ΑΝΑΛΥΣΗ

Εμφύλιος πόλεμος στη Δύση – Κοινωνική αποσύνθεση και πολιτική πόλωση

Εμφύλιος πόλεμος στη Δύση – Κοινωνική αποσύνθεση και πολιτική πόλωση, Ευθύμιος Τσιλιόπουλος
EPA/OLIVIER HOSLET

Σε αντίθεση με τις συνήθεις προσεγγίσεις της μελλοντικής πολεμικής σύγκρουσης, οι οποίες εστιάζουν στον ανταγωνισμό μεταξύ κρατών, η σημαντικότερη απειλή για την ασφάλεια της Δύσης, στις νέες τεχνολογίες και στην επιστροφή του συμβατικού πολέμου,  ενδέχεται τελικά να προέρχεται από το εσωτερικό της.

Η κοινωνική αποσύνθεση, η οικονομική στασιμότητα, η υποχώρηση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η ενίσχυση των πολιτικών και πολιτισμικών αντιπαραθέσεων δημιουργούν, κατά την εκτίμησή μου, συνθήκες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εκτεταμένες εσωτερικές συγκρούσεις. Ποιες, όμως, είναι οι προϋποθέσεις για να ξεσπάσει εμφύλιος, ποιες οι κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να εμπλακούν και ποια η στρατηγική λογική μέσω της οποίας μια πολιτική αντιπαράθεση θα μετατρεπόταν σε γενικευμένη βία, σε ένα σύγχρονο κράτος;

Ας δούμε ποιες είναι οι προϋποθέσεις που απομακρύνουν την εσωτερική αποσταθεροποίηση. Η θεωρία του εμφυλίου πολέμου παραδοσιακά θεωρεί ότι ο πλούτος, η πολιτική σταθερότητα και η νομιμοποίηση της εξουσίας προστατεύουν τις κοινωνίες από την εσωτερική ένοπλη σύγκρουση. Σε μια λειτουργική δημοκρατία, οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να επιδιώκουν αλλαγές μέσω των θεσμών, ενώ η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη και το πολιτικό σύστημα περιορίζει την προσφυγή στη βία. Παράλληλα, η ύπαρξη πολλών διαφορετικών κοινωνικών ομάδων μπορεί να δυσχεραίνει τη συγκρότηση ενός ενιαίου επαναστατικού-ανατρεπτικού κινήματος.

Ωστόσο, οι παραδοσιακές αυτές θεωρίες δεν περιγράφουν πλέον επαρκώς τη σημερινή Δύση. Η κοινωνική συνοχή εξασθενεί, ενώ η εμπιστοσύνη προς τις κυβερνήσεις και τους δημόσιους θεσμούς υποχωρεί. Έρευνες καταγράφουν την αυξανόμενη δυσπιστία στις Ηνωμένες Πολιτείες και την αποδυνάμωση του “κοινωνικού συμβολαίου”, δηλαδή των δεσμών εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας συνεργασίας που επιτρέπουν σε διαφορετικές ομάδες να συνυπάρχουν.

Αξίζει να εξετάσουμε τα εντυπωσιακά ευρήματα του Edelman Trust Barometer κατά την τελευταία εικοσαετία. Όπως κατέληξε πρόσφατα η έρευνα, «η δυσπιστία αποτελεί πλέον το κυρίαρχο συναίσθημα της κοινωνίας» στις ΗΠΑ. Η κατάσταση στις ΗΠΑ, σύμφωνα με σχετικές έρευνες, είναι εξαιρετικά δυσχερής. Ήδη από το 2019 – πριν από την εκλογή Μπάιντεν και την πανδημία της COVID – το 68% των Αμερικανών συμφωνούσε ότι ήταν επιτακτική ανάγκη να αποκατασταθεί το επίπεδο εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς την κυβέρνηση, ενώ οι μισοί εξ’ αυτών υποστήριζαν ότι η φθίνουσα εμπιστοσύνη αποτελούσε ένδειξη πολιτισμικής νόσου.

Η πόλωση του διαδικτύου

Η διάβρωση αυτών των δεσμών αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την πολιτική πόλωση. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενισχύουν την τάση των ανθρώπων να συγκεντρώνονται σε ιδεολογικά ομοιογενείς κοινότητες, μέσα στις οποίες οι απόψεις τους επιβεβαιώνονται διαρκώς, ενώ οι αντίθετες απόψεις αντιμετωπίζονται με καχυποψία ή εχθρότητα. Τα δε συστημικά “φίλτρα” περιορίζουν την έκθεση σε διαφορετικές οπτικές και μπορούν να εντείνουν την αίσθηση ότι οι αντίπαλοι δεν έχουν απλώς λανθασμένες απόψεις, αλλά ότι αποτελούν απειλή για την ίδια την κοινωνία.

Θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι το πρόβλημα είναι αποκλειστικά ψηφιακό. Η πόλωση μπορεί να μεταφερθεί στον φυσικό χώρο, μετατρέποντας τις πολιτικές και πολιτισμικές διαφορές σε διακοινοτική βία. Παράδειγμα: Οι συγκρούσεις μεταξύ ινδουιστικών και μουσουλμανικών ομάδων στο Λέστερ της Βρετανίας, όπου εντάσεις που συνδέονται με γεγονότα στη Νότια Ασία, εκδηλώθηκαν σε μια βρετανική πόλη. Το παράδειγμα χρησιμοποιείται για να αναδείξει τα όρια της εθνικής ταυτότητας, όταν οι πολιτικές και συναισθηματικές ταυτίσεις υπερβαίνουν την κοινή υπηκοότητα.

Η κοινωνική πόλωση επιδεινώνεται από τις οικονομικές πιέσεις. Η αποβιομηχάνιση, η αύξηση του κόστους ενέργειας-τροφίμων-στέγασης, η συσσώρευση χρέους και οι δυσμενείς προοπτικές της οικονομικής ανάπτυξης, ενισχύουν την αίσθηση ότι το κοινωνικό συμβόλαιο δεν εκπληρώνεται πλέον.

Επαναστατική κινητοποίηση

Κρίσιμο στοιχείο είναι το χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες των πολιτών και στις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας. Όταν οι κοινωνίες έχουν συνηθίσει να θεωρούν την ευημερία δεδομένη, η παρατεταμένη επιδείνωση των συνθηκών ζωής μπορεί να δημιουργήσει έντονη απογοήτευση. Εάν, ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις εμφανίζονται ανίκανες ή απρόθυμες να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα, η δυσαρέσκεια ενδέχεται να μετατραπεί σε αμφισβήτηση της νομιμότητας του πολιτικού συστήματος.

Εύλογα, πολλοί ιστορικοί-πολιτικοί επιστήμονες θεωρούν ότι προσδοκίες που αναπτύσσονται στον κοινωνικό ιστό από μια παρατεταμένη περίοδο ευημερίας και ανάπτυξης, μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε ανησυχία και σταδιακά σε οργή, όταν αυτές οι προσδοκίες διαψεύδονται από κάποια κρίση.

Αυτό συνδέεται με τη θεωρία της επαναστατικής κινητοποίησης, σύμφωνα με την οποία οι κοινωνικές εκρήξεις δεν προκαλούνται απαραίτητα από την απόλυτη φτώχεια, αλλά μπορούν να πυροδοτηθούν και απλώς από την απόσταση ανάμεσα σε όσα οι άνθρωποι θεωρούν ότι δικαιούνται και σε όσα τελικά μπορούν να αποκτήσουν. Η οικονομική κρίση, επομένως, δεν λειτουργεί απομονωμένα. Ενισχύει ήδη υπάρχουσες πολιτικές και κοινωνικές αντιθέσεις.

Ο κίνδυνος σύγκρουσης

Η εξασθένηση μιας κοινής εθνικής ταυτότητας μπορεί να διευκολύνει τη συγκρότηση ανταγωνιστικών ομάδων, οι οποίες αντιλαμβάνονται τα συμφέροντά τους ως ασύμβατα με εκείνα των υπολοίπων. Η αντίληψη μέρους της πλειοψηφικής κοινωνίας ότι χάνει σταδιακά την προηγούμενη πολιτική, πολιτισμική ή δημογραφική της θέση, μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιες καταστάσεις.

Στη θεωρία των εμφυλίων πολέμων, αυτή η αίσθηση “απώλειας status” περιγράφεται ως υποβάθμιση (downgrading). Περιγράφει μια κοινωνική ομάδα που δεν αντιλαμβάνεται απλώς ότι χάνει στις εκλογές μια πολιτική αναμέτρηση, αλλά ότι απειλείται πλέον η δυνατότητά της να καθορίζει τους κανόνες, τη γλώσσα και τις πολιτισμικές αναφορές όλης της κοινωνίας. Τέτοιες αντιλήψεις μπορούν να αξιοποιηθούν από ριζοσπαστικά κινήματα, τα οποία παρουσιάζουν τις κοινωνικές αλλαγές ως αδικία και προβάλλουν την εξέγερση ως αποκατάσταση μιας χαμένης ισορροπίας.

Η θεωρία της “Μεγάλης Αντικατάστασης”, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί τεκμηριωμένη περιγραφή των δημογραφικών εξελίξεων και επικρίνεται ως συνωμοσιολογική, μπορεί εντούτοις να εργαλειοποιηθεί πολιτικά για να ενισχύσει τον φόβο, την εχθρότητα και την αίσθηση υπαρξιακής απειλής προς τους μετανάστες, ή προς όσους τους υπερασπίζονται.

Παράλληλα, υπάρχει μια γεωγραφική διάσταση στην πιθανή σύγκρουση: Οι μεγάλες πόλεις είναι περισσότερο πολυπολιτισμικές και κοινωνικά σύνθετες, ενώ πολλές αγροτικές περιοχές εμφανίζουν μεγαλύτερη ομοιογένεια. Αν οι κοινωνικές αντιθέσεις αποκτούσαν βίαιο χαρακτήρα, θα μπορούσαν να εκδηλωθούν και ως αντιπαράθεση μεταξύ αστικών κέντρων και υπαίθρου.

Εμφύλιος σε δυτική χώρα;

Η προσέγγιση αυτή των κινδύνων δεν είναι αναπόφευκτη συνέπεια της πολυπολιτισμικότητας, αλλά διαφαίνονται και τέτοιες τάσεις, οι οποίες ενισχύονται από τα διάφορα κέντρα μέσα στις πολυπολιτισμικές οντότητες, tτα οποία θα τις εκμεταλλευτούν πολιτικά και κοινωνικά. Η ύπαρξη διαφορετικών ταυτοτήτων δεν οδηγεί από μόνη της σε εμφύλιο πόλεμο· καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι πολιτικοί θεσμοί, οι κοινωνικές ανισότητες, η δράση των ηγεσιών και η δυνατότητα ειρηνικής διαχείρισης των διαφορών.

Ένας μελλοντικός εμφύλιος πόλεμος στη Δύση δύσκολα θα έμοιαζε με την κλασική εικόνα δύο οργανωμένων στρατών που συγκρούονται σε καθορισμένα μέτωπα. Πιθανότερη θα είναι μια κατακερματισμένη σύγκρουση, με βία μεταξύ γειτονικών κοινοτήτων, πολιτικές δολοφονίες, αντίποινα και δράση μικρών ένοπλων ομάδων. Η εμπειρία πολλών εμφυλίων πολέμων μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, στους οποίους συμμετείχαν εθνοτικές ή κοινοτικές παρατάξεις, δείχνει ένα τέτοιο μοτίβο.

Σε μια τέτοια σύγκρουση, η διάκριση μεταξύ στρατιωτικού και πολιτικού στόχου θα γινόταν δυσκολότερη. Η ίδια η κοινωνική ζωή θα μετατρεπόταν σε πεδίο αντιπαράθεσης, καθώς οι αντίπαλοι θα επιδίωκαν, όχι μόνο να νικήσουν οργανωμένους αντιπάλους, αλλά και να διαλύσουν την εμπιστοσύνη, την καθημερινότητα και την ικανότητα της κοινωνίας να λειτουργεί.

Οι ευάλωτες σημερινές πόλεις

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ευπάθεια των σύγχρονων πόλεων. Οι μητροπολιτικές περιοχές εξαρτώνται από περίπλοκα δίκτυα ηλεκτροδότησης, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών, ενέργειας και διανομής τροφίμων. Η λειτουργία τους βασίζεται στη συνεχή κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών και σε σχετικά περιορισμένα αποθέματα. Επομένως, μια σοβαρή διαταραχή σε κρίσιμες υποδομές θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές συνέπειες, επηρεάζοντας την τροφοδοσία, την υγειονομική περίθαλψη και τη δημόσια τάξη.

Οι σύγχρονες κοινωνίες θεωρούν συχνά δεδομένη την απρόσκοπτη λειτουργία αυτών των συστημάτων. Οι υποδομές έχουν σχεδιαστεί κυρίως για την εξυπηρέτηση της κανονικής ζωής και την αντιμετώπιση ατυχημάτων ή εξωτερικών απειλών, όχι κατ’ ανάγκην για την αντιμετώπιση μιας παρατεταμένης εσωτερικής εκστρατείας αποσταθεροποίησης.

Σε ένα υποθετικό σενάριο, η διατάραξη της λειτουργίας των μεγάλων πόλεων θα μπορούσε να δημιουργήσει αλυσιδωτές κρίσεις, οι οποίες θα ενίσχυαν το χάος και θα υπονόμευαν περαιτέρω την κρατική εξουσία. Η στρατηγική σε ένα εμπλεκόμενο σε εμφύλιο στρατόπεδο δεν θα ήταν αναγκαστικά η κατάληψη εδάφους, αλλά η παράλυση των κοινωνικών και οικονομικών λειτουργιών από τις οποίες εξαρτάται η πολιτική σταθερότητα.

Υποτιμάται ο κίνδυνος εμφυλίου

Η Δύση έχει αποπέμψει την εμφυλιακή σύγκρουση από την στρατηγική της θεώρηση, σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, θεωρώντας τον εμφύλιο πόλεμο ως ένα φαινόμενο που αφορά αποκλειστικά τα φτωχά, ασταθή ή θεσμικά αδύναμα κράτη. Όμως, η οικονομική ευημερία και η μακρά δημοκρατική παράδοση δεν αποτελούν μόνιμη εγγύηση κοινωνικής συνοχής, ειδικά όταν υποχωρούν οι δείκτες της εμπιστοσύνης, όταν χάνεται η κοινή πολιτική ταυτότητα και αμφισβητείται σχεδόν πλήρως ότι οι θεσμοί μπορούν να επιλύσουν τις διαφορές ειρηνικά.

Οι προϋποθέσεις εσωτερικής σύγκρουσης συγκλίνουν σε αρκετές δυτικές κοινωνίες και μια κρίση σε ένα μεγάλο κράτος θα μπορούσε να έχει ευρύτερες συνέπειες, ή και να διαχυθεί πέραν των συνόρων του, ιδίως σε ένα μπλοκ κρατών όπως η ΕΕ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διάχυση των αναταραχών στη Γαλλία και στο διπλανό Βέλγιο. Ωστόσο, αυτό πρέπει να αναγνωσθεί ως προειδοποιητικό στρατηγικό σενάριο και όχι ως βεβαιότητα για το μέλλον. Η κοινωνική πόλωση, η οικονομική ανασφάλεια και η πολιτική δυσπιστία αυξάνουν τους κινδύνους, αλλά δεν καθιστούν τον εμφύλιο αναπόφευκτο.

Η ουσιαστική πρόκληση για τις δυτικές κυβερνήσεις είναι, συνεπώς, να αναγνωρίσουν τις βαθύτερες αιτίες της αποσταθεροποίησης, προτού αυτές εκτραπούν σε βίαιες συγκρούσεις. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η αντιμετώπιση των οικονομικών ανισοτήτων, η προστασία των κρίσιμων υποδομών και η διατήρηση κοινών πολιτικών κανόνων αποτελούν στοιχεία μιας ευρύτερης στρατηγικής κοινωνικής ανθεκτικότητας. Διότι, η μεγαλύτερη απειλή για μια κοινωνία μπορεί να μην είναι η ισχύς ενός εξωτερικού αντιπάλου, αλλά η σταδιακή απώλεια της ικανότητάς της να παραμένει ενιαία όταν δοκιμάζεται.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

2 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια

Δεν θα έχεις τίποτε και θα είσαι ελεύθερος.

Είναι η πάγια τακτική της αριστεράς να προκαλεί το κοινωνικό χάος για να προσκομίσει πολιτικά οφέλη. Στην καμμένη Γαλλία συμμάχησε με το ισλάμ. Ακούσατε για τον “εξεγερμένο” μαθητή που πυροβόλησε τους καθηγητές του διεκδικώντας μια καλύτερη παιδεία; Αύριο μπορεί να αρχίσουν να πυροβολούν και μη αρεστούς δημοσιογράφους.

2
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx