ΣΧΟΛΙΟ

Ξεκαβαλίκεψε Κυριάκο… – Δάσκαλε που δίδασκες…

Ξεκαβαλίκεψε Κυριάκο... – Δάσκαλε που δίδασκες... Ιωάννης Τράτσης
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/Αλέξανδρος Μπελτές

Η δημόσια προτροπή της Ντόρας Μπακογιάννη στις 22 Σεπτεμβρίου 2026 προς τα κυβερνητικά στελέχη να “ξεκαβαλικέψουν” επειδή η αλαζονεία έχει αρχίσει να κουράζει τους πολίτες, επανέφερε στο προσκήνιο μια συζήτηση τόσο παλιά όσο και η ίδια η εξουσία. Δεν είναι η πρώτη φορά που το “σύνδρομο του καβαλάρη” απασχολεί την πολιτική μας ζωή.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει επικαλεστεί επανειλημμένα τη γνωστή κρητική μαντινάδα ως “οδηγό συμπεριφοράς”, στέλνοντας μηνύματα κατά της έπαρσης. Όταν όμως οι “νουθεσίες” δεν μετουσιώνονται σε πράξη από τον ίδιο τον εκφραστή τους, η λαϊκή συνείδηση επιστρατεύει μια άλλη, πιο αμείλικτη ρήση: “Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις”.

Πώς φτάσαμε όμως από τους “έφιππους άρχοντες” του παρελθόντος στη σύγχρονη κυβερνητική αλαζονεία; Η παροιμία αυτή παραμένει διαχρονική γιατί το “καβαλίκεμα” άλλαξε μορφή (σήμερα μπορεί να είναι μια βουλευτική καρέκλα, μια διευθυντική θέση ή ένα ακριβό αυτοκίνητο), αλλά η ανθρώπινη αλαζονεία της εξουσίας παραμένει ακριβώς η ίδια. 

Όπως προκύπτει από τη συζήτηση των μελετητών της γλώσσας, η φράση αυτή είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στην ελληνική ψυχοσύνθεση που τη συναντάμε σε διάφορες περιοχές και με διαφορετικές παραλλαγές, αποδεικνύοντας ότι το “σύνδρομο του καβαλάρη” απασχολούσε ανέκαθεν τον λαό μας.

Το “σύνδρομο του καβαλάρη” ως status symbol

Στην Τουρκοκρατία (αλλά και στην ενετοκρατούμενη Κρήτη παλαιότερα), το να είναι κανείς “καβαλάρης” δεν ήταν απλώς ένας τρόπος μετακίνησης. Ήταν το απόλυτο status symbol. Διαχώριζε βίαια τον άρχοντα (τον κοτζαμπάση, τον αγά, τον φεουδάρχη) από τον “πεζό” ραγιά, ο οποίος ήταν καταδικασμένος να περπατά στη λάσπη ή, στην καλύτερη περίπτωση, να έχει ένα γαϊδουράκι.

Στην Κρήτη, η μαντινάδα χρησιμοποιεί τη λέξη “όντε” (αντί για “όταν”) για να κρατήσει το μέτρο και τον ρυθμό του τραγουδιού με την αυθεντική κρητική ντοπιολαλιά: “Καλοχαιρέτα τσι πεζούς όντε καβαλικεύεις, για να σε χαιρετούν κι αυτοί όντε θα ξεπεζεύγεις”. 

Η ιστορία δείχνει ότι, είτε μιλάμε για τους κοτζαμπάσηδες που προκαλούσαν τον φθόνο των ραγιάδων, είτε για τους καπεταναίους του 1821 που αποκτούσαν ξαφνική δύναμη, ο λαός έβρισκε πάντα τον τρόπο να τους θυμίζει τη θνητότητά τους. Όπως αναφέρεται, η πιο διαδεδομένη και ιστορική μορφή της φράσης αποδίδεται απευθείας στον κορυφαίο ήρωα της Επανάστασης του 1821, τον Γεώργιο Καραϊσκάκη: “Χαιρέτα καβαλάρης, για να σε χαιρετούν όταν ξεπεζέψεις”.

Από τον Καραϊσκάκη στις σύγχρονες προεκλογικές περιοδείες

Η πρόσφατη πολιτική επικαιρότητα ήρθε να επιβεβαιώσει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τη διαχρονικότητα αυτής της λαϊκής σοφίας. Η δημόσια τοποθέτηση της Ντόρας Μπακογιάννη, όπου κάλεσε ανοιχτά κυβερνητικά στελέχη να “ξεκαβαλικέψουν” επειδή εμφανίζουν δείγματα αλαζονείας, δείχνει ότι η μεταφορά του “ίππου” ως συμβόλου εξουσίας παραμένει ζωντανή στην ελληνική πολιτική γλώσσα.

Η ιστορική γραμμή είναι εντυπωσιακή: Από τους έφιππους κοτζαμπάσηδες της Τουρκοκρατίας και το απόφθεγμα του Καραϊσκάκη, φτάσαμε στις σύγχρονες ομιλίες και στις ραδιοφωνικές συνεντεύξεις. Τα πρόσωπα αλλάζουν, αλλά ο φόβος του λαού για την αλαζονεία εκείνου που “ανέβηκε ψηλά” παραμένει ακριβώς ο ίδιος εδώ και αιώνες.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει χρησιμοποιήσει δημόσια τη συγκεκριμένη κρητική μαντινάδα (Καλοχαιρέτα τον πεζό όταν καβαλικέψεις…) τουλάχιστον τρεις φορές: στον επίσημο λογαριασμό του στο X το 2017, στα Χανιά τον Μάιο του 2023 και από το βήμα της ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο του 2025, στέλνοντας υποτίθεται μηνύματα κατά της αλαζονείας προς τα στελέχη του. 

Πιο πρόσφατα, στις 27 Οκτωβρίου 2026, κατά την περιοδεία του στο Κιλκίς, επανέλαβε το ίδιο αυστηρό σύνθημα, δηλώνοντας: «Δεν θα ανεχτώ κανένα φαινόμενο αυταρέσκειας και αλαζονείας από τώρα μέχρι τις εκλογές».

Η επικοινωνιακή υποκρισία και το “δάσκαλε που δίδασκες…”

Όταν μια κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία για πολλά χρόνια, η αλαζονεία δεν είναι απλώς ατομικό πρόβλημα ορισμένων υπουργών, αλλά συνολικό φαινόμενο που ξεκινά από την ίδια την κορυφή της εξουσίας. Η κατά καιρούς επανάληψη της μαντινάδας από τον Πρωθυπουργό αποδεικνύεται μια καθαρή προσπάθεια επικοινωνιακής διαχείρισης. Η δημόσια παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη λειτούργησε ως μια ξεκάθαρη παραδοχή ότι οι προειδοποιήσεις του παρελθόντος ήταν απλώς κενά λόγια χωρίς κανένα αποτέλεσμα στο κυβερνητικό σχήμα.

Η πραγματικότητα είναι ότι η σύγχρονη ρητορική του ίδιου του πρωθυπουργού έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τις νουθεσίες του. Στην ομιλία του στο Κιλκίς, ο κ. Μητσοτάκης αναρωτήθηκε ξανά απαξιωτικά για τους πολιτικούς του αντιπάλους: «Ποιος κυβερνάει, τι εμπειρία έχει, τι ειδικό βάρος και κύρος έχει η Ελλάδα θα αποκτήσουν σημασία στις εκλογές της άνοιξης».

Αυτή η χρήση της γλώσσας στερείται κάθε μετριοπάθειας. Το να θέτει ο ίδιος τον εαυτό του ως το μοναδικό μέτρο σύγκρισης και να υποτιμά εκ προοιμίου το “ειδικό βάρος” των άλλων, αποτελεί τον ορισμό της πολιτικής έπαρσης. Η αυταρέσκεια κορυφώνεται όταν η προεκλογική ρητορική μετατρέπεται σε απροκάλυπτο πολιτικό εκβιασμό μέσω των δηλώσεων: «Τα διλήμματα θα είναι πολύ σκληρά… Η ΝΔ μόνο μπορεί να εγγυηθεί αυτή την πορεία” και “δεν μπορούμε να ρισκάρουμε με ακυβερνησία… η μόνη επιλογή είναι η αυτοδύναμη ΝΔ».

Η χρήση των απόλυτων όρων (ΜΟΝΟ, ΜΟΝΗ ΕΠΙΛΟΓΗ) στερεί από τους πολίτες τις δημοκρατικές εναλλακτικές, ενώ η ταύτιση κάθε άλλου αποτελέσματος με την καταστροφική “ακυβερνησία” δείχνει μια ιδιοκτησιακή και αλαζονική αντίληψη για τη χώρα. Όταν ένας ηγέτης ισχυρίζεται ότι η κοινωνία κινδυνεύει “να σαγηνευτεί από φωνές λαϊκιστών” αν δεν επιλέξει τον ίδιο, υποτιμά βάναυσα την ώριμη σκέψη του εκλογικού σώματος και μεταθέτει προκαταβολικά την ευθύνη των δικών του αποτυχιών στους πολίτες.

Η λαϊκή σοφία, ούσα ανεξάντλητη, αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής πραγματικότητας: το “δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις” αποτελεί την αυτονόητη αντίδραση της κοινωνίας όταν διακρίνει αυτή την τεράστια απόσταση ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις. Δεν μπορείς να απαιτείς μετριοπάθεια από τους υφισταμένους σου, όταν η δική σου προσωπική ρητορική κυριαρχείται από το απόλυτο δόγμα “ή εγώ ή το χάος”.

Το σίγουρο είναι ότι η λαϊκή σοφία λειτουργεί πάντα ως ένας αμείλικτος κριτής για όσους βρίσκονται “πάνω στο άλογο”. Ο κόσμος δεν κρίνει πλέον τους πολιτικούς από το πόσο συχνά επικαλούνται τη μετριοφροσύνη, αλλά από το αν την εφαρμόζουν στην πράξη όταν ασκούν εξουσία. Και η παρούσα διακυβέρνηση έχει ήδη κριθεί στη συνείδηση των πολιτών.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx