Από τις μετα-μνημονιακές αυταπάτες στην παραγωγική ερήμωση
14/10/2026
Πώς η προφητική προειδοποίηση του ιστορικού Σαράντου Καργάκου το 2018 επιβεβαιώθηκε πλήρως: Η υποκατάσταση της παραγωγής από τα επιδόματα, η αποσύνδεση της ναυτιλίας από τη ναυπηγοεπισκευή, το αδιέξοδο του δημογραφικού και το διαρκές εθνικό τίμημα που καλείται να καταβάλει ο ελληνικός λαός.
Το 2018, όταν η τότε κυβέρνηση πανηγύριζε διθυραμβικά την “έξοδο από τα μνημόνια”, ο αείμνηστος ιστορικός Σαράντος Καργάκος, γράφοντας στο “Ελεύθερο Βήμα” των Σερρών το ομώνυμο άρθρο του, ανακάλεσε στη μνήμη του μια παλιά θεατρική ατάκα του Κώστα Χατζηχρήστου: “Ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο, έ;”, για να λάβει την αυθόρμητη απάντηση από την πλατεία: “Τα κορόιδα που θα το δούνε!”.
Ο Καργάκος, με την οξυδέρκεια που τον διέκρινε, είχε διαγνώσει εγκαίρως ότι η τυπική λήξη των μνημονίων δεν συνεπαγόταν τη σωτηρία της χώρας. Προειδοποιούσε ότι η έξοδος στις “αγορές” χωρίς παραγωγική βάση, χωρίς δημογραφική αναγέννηση και χωρίς εθνική αυτοδυναμία, αποτελούσε μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση.
Σήμερα, σχεδόν μια δεκαετία μετά, η ιστορική πραγματικότητα τον δικαιώνει απόλυτα. Το “μάρμαρο” συνεχίζουν να το πληρώνουν τα ίδια γνωστά “κορόιδα”: Ο ελληνικός λαός, η περιφέρεια και το μέλλον των επόμενων γενεών.
Η ψευδαίσθηση των “αγορών” και η κατάρρευση της παραγωγής
“Για να βγεις στις αγορές σημαίνει ότι έχεις κάτι να πουλήσεις”, σημείωνε το 2018 ο Καργάκος. Κι όμως, η Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας επέλεξε να μην παράγει σχεδόν τίποτα. Ο πρωτογενής τομέας, δηλαδή η γεωργία, η αλιεία και η κτηνοτροφία, αφέθηκε στην τύχη του. Σε μια χώρα προικισμένη από τη φύση για αιγοπροβατοτροφία, συνεχίζουμε να εισάγουμε το μεγαλύτερο ποσοστό του κρέατος και των γαλακτοκομικών που καταναλώνουμε, ενώ τα χωράφια και οι ορεινοί όγκοι ερημώνουν.
Την ίδια στιγμή, συντελείται ένα διαρκές εθνικό παράδοξο. Ενώ η ελληνόκτητος ναυτιλία διατηρεί την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία, η Πολιτεία αρνείται συστηματικά να διασυνδέσει αυτή την κορυφαία ναυτική ισχύ με την εγχώρια παραγωγική βάση. Η πολυετής απαξίωση της ελληνικής ναυπηγοεπισκευαστικής βιομηχανίας, η απουσία εθνικής στρατηγικής για την παραγωγή ναυτιλιακού εξοπλισμού και η θεσμική υποβάθμιση της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης, στερούν από τα ελληνικά λιμάνια και την περιφέρεια χιλιάδες εξειδικευμένες, υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Αντί η χώρα να καταστεί αυτοδύναμο ναυπηγικό, τεχνολογικό και επισκευαστικό κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου, εγκλωβίστηκε στον ρόλο του απλού καταναλωτή εισαγόμενων υπηρεσιών και προϊόντων. Αντί για μια στιβαρή βιομηχανική, ναυτιλιακή και αγροτική πολιτική, τοποθετήθηκε ως μοναδικό αναπτυξιακό μοντέλο η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού και η επιθετική κερδοσκοπία του real estate.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου αγαθών διευρύνθηκε δραματικά, ξεπερνώντας πλέον τα 33 δισ. ευρώ ετησίως (ΕΛΣΤΑΤ), ενώ πάνω από το 40% των καθαρών Άμεσων Ξένων Επενδύσεων κατευθύνεται αποκλειστικά στην αγορά ακινήτων. Η γη, τα ακίνητα και οι κρίσιμες υποδομές μεταβιβάστηκαν σε ξένα επενδυτικά κεφάλαια, δηλαδή σε αυτούς που ο Καργάκος περιέγραφε σκωπτικά ως “γερμανικό λουκάνικο με κοστούμι Armani”! Η πρόσκαιρη οικοδομική δραστηριότητα και η Golden Visa προσέφεραν μια οφθαλμαπάτη ευημερίας, αφήνοντας πίσω τους μια βαριά στεγαστική κρίση για τους ντόπιους και την οριστική απώλεια της εθνικής ιδιοκτησίας.
Το δημογραφικό αδιέξοδο και η “επιδοματική” νάρκωση
“Στην Ελλάδα σήμερα ελάχιστα μπορούν να παραχθούν, διότι δεν παράγονται παιδιά”, έγραφε τότε ο ιστορικός. Σήμερα, τα δημογραφικά στοιχεία αποτυπώνουν μια εικόνα υπαρξιακής κατάρρευσης. Η Απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε μείωση του μόνιμου πληθυσμού κατά 3,1%, με τον δείκτη γονιμότητας στο δραματικό 1,26 (πολύ κάτω από το όριο αναπλήρωσης 2,1), την ώρα που πάνω από 600.000 νέοι επιστήμονες και ειδικευμένοι επαγγελματίες μετανάστευσαν στο εξωτερικό (brain drain).
Επαρχιακά σχολεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο, τα νησιά και τα ακριτικά χωριά γηράσκουν αβοήθητα, ενώ το πιο δυναμικό ανθρώπινο δυναμικό συνεχίζει να πλουτίζει ξένες οικονομίες. Απέναντι σε αυτό το αδιέξοδο, η απάντηση της κεντρικής εξουσίας δεν ήταν η δημιουργία μόνιμων, αξιοπρεπών θέσεων εργασίας και η ουσιαστική στήριξη της οικογένειας, αλλά η συστηματική “επιδοματική νάρκωση”.
Η πολιτική των επιδομάτων (pass, vouchers και προσωρινών βοηθημάτων) καλλιέργησε μια κουλτούρα εξάρτησης, όπου ο πολίτης εκπαιδεύεται να προσδοκά “ψίχουλα” στήριξης, την ώρα που το κόστος διαβίωσης και η ακρίβεια εξανεμίζουν το εισόδημά του.
Από την παθητική διαχείριση στην εθνική υποχώρηση
Η παραγωγική, ναυπηγική και δημογραφική αποψίλωση δεν παραμένει χωρίς συνέπειες στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Ένα κράτος που βασίζεται σε ξένα δάνεια, σε εισαγόμενα προϊόντα και σε επιδοματικές ενέσεις χάνει σταδιακά την αποτρεπτική του βούληση. Όπως ακριβώς στην οικονομία το πολιτικό σύστημα επιλέγει τη διαχείριση του “πολιτικού κόστους” αντί για τις δομικές μεταρρυθμίσεις, έτσι και στην εξωτερική πολιτική εγκλωβίστηκε στη φοβική τακτική της “διαχείρισης κρίσεων” και των “ήρεμων νερών”. Η αδράνεια όμως εκλαμβάνεται από τον αναθεωρητικό γείτονα ως αδυναμία, επιτρέποντάς του να γκριζάρει κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Ο Καργάκος, η πικρή δικαίωση και η ώρα της ευθύνης
Ο Σαράντος Καργάκος έκλεινε το άρθρο του με μια δραματική προειδοποίηση: Αν συνεχίσουμε στον ίδιο κατήφορο, όταν ακουστεί η φωνή της Ιστορίας “Ελλάδα, πού είσαι;”, δεν θα ακουστεί καμία απάντηση. Για να μην επαληθευτεί αυτή η εφιαλτική πρόβλεψη, η χώρα οφείλει να αλλάξει πορεία τώρα, διότι το “μάρμαρο” δεν αντέχει να το πληρώνει άλλο ο ελληνικός λαός. Η μετάβαση από το συγκεντρωτικό και παρασιτικό “αθηνοκεντρικό” μοντέλο σε έναν νέο παραγωγικό πατριωτισμό δεν επιδέχεται αναβολή.
Απαιτείται η ουσιαστική αναγέννηση της περιφέρειας και των νησιών μας, η στρατηγική ανασύσταση της εγχώριας ναυπηγοεπισκευής και της ναυτιλιακής βιομηχανίας με πλήρη αξιοποίηση του ελληνικού ναυτικού ταλέντου, καθώς και η έμπρακτη στήριξη της εγχώριας παραγωγής.
Παράλληλα, απαιτείται η ουσιαστική εμπλοκή της εγχώριας βιομηχανίας στα αμυντικά εξοπλιστικά προγράμματα, όπου σήμερα, παρά τις δαπάνες ύψους άνω του 3% του ΑΕΠ για την άμυνα, η εγχώρια προστιθέμενη αξία παραμένει σε απελπιστικά χαμηλά επίπεδα. Απαιτείται, τέλος, μια εθνική στρατηγική που δεν θα υπολογίζει το “πολιτικό κόστος”, θέτοντας ως μόνη προτεραιότητα την επιβίωση, την ισχύ και την αξιοπρέπεια του Έθνους.





