ΘΕΜΑ

Με το κάρο μπροστά από το άλογο τα κομματικά σχέδια για τη γεωργία

Με το κάρο μπροστά από το άλογο τα κομματικά σχέδια για τη γεωργία, Δημήτρης Στεργίου
Φωτό: ΑΠΕ:ΜΠΕ

Είναι πολύ ενδιαφέροντα τα εύκολα μέτρα που προτείνονται, αλλά, καθώς είναι πρωθύστερα, θα συντριβούν εν τη γενέσει τους (αν ποτέ υλοποιηθούν) από τα στοιχειωμένα επί δεκαετίες διαρθρωτικά προβλήματα που έχουν οδηγήσει τον ελληνικό πρωτογενή τομέα στο τελευταίο του κακού της σκάλας το σκαλί

Την ημέρα που ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ Αλέξης Τσίπρας στο πλαίσιο της περιοδείας του στη Θεσσαλία αναφερόταν στην παραγωγικοτητα και στο ήδη γνωστό από προηγούμενη πανηγυρική εκδήλωση,  «συνολικό σχέδιο πολιτικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας»,  η ΕΛΣΤΑΤ έδινε στη δημοσιότητα  στοιχεία  για τα έσοδα και τις δαπάνες παραγωγής  των γεωργοκτηνοτρόφων της χώρας. Αυτά για μίαν ακόμα φορά  καταδεικνύουν ότι όλα σχεδόν αυτά που είπε, κατά σχήμα πρωθύστερον, ωχριούν μπροστά στα διαρθρωτικά προβλήματα που έχουν οδηγήσει τον πρωτογενή τομέα στη σημερινή τυμπανιαία κατάσταση.

Συγκεκριμένα, επανέλαβε τις γνωστές προτάσεις για την «παραγωγική ανασυγκρότηση της Ελλάδας», η οποία πράγματι, «περνά υποχρεωτικά μέσα από την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα», όπως εύστοχα τονίζει ο κ. Τσίπρας, όπως, για παράδειγμα,  ενιαίο έργο ταμίευσης και εκσυγχρονισμού των αρδευτικών δικτύων στη Θεσσαλία και την Κεντρική Ελλάδα, Τράπεζα Γης, πολυετείς συμβάσεις παραγωγής, με εγγυημένη ποσότητα και τιμή που δεν θα καθορίζεται μονομερώς, αλλαγή του τρόπου οργάνωσης  της παραγωγής  με «πρότυπό μας οι συνεταιρισμοί που ελέγχουν ολόκληρη την αλυσίδα, από το χωράφι μέχρι το ράφι, και παραμένουν ιδιοκτησία των ίδιων των παραγωγών»,  «Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης» κλπ.

Υπενθυμίζω ότι πριν από ένα περίπου χρόνο (1 και 2 Νοεμβρίου του 2025) την ίδια περιοδεία στη Θεσσαλία είχε κάνει και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ Νίκος Ανδρουλάκης, όπου επανέλαβε τη στρατηγική του ΠΑΣΟΚ για την ενίσχυση της ελληνικής υπαίθρου, που είχε παρουσιάσει προηγουμένως στη ΔΕΘ  το 2025 και, στη συνέχεια, στη ΔΕΘ του 2026, στη Βουλή και σε διάφορες άλλες εκδηλώσεις.

Είχε κάνει κι εκείνος εύστοχες διαπιστώσει ότι «χωρίς τον πρωτογενή τομέα, η Ελλάδα δεν θα σταθεί ποτέ όρθια λόγω της γεωγραφίας της», ότι «θα καταρρεύσει και οικονομικά και δημογραφικά» και ότι «γυρνάμε όλη την Ελλάδα και συναντάμε χέρσα χωράφια και έρημα χωριά», τονίζοντας ότι αυτό  «είναι το έργο της Νέας Δημοκρατίας» μόνο, ενώ είναι όλων!

Η παραγωγικότητα

Σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις και ο κ. Ανδρουλάκης, όπως και ο κ. Τσίπρας πρότειναν και προτείνουν πολύ ενδιαφέροντα μέτρα, όπως προστασία της αγροτικής γης και των συνεταιρισμών από τα funds, κατάρτιση αγροτών, σύνδεση της αγροτικής εκπαίδευσης με την καινοτομία, μέσω συνεργασιών με πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και αγροτικούς φορείς, ενίσχυση των νέων  αγροτών, μείωση του κόστους παραγωγής και άλλα.

Δυστυχώς, όλα αυτά τα πολύ ενδιαφέροντα αποτελούν μέτρα πρωθύστερα και, καθώς δεν αγγίζουν καθόλου σχεδόν τα επί δεκαετίες διαρθρωτικά προβλήματα  του ελληνικού πρωτογενούς τομέα και της παραγωγικότητας, θα συντριβούν εν τη γενέσει τους ακόμα κι αν υλοποιηθούν.

Απογοήτευση επί σειράν ετών στη γεωργία

Οι διαπιστώσεις που προκύπτουν από την εξέταση των στοιχείων των δύο παρατιθέμενων πινάκων είναι απογοητευτικές και συμπυκνώνονται στο ακόλουθο βασικό συμπέρασμα: είτε σε περιόδους κρίσης, είτε σε περίοδο μνημονίων, οι μεταβολές των απολαβών των αγροτών από την παραγωγή τους είναι κατά κανόνα αρνητικές, ενώ των δαπανών κατά κανόνα θετικές (μόνιμα σχεδόν υψηλό το κόστος παραγωγής, όπως και τον περασμένο Αύγουστο).

Την ίδια ώρα η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (ΑΠΑ) από τη γεωργία είναι σταθερά σχεδόν στα 6 δις. ευρώ όπως σταθερή είναι και η συμμετοχή της στη συνολική ΑΠΑ γύρω στο 4%, με το παράδοξο εύρημα ότι η συμμετοχή του εμφανίζεται να αυξάνεται σταδιακά από το πρώτο κιόλας έτος της κρίσης και του πρώτου μνημονίου.

Σημειώνω ότι η ΑΠΑ είναι βασικός οικονομικός δείκτης που μετρά την αξία των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια οικονομία, αφαιρώντας το κόστος των πρώτων υλών και των υπηρεσιών που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή τους (ενδιάμεση ανάλωση) και συμμετέχει, μαζί με τους φόρους, στη διαμόρφωση του ΑΕΠ, μετά την αφαίρεση   των επιδοτήσεων.

Τα βασικά προβλήματα παραγωγικότητας

Πολλές, λοιπόν, μελέτες και εκθέσεις (μεταξύ των οποίων και η γνωστή, της Επιτροπής Πισσαρίδη) επί δεκαετίες και πρόσφατα ματαίως επισημαίνουν ότι τα βασικά και μόνιμα (χωρίς  καμιά σχεδόν θεραπεία) διαρθρωτικά  προβλήματα του ελληνικού πρωτογενούς τομέα είναι, τα ακόλουθα:

Ο μικρός και κομματιασμένος σε πολλά τεμάχια κλήρος, η μεγάλη εξάρτηση από επιδοτήσεις,η χαμηλή οργάνωση συνεταιρισμών, η περιορισμένη αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας, η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, το υψηλό κόστος παραγωγής, η έλλειψη εργατών γης, οι ελληνοποιήσεις και ο αθέμιτος ανταγωνισμός, οι ζωονόσοι και η κλιματική αλλαγή.

Αναλυτικότερα, η Ελλάδα διαθέτει από τους μικρότερους και πιο κατακερματισμένους αγροτικούς κλήρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (μετά τη Μάλτα, τη Ρουμανία και την Κύπρο), γεγονός που περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας και τη μηχανοποίηση. Σημειώνεται ότι περίπου το 65% της συνολικής  απόδοσης  του πρωτογενούς προέρχεται από περιορισμένο αριθμό μεγαλύτερων εκμεταλλεύσεων, ενώ αριθμητικά κυριαρχούν μικροί και κατακερματισμένοι κλήροι.

Το μικρό μέγεθος των αγροτεμαχίων στη χώρα οφείλεται στην ιδιαίτερη μορφολογία του εδάφους, την έλλειψη επαρκούς χωρικής οργάνωσης και στην επικράτηση παραδοσιακών προτύπων κληρονομιάς και ιδιοκτησίας που οδηγούν σε εξαιρετικά μικρό αγροτικό κλήρο.

Οι επιδοτήσεις

Το δεύτερο πρόβλημα είναι η μεγάλη εξάρτηση από επιδοτήσεις χωρίς επαρκή σύνδεση με την παραγωγικότητα,  με προβλήματα χρηματοδότησης και διαχείρισης:Η υψηλή εξάρτηση από επιδοτήσεις, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι αυτές προέρχονται κατά βάση από κοινοτικούς πόρους με προβλήματα διαχείρισης (ΟΠΕΚΕΠΕ, ΕΛΓΑ), αποτελεί σημαντική δομική αδυναμία του εγχώριου τομέα.

Επίσης, η χαμηλή παραγωγικότητα έχει ως αποτέλεσμα και πολύ χαμηλό εισόδημα από παραγωγικές διαδικασίας για τα αγροτικά νοικοκυριά και αυξημένη ανάγκη για στήριξη των εκμεταλλεύσεων με επιδοτήσεις.

Παράλληλα έχουμε χαμηλή οργάνωση συνεταιρισμών και  περιορισμένη αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας, ενώ γερνάει ο αγροτικός πληθυσμός. Έχουν μεγάλη ηλικία οι αγρότες και πάσχουμε από έλλειψη νέων ανθρώπων καθώς δεν εισέρχονται στο επάγγελμα. Παράλληλα έχουμε και έλλειψη κατάρτισης και σύγχρονων γνώσεων διαχείρισης. Καταγράφεται έλλειψη εργατών γης και μόνιμη δυσκολία εύρεσης εργατικών χεριών για τις εποχικές αγροτικές εργασίες (συγκομιδή, τρύγος κ.λπ.).

Το κόστος παραγωγής

Είναι υψηλό το κόστος παραγωγής για ενέργεια, λιπάσματα, εφόδια και καύσιμα. Έχει αυξηθεί κι αυξάνεται δραματικά (Βλ. πίνακα 1) καθιστώντας τα ελληνικά προϊόντα λιγότερο ανταγωνιστικά. Έχουμε και τις ελληνοποιήσεις και τον αθέμιτο ανταγωνισμό: παράνομη «ελληνοποίηση» εισαγόμενων προϊόντων από τρίτες χώρες (όπως η Τουρκία) που παράγουν με πολύ χαμηλότερα κόστη και λιγότερους περιορισμούς, πιέζει τις τιμές των εγχώριων παραγωγών.

Σαν να μην έφθαναν αυτά, έχουμε και ζωονόσους και κλιματική κρίση. Η εμφάνιση ζωονόσων που οδηγούν σε  θανατώσεις ζωικού κεφαλαίου, καθώς και οι επιπτώσεις ακραίων καιρικών φαινομένων (όπως η κακοκαιρία Daniel) πλήττουν τη βιωσιμότητα της κτηνοτροφίας και της γεωργίας.

«Άλλα λόγια ν΄αγαπιόμαστε»

Ύστερα απ΄αυτά, που έχουν προκαλέσει επί δεκαετίες «γεωργοκτονία», θα περίμενε κανείς από έναν πρώην πρωθυπουργό και από τον πρόεδρο ενός μεγάλου κόμματος, του ΠΑΣΟΚ, που κυβέρνησε τη χώρα και γνωρίζει καλά τα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα, τα σχέδιά τους να περιελάμβαναν, πέρα από αυτά που ανακοινώνουν, ενδεικτικά τα ακόλουθα μέτρα που έχουν προτείνει και προτείνουν συνεχώς μελέτες και εκθέσεις:

  • Μεγέθυνση και εκσυγχρονισμό: Παροχή κινήτρων για τη συνένωση ή συνεργασία αγροτικών εκμεταλλεύσεων και τη δημιουργία βιώσιμων σχημάτων έως το 2030.
  • Επένδυση στην τεχνολογία και την ευφυή γεωργία: Εισαγωγή ψηφιακών εργαλείων, καινοτομίας και γεωργίας ακριβείας για μείωση του κόστους και αύξηση της απόδοσης.
  •  Εξωστρέφεια και ταυτότητα προϊόντων: Στροφή σε ποιοτικά προϊόντα με ισχυρή ταυτότητα και καλύτερη διασύνδεση του αγροδιατροφικού τομέα με τον τουρισμό, με βελτίωση του ανθρώπινου δυναμικού και ενίσχυση της συνεργασίας με πανεπιστήμια και την ερευνητική κοινότητα.
  • Αξιοποίηση εργατικού δυναμικού: Αντιμετώπιση της έλλειψης εργαζόμενων χεριών μέσω  νόμιμης μετανάστευσης και πολιτικών απασχόλησης.
  • Αξιοποίηση βιοποικιλότητας: Η Ελλάδα διαθέτει το έκτο μεγαλύτερο σε έκταση δίκτυο περιοχών Natura στην ΕΕ και ιδιαίτερα πλούσια βιοποικιλότητα λόγω της γεωγραφικής της θέσης, του πολυσχιδούς ανάγλυφού της και της ποικιλομορφίας των τοπίων της.
  • Τουρισμό σε σχέση με την προστασία χλωρίδας και πανίδας: Ο αγροτουρισμός, που έχει αξιοποιηθεί ιδιαίτερα σε άλλες χώρες της ΕΕ με παρόμοια κλιματικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά (π.χ. Ιταλία, Ισπανία). 
  • Ενίσχυση του πολιτισμού. Αν και ο τομέας πολιτισμού στην Ελλάδα διαθέτει ισχυρή βάση και συγκριτικά πλεονεκτήματα, διαφαίνεται σημαντική υστέρηση στην ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς, στη νέα παραγωγή και στη διασύνδεσή τους με την οικονομία και τις νέες τεχνολογίες. 

Χιονοστιβάδα χρεών αγροτικών συνεταιρισμών

Άφησα για το τέλος  τις αναφορές  τόσο του κ. Τσίπρα όσο και του κ. Ανδρουλάκη για τον ρόλο – «πρότυπο» των συνεταιρισμών στην «αλλαγή του τρόπου οργάνωσης  της παραγωγής». Αλλά, όπως προκύπτει από την πικρή επί δεκαετίες λειτουργία τους και μελέτες, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί στην Ελλάδα αποτελούν «πρότυπο» αναποτελεσματικής  οργάνωσης,  σ’  αντίθεση με πολλά επιτυχημένα παραδείγματα του εξωτερικού.

Οι συνεταιρισμοί στην Ελλάδα δεν αποτέλεσαν ποτέ σχεδόν ενώσεις παραγωγών επιχειρηματικού χαρακτήρα , αλλά μηχανισμούς διανομής εθνικών και κοινοτικών πόρων και εργαλεία άσκησης πολιτικής πίεσης με χιονοστιβάδα χρεών. Η απουσία αυτονομίας των συνεταιρισμών και η «πυραμιδωτή» δομή διοίκησής τους χαρακτηρίζουν περισσότερο τη δραστηριότητα επαγγελματικών ενώσεων, παρά οργανωμένων επιχειρηματικών σχημάτων, όπως θα αναφέρω στη συνέχεια.

Επίσης, ο ρόλος του συνεταιρισμού για την προώθηση των γεωργικών προϊόντων στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα περιορισμένος, καθώς  μόλις περίπου 8% των προϊόντων διακινούνται μέσα από συνεταιρισμούς στη χώρα, έναντι 49% στην ΕΕ.

Πατέντα της Ελλάδας τα κόμματα

Σημειώνω ότι  η δραστηριότητα των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων  είχε δημιουργήσει επί δεκαετίες χιονοστιβάδα χρεών, η οποία οφειλόταν, όπως αποκάλυπτα με άρθρα μου στον “Οικονομικό Ταχυδρόμο” πριν από περίπου 30 χρόνια, στην κομματικοποίησή τους με τον Νόμο 1541/1985, η οποία, όπως αποκάλυπτε πάλι ο “Οικονομικός Ταχυδρόμος” τον Δεκέμβριο του 1987 διεκδικούσε παγκόσμια  πρωτοτυπία.

Τότε, επισημαινόταν ότι για πρώτη φορά σε όλον τον κόσμο επιβλήθηκε  η ανάδειξη των διοικήσεων και των αντιπροσώπων των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων με τη μέθοδο των … παραταξιακών συνδυασμών,αφού οι αγρότες μας υποχρεώθηκαν να ψηφίζουν συνδυασμούς που καταρτίζονταν με καθαρά κομματικές σκοπιμότητες.

Αυτή την χιονοστιβάδα χρεών του αγροτικού τομέα και, φυσικά, των συνεταιριστικών οργανώσεων  στην ελληνική οικονομία από την κομματικοποίηση των αγροτικών θεμάτων, είχε ήδη αποκαλύψει σε άρθρο μου  στον “Οικονομικό Ταχυδρόμο” (27 Αυγούστου του 1987), υπό τον τίτλο «Το αγροτικοσυνεταιριστικό άγος!» με τα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, στοιχεία:

  • Η ΠΑΣΕΓΕΣ έπαιρνε από το υπουργείο Γεωργίας ως επιχορήγηση 120.000.000 δραχμές!
  • Η ΠΑΣΕΓΕΣ έπαιρνε και από το τότε υπουργείο Προεδρίας άλλα 2.000.000 εκατ. δραχμές!
  • Στις 31 Δεκεμβρίου 1986 οι συνολικές οφειλές των συνεταιριστικών οργανώσεων προς την Αγροτική Τράπεζα ανέρχονταν σε 317 περίπου δις. δραχμές.  Από αυτές, 277 δις. ήταν βραχυπρόθεσμες (από τις οποίες… 89 δις. ληξιπρόθεσμες και 180 περίπου δις. άληκτες) και 40 δις. περίπου μεσομακροπρόθεσμες (8 περίπου δις. ληξιπρόθεσμες και 32 δις. περίπου άληκτες).
  • Ουδέποτε οι συνεταιριστικές οργανώσεις προσπάθησαν να λειτουργήσουν ως οικονομικές μονάδες, διότι ουδέποτε προέβησαν σε αύξηση των κεφαλαίων τους για την κάλυψη των ζημιών τους, διότι περίμεναν να τις καλύψει ή να τις διαγράψει το κράτος.

Σημειώνω  ότι μέχρι το 1962, η τακτική της ρύθμισης ληξιπρόθεσμων αγροτικών χρεών ήταν άγνωστη. Η πρώτη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων αγροτικών χρεών έγινε το 1963 (έως τις 31 Δεκεμβρίου 1962) με απαλλαγή των αγροτών από τον τόκο υπερημερίας και την πληρωμή τους σε οκτώ ετήσιες δόσεις και με επιτόκιο 4%! Υπενθυμίζω  ότι τότε προβλεπόταν η κήρυξη όλου του δανείου ως απαιτητού σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής έστω και μιας δόσης!

  • Το 1965 ακολούθησε η ρύθμιση ληξιπρόθεσμών οφειλών έως τις 31 Δεκεμβρίου 1962 των συνεταιριστικών οργανώσεων.
  • Το 1968 έγινε  διαγραφή χρεών μέχρι 100.000 δραχμών και αφορούσε ληξιπρόθεσμες και άληκτες  οφειλές φυσικών και νομικών προσώπων που υπήρχαν έως τις 31 Μαρτίου 1968.
  • Ρυθμίσεις επαναλήφθηκαν το  1978, 1981, 1984 και το 1985.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx