Και όμως εξακολουθούν να παρεμβαίνουν στη Βενεζουέλα

-110


+100%-

Γράφει ο Mark Weisbrot*  – 

Τις τελευταίες εβδομάδες, η κυβέρνηση Τραμπ ενέτεινε τις προσπάθειές της για «αλλαγή καθεστώτος» στη Βενεζουέλα. Στο παρελθόν, ο ίδιος ο Τραμπ ανέφερε ως πιθανή επιλογή στρατιωτική δράση, αλλά οι πιο πρόσφατες κινήσεις εμφανίζονται πιο πιθανό να υλοποιηθούν και μερικές είναι ήδη λειτουργικές.

Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν καλά το θέμα, αξιωματούχοι των ΗΠΑ διεμήνυσαν στον ηγέτη της αντιπολίτευσης για τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές της Βενεζουέλας, Henri Falcón, ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα περιεργαζόταν οικονομικές κυρώσεις εναντίον του εάν κατέβαινε στις προεδρικές εκλογές.

Οι ΗΠΑ υποστήριξαν στο παρελθόν την απόφαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης να μποϋκοτάρει τις εκλογές. Ο Falcón είναι πρώην κυβερνήτης και εν αποστρατεία αξιωματικός. Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις ήρθε πρώτος, σύμφωνα με την πιο αξιόπιστη δημοσκόπηση, Datanalisis, η οποία έδειχνε ότι θα επικρατήσει του Μαδούρο με διαφορά 7 ποσοστιαίων μονάδων.

Γιατί η διοίκηση του Trump θέλει να εμποδίσει έναν ηγέτη της αντιπολίτευσης που θα μπορούσε ενδεχομένως να κερδίσει την προεδρία στη Βενεζουέλα να λάβει μέρος στις εκλογές; Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα, αλλά σύμφωνα με πηγές από ψηλά, ο γερουσιαστής της Φλώριδας Μάρκο Ρούμπιο είναι αυτός που καθορίζει την αμερικανική πολιτική έναντι της Βενεζουέλας. Ο Ρούμπιο είναι ένας σκληροπυρηνικός που δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για μια εκλογική ή διαπραγματευτική λύση στην πολιτική κρίση της Βενεζουέλας. Στις 9 Φεβρουαρίου, φάνηκε να υποστηρίζει ένα στρατιωτικό πραξικόπημα όταν έγραψε στο tweeter: «Ο κόσμος θα υποστηρίξει τις Ένοπλες Δυνάμεις στη Βενεζουέλα εάν αποφασίσουν να προστατεύσουν τον λαό και να αποκαταστήσουν τη δημοκρατία απομακρύνοντας έναν δικτάτορα«.

Αυτή η ανοιχτή υποστήριξη από την Ουάσιγκτον για στρατιωτικό πραξικόπημα εναντίον μιας εκλεγμένης κυβέρνησης – πριν από την πραγματοποίηση του πραξικοπήματος – είναι κάτι ασυνήθιστο, τουλάχιστον, στον 21ο αιώνα. Αλλά το επιτελείο Τραμπ δεν πρόκειται να κάτσει και απλά να περιμένει να συμβεί. Η στρατηγική των Ρούμπιο και Τραμπ φαίνεται να προσπαθεί να επιδεινώσει την οικονομική κατάσταση της χώρας και να φτάσει τον κόσμο σε τέτοια εξαθλίωση, ώστε είτε ο στρατός είτε τα «επαναστατικά» στοιχεία της αντιπολίτευσης να ανατρέψουν την κυβέρνηση.

Αυτός φαίνεται να είναι ο σκοπός των οικονομικών κυρώσεων που διέταξε ο Τραμπ στις 24 Αυγούστου 2017. Αυτές οι κυρώσεις στέρησαν στη Βενεζουέλα δισεκατομμύρια δολάρια δυνητικών δανείων, καθώς και από έσοδα ακόμη και από τη δική της πετρελαϊκή εταιρεία στις ΗΠΑ, τη Citgo. Έχουν επιδεινώσει τις ελλείψεις φαρμάκων και τροφίμων, σε μια οικονομία που ήδη πάσχει από πληθωρισμό περίπου 3.000% ετησίως και μια κρίση που έχει κοστίσει περίπου το 38% του ΑΕΠ. Αυτές οι κυρώσεις είναι παράνομες βάσει του καταστατικού του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (OAS) και βάσει διεθνών συμβάσεων τις οποίες έχουν υπογράψει οι ΗΠΑ.

Άγρια στρατηγική

Τώρα, αξιωματούχοι των ΗΠΑ μιλάνε για μια πιο άγρια συλλογική τιμωρία: να διακόψουν τις πωλήσεις πετρελαίου της Βενεζουέλας προς τις ΗΠΑ. Αυτό δεν έγινε προηγουμένως, διότι θα έβλαπτε τα αμερικανικά συμφέροντα διύλισης πετρελαίου που εισάγουν πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα. Αλλά η κυβέρνηση Τραμπ έχει προωθήσει την ιδέα να βάλει χέρι στα αμερικανικά στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου για να αμβλύνει το χτύπημα. Όλα αυτά για την ανατροπή μιας κυβέρνησης που κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί απειλεί τις ΗΠΑ.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η κυβέρνηση Τραμπ φροντίζει για να διεξάγονται δίκαιες εκλογές στη Λατινική Αμερική. Οι εκλογές στην Ονδούρα στις 26ης Νοεμβρίου 2017 ήταν σχεδόν σίγουρα κλεμμένες και ακόμη και ο στενός σύμμαχος της Ουάσιγκτον, ο οποίος είναι επικεφαλής του OAS, ο γενικός γραμματέας Luis Almagro, ζήτησε επανάληψη. Αλλά η κυβέρνηση Τραμπ στήριξε τον εν ενεργεία πρόεδρο Χουάν Ορλάντο Χερνάντεζ, έναν πολιτικό του οποίου ο αδελφός και υπουργός Ασφαλείας συνδέεται με εμπόριο ναρκωτικών και τον οποίο ο Αρχηγός του Στρατιωτικού Επιτελείου των ΗΠΑ, Τζον Κέλι, τον έχει περιγράψει ως «ωραίο τύπο» και «καλό φίλο».

Η κυβέρνηση Τραμπ δεν διαφώνησε με τις δολοφονίες των άοπλων διαδηλωτών ή άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην πραγματικότητα, λίγες μέρες μετά τις εκλογές, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ πιστοποίησε ότι η κυβέρνηση της Ονδούρας συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Υπάρχουν σίγουρα έγκυρες καταγγελίες για τις επερχόμενες εκλογές στη Βενεζουέλα. Κάποιοι υποψήφιοι της αντιπολίτευσης αποκλείστηκαν και η κυβέρνηση προκήρυξε τις εκλογές για τον Απρίλιο αντί για τον Δεκέμβριο όπως είχε αρχικά προγραμμτίσει. Η αντιπολίτευση ήθελε να προχωρήσει, αλλά προκηρύχτηκαν νωρίτερα από ό, τι θέλησαν. Πριν λίγες μέρες, το Reuters ανέφερε ότι επετεύχθη συμφωνία μεταξύ του Εκλογικού Συμβουλίου της Βενεζουέλας και ορισμένων κομμάτων της αντιπολίτευσης για να διεξαχθούν οι εκλογές στα τέλη Μαΐου.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης σχετικά με αυτά και άλλα προβλήματα ξέσπασαν τον περασμένο μήνα, αν και η κυβέρνηση συμφώνησε να επιτρέψει σε παρατηρητές του ΟΗΕ να παρακολουθήσουν την διεξαγωγή των εκλογών. Όσον αφορά τη διαδικαστική αξιοπιστία των εκλογών της Βενεζουέλας, τις δύο τελευταίες δεκαετίες, δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ καμία νόμιμη αμφιβολία σχετικά με την καταμέτρηση των ψήφων, λόγω της υιοθέτησης ενός πολύ ασφαλούς συστήματος ψηφοφορίας.

Οι μοναδικές εξαιρέσεις ήταν δύο. Οι εκλογές της Συντακτικής Συνέλευσης της 30ής Ιουλίου τις οποίες μποϊκοτάρισε η αντιπολίτευση και υπήρχαν ερωτηματικά σχετικά με τον αριθμό των ψηφοφόρων. Η δεύτερη περίπτωση ήταν οι εκλογές για τους κυβερνήτες στις 15 Οκτωβρίου. Για τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις, δεν μπορούμε να ξέρουμε εάν θα μπορούσαν να επιλυθούν άλλες διαφωνίες εάν η κυβέρνηση Τραμπ δεν είχε πιέσει τόσο σκληρά για να αποτρέψει τη διεξαγωγή των εκλογών και ενθάρρυνε την αντιπολίτευση να υιοθετήσει μια στρατηγική έκνομης «αλλαγής καθεστώτος».

Ο κύριος συνασπισμός της αντιπολίτευσης, η Στρογγυλή Τράπεζα της Δημοκρατικής Ενότητας (MUD, με το αρκτικόλεξο στα ισπανικά) αποφάσισε από τώρα να μποϋκοτάρει τις εκλογές. Αλλά δεν είναι σαφές ότι οι ψηφοφόροι θα τους ακολουθήσουν. Οι πιο αξιόπιστες και πρόσφατες δημοσκοπήσεις, από το Torino Capital και την Datanalisis, δείχνουν ότι 77,6% των ψηφοφόρων προτίθενται να ψηφίσουν στις επικείμενες εκλογές, ενώ μόνο το 12,3% σχεδιάζει να απέχει. Θα πρέπει να έχουν αυτή την ευκαιρία και η κυβέρνηση Τραμπ δεν θα πρέπει να προσπαθεί να τους την στερήσει.


*Ο Mark Weisbrot είναι διευθυντής του Κέντρου Οικονομικής και Πολιτικής Έρευνας (CEPR) στην Ουάσιγκτον και πρόεδρος του Just Foreign Policy.

Πηγή: US News & World Reports

bookmark icon