Υποκλοπές: Εκεί που μας χρώσταγε ζητάει και τα ρέστα το Μαξίμου!
21/06/2026
Η υπόθεση των υποκλοπών έχει αυτονόητο εσωτερικό πολιτικό ενδιαφέρον. Όμως, τα ζητήματα που ανοίγει για την εθνική ασφάλεια και οι δυνητικές επιπτώσεις, θα έπρεπε να επιβάλλουν μια πολύ διαφορετική και μετρημένη αντιμετώπιση. Δυστυχώς, η πολύ δύσκολη πολιτικά θέση στην οποία έχει περιέλθει η κυβέρνηση και η προσπάθεια να απεγκλωβιστεί αλώβητη, οδηγεί σε επιλογές που πλήττουν την εθνική ασφάλεια.
Κατά την πρόσφατη ενημέρωση των πολιτικών συντακτών από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, ο εμφανώς βρισκόμενος σε θέση άμυνας για τις υποκλοπές Παύλος Μαρινάκης, επέλεξε να χρησιμοποιήσει ύφος επιθετικό και γλώσσα ειρωνική, ενώ εξαπέλυσε επίθεση εναντίον όποιου τολμά να επιμένει στην ουσία του θέματος, οχυρωμένος πίσω από το επιχείρημα της “διάκρισης των εξουσιών”.
Είπε επί της ουσίας, ότι τη λύση θα τη δώσει η Δικαιοσύνη και μέχρι τότε, κατηγόρησε όποιον ασχολείται με το θέμα, είτε ότι επιθυμεί να την υποκαταστήσει, είτε θέτει υπό αμφισβήτηση το δημοκρατικό πολίτευμα της χώρας! Εκτός από προβληματικές, οι αναφορές του εκπροσώπου αποκαλύπτουν τεράστια νευρικότητα και ανασφάλεια. Εξόφθαλμα επεδίωξε να ξεφύγει, εξαπολύοντας επίθεση εναντίον δικαίων και αδίκων…
Στην ερώτηση που δέχθηκε για τις ηχηρές παρεμβάσεις για την υπόθεση των υποκλοπών του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου, που την αποκάλεσε «βαθύ τραύμα στην καρδιά του κράτους δικαίου» και του Ευάγγελου Βενιζέλου που έκανε λόγο για «θεσμική κρίση τεραστίων διαστάσεων», επέλεξε να τους επιτεθεί, προσάπτοντάς τους έμμεσα ότι μετέτρεψαν τις παρεμβάσεις τους σε δικαστήριο!
Με τη διαφορά ότι στην υπόθεση αυτή δεν υφίσταται αμφιβολία για το αν και κατά πόσον υπήρξε αδικοπραξία! Αυτό που θα κρίνει η Δικαιοσύνη είναι η βαρύτητα και ποιον αφορά. Σε δεύτερο βαθμό, διότι πρωτόδικα ο πέλεκυς έπεσε βαρύς. Μιλώντας υποθετικά και με δεδομένο ότι ο κατάλογος των παρακολουθούμενων δεν αμφισβητείται, εάν υποτεθεί πως ανατρέπεται η αρχική απόφαση με τη βαρύτατη καταδίκη, αυτό θα αναιρούσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ουσία όσων υποστήριξαν οι Παυλόπουλος και Βενιζέλος; Ή μήπως και το δικαίωμά τους να τα υποστηρίζουν δημόσια;
Υποκλοπές και κοινό αίσθημα
Να υπενθυμίσουμε με την ευκαιρία στον κυβερνητικό εκπρόσωπο, ότι στην παρουσίαση του σχεδίου νόμου για την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, είχε κάνει αναφορά στο «κοινό περί δικαίου αίσθημα», το οποίο ελήφθη υπόψη κατά τη διαβούλευση στο πλαίσιο της ΟΝΝΕΔ με σκοπό τη διατύπωση προτάσεων για την αυστηροποίηση των ποινών για συγκεκριμένα εγκλήματα, αλλά και των διατάξεων που αφορούσαν την υπό όρους απόλυση κρατουμένων.
Αναρωτιέται κανείς λοιπόν, εάν στις δηλώσεις του για το θέμα των υποκλοπών έλαβε υπόψη το ίδιο κριτήριο, το κοινό αίσθημα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι παρακολουθούμενοι ήταν κορυφαίοι πολιτικοί, αλλά και η ίδια η στρατιωτική ηγεσία! Είτε το Μέγαρο Μαξίμου γνώριζε, είτε δεν γνώριζε τίποτα, πρόκειται για μια υπόθεση η οποία δεν αφορά απλά ένα αδίκημα, ασχέτως βαρύτητας. Είναι μια υπόθεση που εγείρει αυτοδικαίως θέμα ενός παραπλήσιου με το προαναφερθέν περί “κοινού αισθήματος”. Αυτό αφορά την ασφάλεια που αισθάνεται ο πολίτης σε προσωπικό και σε εθνικό επίπεδο!
Ο νευρικός Μαρινάκης
Λίγο αργότερα, ετέθη άλλο κρίσιμο ερώτημα: Εάν οι «από κατασκευής κερκόπορτες» (backdoors) με κακόβουλο λογισμικό που είχε το περιβόητο Predator και δεδομένης της εμπλοκής ξένης εταιρίας, θα μπορούσε το προϊόν των υποκλοπών να καταλήξει στα χέρια τρίτων χωρών. Προϊόν που δυνητικά θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για… ρύθμιση της συμπεριφοράς της Ελλάδας και κρατικών αξιωματούχων της. Τέλος, ερωτήθη αν το ζήτημα ετέθη σε ανώτατο διακρατικό επίπεδο. Ο εκπρόσωπος εμφανίστηκε εξίσου απαξιωτικός, πρόδηλα ειρωνικός και αδικαιολόγητα επιθετικός.
Απάντησε, ότι η εκλογή Μητσοτάκη και το 2019 και το 2023 ήταν για τον πρωθυπουργικό θώκο, δεν «πέρασε στο δικαστικό σώμα για να γίνει δικαστής, ούτε για να γίνει εισαγγελέας». Κατηγόρησε δε και τον ερωτώντα δημοσιογράφο και «ένα πολύ μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος» ότι «τα έχουμε μπερδέψει» και ότι «εδώ είμαστε για να τα ξεμπερδέψουμε». Άρα, ο πρωθυπουργός δεν έχει απολύτως κανέναν ρόλο! Ίσως έχει ένα δίκιο, υπό την έννοια ότι κρίνεται το αν ενέχεται και ο ίδιος στην υπόθεση, στο μέτρο που ο πωλητής του συστήματος έχει ξεκαθαρίσει δημόσια, ότι η εταιρία του ΔΕΝ εμπορεύεται τέτοιο λογισμικό με μη κρατικούς φορείς.
Ακόμα λοιπόν κι αν δεν είχε καμία γνώση ο πρωθυπουργός, το οποίο ασφαλώς τελεί υπό διερεύνηση, η πολιτική του ευθύνη για το αν εμπλέκεται η ΕΥΠ ή άλλος κρατικός φορέας, αλλά και για το ότι δεν προστατεύθηκε η εθνική ασφάλεια σε περίπτωση που υποτεθεί πως δεν υπήρξε κρατική εμπλοκή οποιουδήποτε είδους, είναι αυταπόδεικτη. Αλίμονο δε, εάν σε τέτοιες περιπτώσεις επικαλείται κανείς τη διάκριση των εξουσιών για να δικαιολογήσει την απουσία ουσιαστικής απάντησης! Στη δεύτερη μάλιστα περίπτωση, αυτή της κατασκοπείας εν αγνοία των αρμοδίων φορέων της ελληνικής Πολιτείας, αναρωτιέται κανείς εάν εγείρεται αυτόματα ή όχι, θέμα επάρκειας του μηχανισμού αντικατασκοπείας της χώρας!
Φύλλο συκής η διάκριση των εξουσιών!
Κι αντί μιας απάντησης που να τηρεί στοιχειωδώς τα προσχήματα, αλλά και τις επιταγές της κοινής λογικής, ο Μαρινάκης προέβη στο μεγαλύτερο δυνατό πολιτικό ατόπημα. Κατηγόρησε όσους εγείρουν τέτοια ζητήματα ότι αμφισβητούν τη δημοκρατική φύση του πολιτεύματος και ότι είναι θαυμαστές μη δημοκρατικών καθεστώτων! «Δεν ξέρω πώς φαντασιώνεστε ότι θα έπρεπε να μετατραπεί η Ελληνική Δημοκρατία και με τι καθεστώτα που μπορεί να σας αρέσουν θα θέλατε να μοιάζει, αλλά παραμένει Δημοκρατία». Για να οχυρωθεί εκ νέου πίσω από τη… διάκριση των εξουσιών!
Κι αφού δήλωσε πως «δεν είναι λοιπόν δουλειά κανενός πρωθυπουργού και κανενός εκπροσώπου, είτε της εκτελεστικής, είτε της νομοθετικής εξουσίας, να κάνει έρευνα και να ζητάει το λόγο και να ζητάει απαντήσεις», αλλά μόνο της Δικαιοσύνης, συνέχισε να συμπεριφέρεται υπεροπτικά, ειρωνικά και προσβλητικά! «Μπορεί να είναι δύσκολο να το καταλάβετε, ή να κάνετε ότι δεν το καταλαβαίνετε, αλλά αυτή είναι η μόνη απάντηση που οφείλω να δώσω για κάθε υπόθεση που είναι στη Δικαιοσύνη. Αλλιώς θα μοιάζει με αυτά τα καθεστώτα που μπορεί να σας αρέσουν, αλλά εμείς δεν θέλουμε να πάμε να μοιάσουμε σ’ αυτά τα καθεστώτα».
Είναι απόλυτα κατανοητή η πολύ δύσκολη θέση, στην οποία έχει περιέλθει πολιτικά η κυβέρνηση με τη συγκεκριμένη υπόθεση και όλως ιδιαιτέρως ο κυβερνητικός εκπρόσωπος που καλείται να τη διαχειριστεί επικοινωνιακά. Έτσι είναι όμως το παιχνίδι της Δημοκρατίας. Αλίμονο εάν σιωπούσαν οι πάντες και απείχαν από την πολιτική κριτική, εν αναμονή κάποιας δικαστικής απόφασης. Σε τελική ανάλυση υπάρχει ήδη πρωτόδικη ετυμηγορία…
Υποκλοπές και εθνική ασφάλεια
Υπάρχει όμως και ένα επίπεδο πέραν είτε του εσωτερικού πολιτικού, είτε του νομικού σκέλους της υπόθεσης. Είναι αυτό της εθνικής ασφάλειας. Και σε αυτό το επίπεδο το ακροατήριο είναι άλλο από το εσωτερικό. Είναι το διεθνές. Διότι διακυβεύεται η σοβαρότητα ή μη που εκπέμπει η χώρα στον χειρισμό τέτοιων υποθέσεων, η οποία παίζει κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας των άλλων για εμάς. Κι εκεί δεν παίζει καν ρόλο οποιαδήποτε δικαστική απόφαση…
Δεν πρόκειται κανείς να ασχοληθεί με το τι αποφάσισε η Ελληνική Δικαιοσύνη για να κρίνει εάν η χώρα δίνει την αίσθηση σοβαρού και στιβαρού σύγχρονου κράτους, ή ξέφραγου αμπελιού. Ή τέλος, ελεγχόμενου εκ των έσω… αμπελώνα και μάλιστα σε επίπεδο αυθαιρεσίας με βάση τα δημοκρατικώς ειωθότα που κατά τα άλλα επικαλείται ο εκπρόσωπος.
Όσοι λοιπόν έχουν συναίσθηση των επιπτώσεων της υπόθεσης από την οπτική γωνία της εθνικής ασφάλειας και όχι αυτής που αφορά το εσωτερικό πολιτικό παίγνιο και των δυνητικών νομικών του επιπλοκών, δικαιούνται να συμπεραίνουν, ότι είτε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος θυσιάζει πολλαπλώς την πρώτη, προκρίνοντας τη συλλογική κυβερνητική πολιτική επιβίωση, είτε απουσιάζει η συναίσθηση γι’ αυτή τη διάσταση. Αμφότερα είναι εξόχως επικίνδυνα και σίγουρα δεν υπηρετούν τη γνήσια Δημοκρατία για την οποία, κατά τα άλλα, όλοι κόπτονται.
Σε συνεργασία με το defencepoint





