Θα πετύχει την επανένωση της Λιβύης η Τουρκία; – Ο Σ. Χαφτάρ στην Άγκυρα
24/10/2026
Η πληροφορία ότι ο υπουργός Άμυνας της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Τρίπολης, Αμπντουσσάλαμ Ζούμπι, και ο αναπληρωτής “Αρχιστράτηγος” της Ανατολικής Λιβύης Σαντάμ (υιός) Χαφτάρ, από την πλευρά της Βεγγάζης – οι οποίοι βρίσκονται στην Άγκυρα – θα υπογράψουν συμφωνία για την ενοποίηση όλων των δυνάμεων και των πολιτοφυλακών σε ενιαίο Στρατό, εφόσον επιβεβαιωθεί, σηματοδοτεί μια εξέλιξη με ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα.
Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη στρατιωτική συνάντηση. Πρόκειται για την ενδεχόμενη σύγκλιση δύο και πλέον στρατιωτικών μηχανισμών που επί χρόνια μάχονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα, με την Τουρκία να αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδικασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η Λιβύη θα αποκτήσει έναν ενιαίο στρατό. Είναι ποιος θα διαμορφώσει τη δομή, την ηγεσία, τις επιχειρησιακές προτεραιότητες και τις εξωτερικές στρατηγικές σχέσεις αυτού του Στρατού.
Η Άγκυρα από το 2019, με την υπογραφή του τουρκολιβυκού Μνημονίου και τη στρατιωτική της παρέμβαση υπέρ της κυβέρνησης της Τρίπολης, έχει επενδύσει συστηματικά στην απόκτηση στρατηγικού βάθους στη Βόρεια Αφρική. Η μόνιμη σημαντική τουρκική στρατιωτική παρουσία, οι συμφωνίες συνεργασίας, η εκπαίδευση και η υποστήριξη των δυνάμεων της δυτικής Λιβύης, δημιούργησαν ένα πλέγμα επιρροής, το οποίο η Άγκυρα επιδιώκει να μετατρέψει σε μακροπρόθεσμο πολιτικό και στρατηγικό κεφάλαιο.
Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη ιστορική διάσταση που δεν πρέπει να παραγνωρίζεται: Η Τουρκία ήταν εκείνη που συνέβαλε αποφασιστικά στην ανακοπή της προέλασης του Χαλίφα Χαφτάρ προς την Τρίπολη, το 2019-2020. Με τη στρατιωτική της υποστήριξη προς τις δυνάμεις της δυτικής Λιβύης, η Άγκυρα άλλαξε τον συσχετισμό στο πεδίο των επιχειρήσεων, υποχρεώνοντας τον Χαφτάρ να εγκαταλείψει την προσπάθεια κατάληψης της πρωτεύουσας και να υποχωρήσει από σημαντικές θέσεις στη δυτική Λιβύη.
Αυτή η εξέλιξη είχε βαθύτερες πολιτικές συνέπειες. Για τις δυνάμεις της ανατολικής Λιβύης, η Τουρκία δεν ήταν απλώς ένας ξένος παράγοντας που υποστήριζε την αντίπαλη κυβέρνηση. Ήταν η δύναμη που είχε ανατρέψει τα στρατιωτικά τους σχέδια και είχε αποτρέψει την επικράτησή τους στην Τρίπολη.
Η Τουρκία αρχιτέκτονας της νέας Λιβύης
Η σημερινή προσπάθεια προσέγγισης, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτονόητη συμφιλίωση. Αποτελεί μια εντυπωσιακή ανατροπή συσχετισμών, η οποία αποκαλύπτει πόσο αποφασισμένη είναι η Άγκυρα να μετατρέψει την προηγούμενη στρατιωτική της επικράτηση σε μακροχρόνια πολιτική επιρροή σε ολόκληρη την Λιβύη, κάτι που πολλοί αναλυτές είχαμε επισημάνει.
Εάν σήμερα η Τουρκία είναι ο αρχιτέκτονας της προσέγγισης μεταξύ Τρίπολης και Βεγγάζης, αυτό δεν αποτελεί απλώς διπλωματική επιτυχία. Αποτελεί ένδειξη ότι η στρατιωτική επιρροή μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική διαμεσολάβηση και, τελικά, στην ενοποίηση και των κρατικών θεσμών των δύο κέντρων εξουσίας στην Λιβύη, στην Τριπολίτιδα και στην Κυρηναϊκή. Όλα δείχνουν ότι η Άγκυρα κερδίζει το στρατηγικό στοίχημα.
Κυρηναϊκή-Τουρκία: Από την εχθρότητα στην προσέγγιση
Η ενδεχόμενη συμφωνία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν εξεταστεί μέσα από το ιστορικό και κοινωνικό υπόβαθρο της ανατολικής Λιβύης. Στην Κυρηναϊκή, σημαντικά φυλετικά και πολιτικά κέντρα εξουσίας διατηρούσαν επί χρόνια έντονη καχυποψία απέναντι στην Τουρκία. Η στρατιωτική παρέμβαση της Άγκυρας υπέρ της Τρίπολης, κατά την προέλαση του Χαφτάρ, ενίσχυσε αυτή την αντιπαλότητα.
Παράλληλα, υπήρχε ιστορική και πολιτική δυσπιστία απέναντι στα διοικητικά κέντρα της δυτικής χώρας, κυρίως στην Τρίπολη και τη Μισράτα. Η δυσπιστία αυτή συνδεόταν, μεταξύ άλλων, με την αντίληψη ότι οι πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ της δυτικής Λιβύης διατηρούσαν, λόγω οθωμανικής καταγωγής των ελίτ, ισχυρούς δεσμούς με την Τουρκία!
Ενίοτε σε κάποιους κύκλους η αντι-τουρκική στάση εκφραζόταν μάλιστα με ιστορικούς και πολιτισμικούς όρους, μέσα από αναφορές στην οθωμανική περίοδο και στην αντίθεση προς όσους θεωρούνταν πολιτικοί ή ιδεολογικοί συνεχιστές της οθωμανικής επιρροής στη δυτική χώρα. Αν και οι αντιλήψεις αυτές δεν εκφράζουν ομοιόμορφα όλες τις φυλές, ή όλους τους κατοίκους της Κυρηναϊκής, αποτελούν, σημαντικό στοιχείο του πλαισίου μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η αντιπαράθεση με την Τουρκία.
Γι’ αυτό και η σημερινή προσέγγιση της Άγκυρας με την οικογένεια Χαφτάρ και παράγοντες στην Βεγγάζη είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη. Η Τουρκία επιχειρεί να ξεπεράσει, όχι μόνο μια στρατιωτική αντιπαράθεση, αλλά και μια βαθιά πολιτική καχυποψία. Το ερώτημα είναι εάν αυτή η προσέγγιση βασίζεται σε πραγματική στρατηγική σύγκλιση, ή εάν αποτελεί μια τακτική συμφωνία που εξυπηρετεί τις ανάγκες των εμπλεκομένων πλευρών.
Τα Εμιράτα και ο Χαφτάρ
Η προσέγγιση της Άγκυρας με την πλευρά της Βεγγάζης δεν μπορεί να εξεταστεί χωρίς τον ρόλο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Τα ΗΑΕ διατηρούν επί χρόνια σημαντικές σχέσεις με τον Χαλίφα Χαφτάρ και το στρατιωτικό περιβάλλον της ανατολικής Λιβύης. Η επιρροή τους συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού ισλαμιστικών πολιτικών δικτύων, την ασφάλεια της Βόρειας Αφρικής και την ευρύτερη αντιπαράθεση με την Τουρκία σε περιφερειακά μέτωπα.
Η πιθανή σύγκλιση του Σαντάμ Χαφτάρ με την Άγκυρα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η ανατολική Λιβύη εγκαταλείπει τις παραδοσιακές της σχέσεις. Ούτε ότι τα Εμιράτα αποδέχονται χωρίς όρους, μια νέα τουρκική πρωτοκαθεδρία. Ίσως να πρόκειται για μία… ανταγωνιστική συνεννόηση. Η Τουρκία αναλαμβάνει τον κεντρικό ρόλο στη στρατιωτική ενοποίηση, ενώ τα Εμιράτα θα διατηρήσουν την επιρροή τους μέσα από τις πολιτικές και στρατιωτικές δομές της ανατολικής Λιβύης.
Ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης της Τρίπολης, Αμπντουλχαμίντ Νταμπέιμπα, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια δύσκολη επιλογή. Εάν επιδιώξει να εμποδίσει την επιτάχυνση της διαδικασίας ενοποίησης, κινδυνεύει να απομονωθεί από μια νέα περιφερειακή δυναμική, στην οποία η Τουρκία διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Εάν, από την άλλη πλευρά, αποδεχθεί μια συμφωνία που θα περιορίζει τον δικό του έλεγχο στις στρατιωτικές δομές της δυτικής Λιβύης, μπορεί να υπονομεύσει τη βάση εξουσίας του.
Κίνδυνοι για την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η πιθανή ενοποίηση του λιβυκού στρατού αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω του τουρκολιβυκού Μνημονίου. Αυτό χρησιμοποιείται από την Άγκυρα και την κυβέρνηση της Τρίπολης για να προβάλλονται διεκδικήσεις θαλάσσιας δικαιοδοσίας που δεν λαμβάνουν υπόψη τα ελληνικά νησιά, κατά τον τρόπο που επιβάλλει το Διεθνές Δίκαιο!
Η δημιουργία ενός ενιαίου Λιβυκού Στρατού δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την περαιτέρω ισχυροποίηση του Μνημονίου! Όμως, μετά και από την επικύρωση του από την Βουλή των Αντιπροσώπων στο Τομπρούκ, θα μπορούσε να προσφέρει στην Τουρκία πρόσθετο πολιτικό επιχείρημα, ότι οι θεσμοί της χώρας έχουν πλέον κοινή κατεύθυνση και ότι οι συμφωνίες με την Άγκυρα αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιορίζεται στην επανάληψη ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι άκυρο ή παράνομο. Οφείλει να αποτρέψει την πολιτική και θεσμική του κανονικοποίηση μέσα από τη νέα λιβυκή πραγματικότητα, χωρίς περαιτέρω διπλωματική αδράνεια.
Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα
Η επιχείρηση ενοποίησης των στρατιωτικών θεσμών της Λιβύης δεν είναι απλώς μια προσπάθεια αποκατάστασης της κρατικής συνοχής. Είναι μια γεωπολιτική αναμέτρηση για τον έλεγχο των στρατηγικών επιλογών της χώρας, με την Τουρκία να πρωτοστατεί και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να διεκδικούν τον δικό τους ρόλο.
Η Λιβύη έχει ανάγκη από σταθερούς θεσμούς, ενιαίες ένοπλες δυνάμεις και μια πολιτική διαδικασία που θα τερματίσει τον κατακερματισμό της εξουσίας. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Ο τρόπος όμως με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η ενοποίηση, οι εξωτερικές δυνάμεις που θα την υποστηρίξουν και οι στρατηγικές σχέσεις που θα δημιουργηθούν θα καθορίσουν το μέλλον της χώρας.
Η Τουρκία φαίνεται να επιδιώκει να μετατρέψει τη στρατιωτική της παρουσία σε μακροχρόνια θεσμική επιρροή. Τα Εμιράτα, από την πλευρά τους, θα επιχειρήσουν να διατηρήσουν τη δική τους θέση μέσα σε μια νέα ισορροπία. Το χειρότερο σενάριο για εμάς στην Ελλάδα δεν είναι απλώς μια ισχυρότερη Τουρκία στη Λιβύη. Είναι μια Λιβύη που, έχοντας αποκτήσει ενιαίες στρατιωτικές δομές, θα χρησιμοποιεί αυτές τις δομές για να υποστηρίζει τις στρατηγικές επιλογές της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Αθήνα οφείλει να κινηθεί πριν η νέα πραγματικότητα παγιωθεί. Γιατί, εάν η στρατιωτική ενοποίηση εξελιχθεί σε πολιτική και στρατηγική ενοποίηση υπό τουρκική επιρροή, τότε η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα και πολύ δυσκολότερη γεωπολιτική εξίσωση.





