Ποια νομικά όπλα διαθέτει η Ελλάδα απέναντι στην Λιβύη
23/10/2026
Η έγκριση, στις 20 Οκτωβρίου 2026, του τουρκολιβυκού Μνημονίου του 2019 από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης – υπό τον έλεγχο της οικογένειας Χαφτάρ – επαναφέρει στο προσκήνιο τις νομικές και γεωπολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Η διαχρονική πολιτική της Ελλάδος σε ότι αφορά την εφαρμογή της Διεθνούς Συμβάσεως περί του Δικαίου της Θαλάσσης του 1982 (UNCLOS ) αναφορικά με την Τουρκία είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους.
Μια εναλλακτική νομική οδός, που δεν έχει αναλυθεί στο παρελθόν, είναι να εξεταστεί αν η υπογραφή, χωρίς επικύρωση, της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (UNCLOS) από τη Λιβύη, συνεπάγεται υποχρέωση αποχής από πράξεις που ματαιώνουν το αντικείμενο και τον σκοπό της, βάσει του άρθρου 18 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών. Θα μπορούσε άραγε η υποχρέωση αυτή να αξιοποιηθεί σε διαδικασία διεθνούς επίλυσης διαφορών, με σκοπό την αναχαίτιση της τουρκικής νομικής τακτικής και την ακύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου;
Η Λιβύη υπέγραψε την UNCLOS στις 3 Δεκεμβρίου 1984, χωρίς να την επικυρώσει. Συνεπώς, δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της και δεν υπάγεται αυτοδίκαια στο σύστημα υποχρεωτικής επίλυσης διαφορών του Μέρους XV της UNCLOS. Όμως το άρθρο 18(α) της Σύμβασης της Βιέννης – την οποία έχει επικυρώσει η Λιβύη – προβλέπει ότι κράτος το οποίο έχει υπογράψει συνθήκη υπό την επιφύλαξη επικύρωσης οφείλει να απέχει από πράξεις που θα ματαίωναν το αντικείμενο και τον σκοπό της, έως ότου καταστήσει σαφή την πρόθεσή του να μη γίνει συμβαλλόμενο μέρος.
Επομένως, η Ελλάδα μπορεί να υποστηρίξει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο, στον βαθμό που επιχειρεί να οριοθετήσει θαλάσσιες ζώνες, χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη τα δικαιώματα τρίτων κρατών και τις αρχές της θαλάσσιας οριοθέτησης, εγείρει ζήτημα συμβατότητας με το αντικείμενο και τον σκοπό της UNCLOS.
Η θέση αυτή, ωστόσο, δεν αρκεί να στηριχθεί στην απλή ύπαρξη του Μνημονίου, ή στη διαφωνία της Ελλάδας με τη γραμμή οριοθέτησης. Το άρθρο 18 δεν απαγορεύει κάθε πράξη που ενδέχεται να είναι ασύμβατη με επιμέρους διάταξη μιας συνθήκης, αλλά απαιτεί, μεταξύ άλλων, να τεκμηριωθεί ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά ματαιώνει το αντικείμενο και τον σκοπό της συνολικά ή κατά ουσιώδη τρόπο.
Η Ελλάδα θα μπορούσε, συνεπώς, να εξετάσει συγκεκριμένες συνέπειες του Μνημονίου για την άσκηση των δικαιωμάτων της, περιλαμβανομένων των επιπτώσεων σε έργα ενεργειακής διασύνδεσης, όπως ο Great Sea Interconnector, ή άλλα ενεργειακά projects νοτίως της Κρήτης.
UNCLOS: Τι προβλέπει το Παράρτημα VII
Με ποιόν τρόπο μπορεί λοιπόν να θεμελιωθεί διαιτητική δικαιοδοσία, βάσει της διαδικασίας του Παραρτήματος VII της UNCLOS; Το άρθρο 286 της UNCLOS προβλέπει προσφυγή στις υποχρεωτικές διαδικασίες του Μέρους XV, όταν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις. Το άρθρο 287 προσδιορίζει τις διαθέσιμες διαδικασίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η διαιτησία του Παραρτήματος VII. Ωστόσο, το άρθρο 291(1) ορίζει ότι οι διαδικασίες του Μέρους XV είναι ανοικτές στα συμβαλλόμενα μέρη, ενώ το άρθρο 1 του Παραρτήματος VII συνδέει την έναρξη της διαιτησίας με την τήρηση του Μέρους XV.
Πρόσθετο κώλυμα είναι η δήλωση της Ελλάδας της 16ης Ιανουαρίου 2015 βάσει του άρθρου 298 UNCLOS. Βάσει αυτής, η Ελλάδα εξαιρεί από τις διαδικασίες του Μέρους XV, Τμήμα 2, που αφορούν τις υποχρεωτικές διαδικασίες που συνεπάγονται δεσμευτικές αποφάσεις σχετικά με την ερμηνεία ή/και την εφαρμογή των άρθρων 15, 74 και 83, που αφορούν τη θαλάσσια οριοθέτηση. Εντούτοις, το άρθρο 298 προβλέπει δυνατότητα ανάκλησης της δήλωσης. Η επιλογή της ανάκλησης θα μπορούσε να εξεταστεί ως ζήτημα στρατηγικής και νομικής πολιτικής, αφού αξιολογηθούν οι συνέπειές της για το σύνολο των σχετικών διαφορών.
Εκ του συνόλου των ανωτέρω συνάγεται ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να υποβάλλει αίτημα με το οποίο να καλεί το Διαιτητικό Δικαστήριο της UNCLOS να εξετάσει τις υποχρεώσεις της Λιβύης ως υπογράφοντος κράτους. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η Λιβύη δεν μπορεί να επικαλείται τη μη επικύρωση ως επαρκή απάντηση σε διαδικασία που αφορά συμπεριφορά, η οποία φέρεται να ματαιώνει το αντικείμενο και τον σκοπό της συνθήκης που υπέγραψε.
Το Διαιτητικό Δικαστήριο θα κληθεί, με αυτόν τον τρόπο, να θεμελιώσει το ίδιο τη δικαιοδοσία του. Ο “χρυσός” κανόνας που μπορεί να κρίνει την τύχη της προσφυγής είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 9 του Παραρτήματος VII της UNCLOS, το Διεθνές Δικαστήριο οφείλει να βεβαιωθεί ότι έχει δικαιοδοσία ακόμη και αν το εναγόμενο κράτος δεν εμφανιστεί. Επομένως, η Ελλάδα θα μπορούσε να κινήσει τη διαδικασία και να ζητήσει κρίση επί της δικαιοδοσίας.
Η συμφωνία Λιβύης-Μάλτας
Επίσης, το σκεπτικό της απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην υπόθεση Continental Shelf (Libya/Malta) (1985) παρέχει μια χρήσιμη αναλογία. Το Δικαστήριο εξέτασε διατάξεις της UNCLOS, μολονότι η Σύμβαση δεν είχε ακόμη τεθεί σε ισχύ μεταξύ των διαδίκων χωρών Λιβύης και Μάλτας.
Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση στηριζόταν σε ειδική συμφωνία μεταξύ Λιβύης και Μάλτας, επομένως η συγκεκριμένη απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο που να θεμελιώνει δικαιοδοσία επί της επίλυσης διαφορών χωρίς συναίνεση, μόνο και μόνο επειδή η Λιβύη έχει υπογράψει την UNCLOS. Εντούτοις, η ανωτέρω υπόθεση δείχνει ότι η UNCLOS είναι κρίσιμη σε κάθε περίπτωση όσον αφορά στο εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο της επίδικης θαλάσσιας οριοθέτησης, ακόμα και ελλείψει επικύρωσής της από πλευράς Λιβύης.
Συμπερασματικά, η ως άνω συλλογιστική προσφέρει μια καινοτόμο νομική οδό για την Ελλάδα. Η αποτελεσματικότητά της προϋποθέτει να αποδειχθεί η συγκεκριμένη συμπεριφορά που φέρεται να ματαιώνει το αντικείμενο και τον σκοπό της UNCLOS από πλευράς Λιβύης. Μήπως έφθασε η ώρα να αλλάξουμε σελίδα και να εκμεταλλευτούμε το λάθος τακτικής που έκανε η Τουρκία με την εμπλοκή της Λιβύης, στην εξίσωση της διαφοράς μας επί της ΑΟΖ;
Ο Γεώργιος Δασκαλούλης είναι διεθνολόγος-νομικός





