικής εποχής, δεν συνιστά μόνον μια τακτική κίνηση που, σύμφωνα με τους εμπνευστές της, προσφέρει κοινοβουλευτική αυτοδυναμία – χωρίς να παραβλέπουμε το ενδεχόμενο εσωκομματικών κραδασμών που θα προκληθούν στο ΠΑΣΟΚ, μετά τις εθνικές εκλογές, όπου είναι βέβαιο ότι δεν θα υπάρξει αυτοδυναμία, καθώς είναι κοινό μυστικό πως ένα τμήμα του ΠΑΣΟΚ “γλυκοκοιτάζει” τη ΝΔ του Μητσοτάκη.
Επιπλέον, πρόκειται και για στοχευμένη επιχείρηση, του νεοφιλελεύθερου συστήματος Μητσοτάκη, ανατροπής των εσωτερικών συσχετισμών στη ΝΔ, με την επιβολή συγγενικού ιδεολογικά και ταυτόχρονα εξαρτημένου πολυεπίπεδα στελεχιακού δυναμικού, μέρους του οποίου έχει ξεκινήσει μία εκστρατεία αποδόμησης του πρώην πρωθυπουργού, η οποία βέβαια δεν είχε τα αποτελέσματα που αναμένονταν.
Κόμμα Σαμαρά: Απέτυχε η αποδόμηση
Η απήχηση, επομένως, της κριτικής Σαμαρά έβρισκε ευήκοα ώτα και έτοιμο έδαφος σε σημαντικό τμήμα παλαιότερων, αλλά και νυν ψηφοφόρων της ΝΔ, που βιώνουν ένα ψυχικό χάσμα με την παρούσα ηγεσία του κόμματος. Κι αυτό τη στιγμή που στην Ελλάδα, όπως και στο σύνολο σχεδόν της Ευρώπης, το πολιτικό εκκρεμές κινείται προς τα δεξιά, και οι απογοητευμένοι πολίτες δεν προσβλέπουν προς την κεντροαριστερά ή την αριστερά, ως επιλογή είτε διακυβέρνησης, είτε διαμαρτυρίας. Αυτό σημαίνει, ότι το ακροατήριο των δυνητικών ψηφοφόρων μια συντηρητικής ή, ορθότερα, πατριωτικής πολιτικής πρότασης είναι ιδιαίτερα αυξημένο.
Οι παράγοντες αυτοί ήταν που ακύρωσαν την αγωνιώδη προσπάθεια του Μαξίμου, μέσω των εταιρειών δημοσκοπήσεων και των φιλικών του ΜΜΕ, να απαξιώσει στη γένεσή του ένα κομματικό σχήμα Σαμαρά. Η πρώτη αυτή περίοδος έβριθε μετρήσεων που έδειχναν το εγχείρημα να μην υπερβαίνει το 3%, και άρθρων πολιτικών αναλυτών που εξέφραζαν τη βεβαιότητά τους, πως ο πρώην πρωθυπουργός δεν θα ρισκάρει να γελοιοποιηθεί, καταγράφοντας μια παταγώδη αποτυχία στα δυσμάς του πολιτικού του βίου.
Παράλληλα, βέβαια, είχε μπει μπροστά η μηχανή των σκληρών χαρακτηρισμών, περί του «προδότη της παράταξης» και όλα τα σχετικά, ακόμα και μία προσπάθεια ευθείας απαξίωσης του, όπως όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ταύτιζε τον Σαμαρά, με τις επαναλήψεις του… “Ρετιρέ”! Όλα αυτά τελικά δεν βρήκαν καμία ανταπόκριση και τα γέλια στο κυριακικό στρατόπεδο αρχίζουν βγαίνουν ξινά. Ακριβώς, διότι η παρούσα ηγεσία της ΝΔ, συνοδεία της πλειάδας των εισοδιστών εκσυγχρονιστών μαζί με τις προηγούμενες, πάντα θορυβώδεις, μεταγραφές του ΛΑΟΣ, δεν μπορούν να εμπνεύσουν τον παραταξιακό πατριωτισμό.
Ίσως, μάλιστα να συμβαίνει το αντίστροφο, λαμβάνοντας υπόψη και το πλήθος των σκανδάλων και την εν γένει δυσωδία της διαφθοράς που αποπνέει το παρόν κυβερνητικό σχήμα, όπως βεβαίως και την ευρεία αντιπάθεια που προκαλούν αμφιλεγόμενες δηλώσεις αξιωματούχων που αποπνέουν αλαζονεία και μοιάζουν να απευθύνονται εκτός από τον σκληρό “κυριακικό”-κομματικό μηχανισμό, αλλά και στα πιο ελιτίστικα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας – οικονομικά-κοινωνικά, αλλά και διανοητικά, που στηρίζουν την κυβέρνηση.
Βιάστηκαν Τσίπρας-Καρυστιανού
Εν τω μεταξύ, οι διαρροές για διενέργεια εκλογών τον Σεπτέμβριο δεν οδήγησαν τον πρώην πρωθυπουργό σε σπασμωδικές κινήσεις, καθώς ως έμπειρος πολιτικός κατανοούσε ότι η ηγεσία της ΝΔ δεν θα ρίσκαρε πρόωρες εκλογές, στις οποίες θα έχανε οπωσδήποτε την αυτοδυναμία. Αντιθέτως, την κίνησή τους έκαναν η Καρυστιανού και ο Τσίπρας.
Το σχήμα της πρώτης, λίγους μήνες μετά την σύστασή του, πνέει κυριολεκτικά τα λοίσθια, αφήνοντας ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών να αναζητούν κάποια άλλη πολιτική λύση. Ο δε πρώην πρωθυπουργός και νυν αρχηγός της ΕΛΑΣ, παρά το rebranding και την προβολή που απολαμβάνει από τα ΜΜΕ, μοιάζει να έχει πιάσει ένα “χαμηλό ταβάνι”, και δείχνει να μην τραβάει περαιτέρω – αν και φαίνεται ότι θα “καθαρίσει” στο πεδίο της Κεντροαριστεράς, αναμφίβολα πιο συρρικνωμένης και χωρίς την παλαιότερη της δυναμική.
Και οι δύο εξελίξεις, δεν είναι προς όφελος της κυβέρνησης, που θα ήθελε αντιπάλους στις εκλογές, των οποίων θα αμφισβητούσε την επάρκειά τους. Ιδιαίτερα, ο Τσίπρας θα ήταν ιδανική περίπτωση, καθώς θα επέτρεπε την ανάδειξη των όσων διαδραματίστηκαν κατά την πρωθυπουργική του θητεία, συσπειρώνοντας τη βάση της κεντροδεξιάς εναντίον του και επανενεργοποιώντας το “αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο”.
Το σενάριο, όμως, δεν περπατάει. Αρχικά, να επισημανθεί, σε ό,τι αφορά το κόμμα Τσίπρα, πως η πόλωση είναι κυρίως από την πλευρά της ΝΔ, όχι από την ΕΛΑΣ, οι ανακοινώσεις της οποίας απέχουν παρασάγγας από τις αντίστοιχες του ΣΥΡΙΖΑ – όχι μόνο της αντισυστημικής του περιόδου. Τα δε μηνύματα από την επαρχία για το εύρος της υποστήριξης προς το εγχείρημα Σαμαρά, είναι άκρως ανησυχητικά για τη ΝΔ, που είναι γνωστό ότι “αιμορραγεί” στην Μακεδονία, με τον Σαμαρά να έχει ευλόγως ισχυρότατη δυναμική και ρίζες στην Μεσσηνία.
Το λάθος στη ΔΕΘ
Και εκεί ο, πανικόβλητος, πρωθυπουργός έκανε το μοιραίο λάθος. Σε μια ΔΕΘ, που κυριολεκτικά δεν άφησε τίποτα πίσω της, ως “δώρα” προς τον λαό, και δεν κυρίως δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις στο πρόβλημα της ακρίβειας που ταλανίζει τους πολίτες, ανέδειξε μόνος του ως βασικό αντίπαλό του τον Σαμαρά.
Ο τοξικός τρόπος με τον οποίο απαντούσε στις σχετικές ερωτήσεις, σε αντίθεση με αυτές για τον Τσίπρα ή τον Ανδρουλάκη, και ο εμφανής εκνευρισμός του έγιναν αντιληπτά από όλους. Και εκεί ο πρώην πρωθυπουργός επέδειξε επικοινωνιακά αντανακλαστικά “έφηβου”. Με ένα βιντεάκι, πριν τελειώσει καν η συνέντευξη Μητσοτάκη, αποδόμησε ολόκληρη την πολιτική του. Πριν καθίσουν τα κόμματα να γράψουν απαντήσεις, πριν οι δημοσιογράφοι κάνουν τις αναλύσεις τους, η ΔΕΘ έγινε χώρος “μονομαχίας για δύο”.
Η ολέθρια επικοινωνιακή τακτική που ακολούθησε το επιτελείο του Μαξίμου – όπου κυρίαρχη είδηση ήταν η κόντρα με τον Σαμαρά, όχι οι εξαγγελίες στην ΔΕΘ – έγινε αντιληπτή, και από την επομένη δόθηκε το σύνθημα να πέσουν οι τόνοι και τα κυβερνητικά στελέχη να σφυράνε αδιάφορα όταν αναφέρεται το όνομα Σαμαράς! Το “κακό”, όμως, είχε γίνει, και τώρα πιά δεν διορθώνεται. Αυτό αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις, που ένα κόμμα Σαμαρά μπορεί να φλερτάρει με αξιώσεις έως το 10%. Πριν καν ανακοινωθεί αυτό το κόμμα…
Η μεγάλη ώρα…
Τώρα πιά βρισκόμαστε σε μια κομβική στιγμή σε αυτήν την μακρά προεκλογική περίοδο. Και είναι στο χέρι του ίδιου του Σαμαρά να κάνει τη μεγάλη ανατροπή. Ξεκινά με μερικά βασικά ατού. Αρχικώς, όπως έχει γραφεί, είναι οι πολλές δεξαμενές ψηφοφόρων στις οποίες απευθύνεται. Ιδίως προς τους νυν και πρώην ψηφοφόρους της ΝΔ, οι οποίοι μπορούν να τον ψηφίσουν χωρίς ενοχές και τύψεις. Επιπλέον, ο κομματικός του συνδυασμός δεν θα προσφέρει μόνον τη δυνατότητα μιας εκτονωτικής ψήφου διαμαρτυρίας προς το πολιτικό σύστημα. Ο πολίτης θα γνωρίζει ότι η ψήφος του θα καθορίσει την επόμενη κυβέρνηση και τον επόμενο πρωθυπουργό.
Στη φάση που βρισκόμαστε, τη διαφορά θα την κάνουν πλέον τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν τα ψηφοδέλτια του κόμματος και το κυβερνητικό πρόγραμμα του κόμματος. Και τα δύο είναι κεντρικής σημασίας, καθώς μπορούν να δώσουν περαιτέρω ώθηση στην κοινωνική αποδοχή της πρότασης Σαμαρά. Ειδικά, αν το σχήμα του ενισχυθεί με στελέχη από διάφορους πολιτικούς χώρους, αλλά με πατριωτικό πρόσημο. Αλλά και αν το πρόγραμμά του δίνει πειστικές προτάσεις για την υπέρβαση των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων των ελληνικών νοικοκυριών και για την ανασυγκρότηση της παραγωγικής δομής της χώρας.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την εκτός ΝΔ δεξιά δεξαμενή, αναμφισβήτητα ένα μεγάλο μέρος των συγκεκριμένων έχει ριζοσπαστικοποιηθεί σε μία αντισυστημική κατεύθυνση, ασχέτως του τι είναι αντισυστημισμός. Ο Σαμαράς κυβέρνησε σε μία ιδιαίτερη δύσκολη και επώδυνη περίοδο, με την χώρα ένα βήμα πριν την πτώχευση και σε ένα μεγάλο μέρος του 70% που σύμφωνα με τα γκάλοπ δεν θέλει τρίτη θητεία Μητσοτάκη θεωρείται φθαρμένος και συστημικός.
Πάντως, είναι δε τουλάχιστον αστεία η μομφή του κυριακικού-εκσυγχρονιστικού στρατοπέδου προς τον Σαμαρά ότι ήταν “λαϊκιστής αντιμνημονιακός” και “πήγε τη ΝΔ στο 18%”, λες και αν ο Σαμαράς δήλωνε εξαρχής ότι «τα μνημόνια είναι ευλογία για τον τόπο», και πως «δεν θέλει να του κλέψει την δόξα ο Τόμσεν στις απολύσεις», θα σάρωνε η ΝΔ στις πρώτες μνημονιακές εκλογές!
Να θυμίσουμε πως πριν την μνημονιακή στροφή Σαμαρά, είχε προηγηθεί και μία αποτυχημένη απόπειρα δημοψηφίσματος από τον Γιώργο Παπανδρέου, που ως και ο Αλέξης Τσίπρας είχε χαρακτηρίσει ως «πτώχευση πριν την κάλπη». Μία μικρή αναδρομή στον Τύπο της εποχής, αρκεί για να θυμηθούμε ότι το πολιτικό κλίμα σε διεθνές επίπεδο ήταν μερικά σκαλοπάτια από το δημοψήφισμα του 2015…
Πάντως, τα δύο επόμενα ορόσημα ενώπιον της εκλογικής μάχης προϋποθέτουν την επίσημη ανακήρυξη του κόμματος, που πλέον δεν υπάρχει ουδείς λόγος να καθυστερήσει. Γιατί, όπως είχε πει και ο Λένιν, «εχθές ήταν νωρίς, αύριο θα είναι αργά, τώρα»…





