Τύμπανα πολέμου στη Μέση Ανατολή

-
2

του Ζαχαρία Μίχα *

Δραματικές εξελίξεις στον Λίβανο τις τελευταίες ώρες, καθώς ο πρωθυπουργός (από τον Δεκέμβριο του 2016), Σαάντ Χαρίρι παραιτήθηκε, μετά από φερόμενη ως απόπειρα δολοφονίας εναντίον του που απέτρεψαν την τελευταία στιγμή οι μυστικές υπηρεσίες. Ο Χαρίρι καταγγέλλει το Ιράν ότι βρίσκεται από πίσω, το οποίο σημαίνει τον «αντ’ αυτού» στον Λίβανο, δηλαδή τη σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ.

Η δήλωση του Χαρίρι, του οποίου ο πατέρας, δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας, επίσης δολοφονήθηκε με παγιδευμένο αυτοκίνητο το 2005, έγινε κατά τη διάρκεια ταξιδιού στη Σαουδική Αραβία. Εκεί κατηγόρησε το Ιράν για εμπλοκή στις υποθέσεις του Λιβάνου και άλλων αραβικών κρατών, με στόχο να σπείρει αναταραχή και να πετύχει ανατροπή καθεστώτων. Είναι προφανές ότι οι οικοδεσπότες θα είναι πολύ ικανοποιημένοι.

Η παραίτηση του πρωθυπουργού του Λιβάνου θα οδηγήσει σε χάος και πολιτική ακυβερνησία τον Λίβανο εάν ο Χαρίρι αποφασίσει να παραιτηθεί και από την ηγεσία του κόμματός του. Όμως, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται προς το παρόν στον ορίζοντα.

Επιπρόσθετα, θα πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι πολλοί θα υποπτευθούν εύλογα ότι όλα αυτά θα μπορούσαν να αποτελούν μια σκηνοθεσία που θα οδηγήσει σε ένα αιματηρό πόλεμο, με τους Ισραηλινούς να επιχειρούν να ξεκαθαρίσουν το τοπίο με τη Χεζμπολάχ, δηλαδή την έξοδο των Ιρανών στη Μεσόγειο. Το παιχνίδι δείχνει να έχει χοντρύνει πολύ, με το σουνιτικό στοιχείο να είναι στοιχημένο πίσω από τους Ισραηλινούς, οι οποίοι πολύ θα ήθελαν να εκμεταλλευτούν την καταπόνηση της Χεζμπολάχ στον συριακό εμφύλιο επί μια σχεδόν πενταετία. Είναι στρατηγικά λογικό να υποθέτει κανείς ότι δεν θα βρουν καλύτερη ευκαιρία, ευνοϊκότερη συγκυρία για να το κάνουν.

Λόγω σιιτών ήρθαν κοντά Ισραήλ και σουνίτες

Η «συγκολλητική ουσία» που έφερε κοντά τους σουνίτες Άραβες με τους Ισραηλινούς, σε μια από τις μεγαλύτερες μεταψυχροπολεμικές ανατροπές δεδομένων στην υφήλιο μετά το πέρας του διπολισμού (ΗΠΑ-ΕΣΣΔ), είναι το σιιτικό στοιχείο, δηλαδή το Ιράν και όσοι το υποστηρίζουν. Η Τεχεράνη ανταγωνίζεται για την περιφερειακή πρωτοκαθεδρία τη Σαουδική Αραβία.

Αυτή τη στιγμή, το Ιράν ελέγχει την κυβέρνηση του Ιράκ και παίζει καθοριστικό ρόλο -μέσω της Χεζμπολάχ- στον Λίβανο. Σχηματίζει έτσι ατύπως μια «λεωφόρο», μέσω της οποίας το Ιράν μπορεί να διενεργεί «προβολή ισχύος», στο πλαίσιο της αποτρεπτικής στρατηγικής της Τεχεράνης απέναντι στο εβραϊκό κράτος. Ας σημειωθεί ότι το Ισραήλ έχει απειλήσει ακόμα και με μονομερή επίθεση για την εξουδετέρωση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.

Στην όλη εικόνα θα πρέπει να ενταχθεί και η τρέχουσα αρνητική στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στην Τεχεράνη. Είναι καταφανής η απέχθεια της κυβέρνησης Τραμπ τόσο  για την πυρηνική συμφωνία της διεθνούς κοινότητας με το Ιράν, όσο και για την ανώτατη «πνευματική» ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Η υπόσχεση Τραμπ να προβεί σε αλλαγές στην αμερικανική πολιτική δείχνει να στρώνει τον δρόμο για μεγαλύτερες -ακόμα και δια των όπλων- ανατροπές. Τούτων λεχθέντων, βγάζει νόημα η αντίδραση αξιωματούχου του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών (Χοσέιν Σεϊχολεσλάμ), αμέσως μετά την είδηση της παραίτησης Χαρίρι. Δήλωσε ότι η παραίτηση «σχεδιάστηκε από τον Τραμπ και τον Σαουδάραβα διάδοχο του θρόνου», δηλαδή τον υπουργό Άμυνας.

Εν κατακλείδι, η εξέλιξη με την παραίτηση του Λιβανέζου πρωθυπουργού θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμα βήμα στην κατεύθυνση του τελικού ξεκαθαρίσματος των λογαριασμών ανάμεσα στο σουνιτικό και σιιτικό Ισλάμ, μέσω της εμπλοκής του πάλαι ποτέ θανάσιμου αντιπάλου όλων, των Ισραηλινών. Τα συνεχή πλήγματα της ισραηλινής αεροπορίας σε αποθηκευτικούς χώρους της Χεζμπολάχ στο συριακό έδαφος, αλλά και η πραγματοποίηση των πληγμάτων επιδεικτικά μέσα από τον εναέριο χώρο του Λιβάνου, αποτελεί μία ακόμα παράμετρο του προβλήματος.

Η παραμονή στη Συρία δεν είναι αυτοσκοπός

Η Ρωσία έχει διαμηνύσει την επιθυμία της να μειώσει τη στρατιωτική της παρουσία στη Συρία. Δεν αποτελεί μυστικό ότι η μέχρι τώρα πετυχημένη σε γενικές γραμμές στρατηγική των Ρώσων εκεί -εξαιτίας της απροθυμίας στρατιωτικής εμπλοκής αμερικανικών και δυτικών χερσαίων δυνάμεων- θα μπορούσε να ακυρωθεί σε περίπτωση μιας νέας πολεμικής αναμέτρησης.

Μιας αναμέτρησης η οποία να μη μοιάζει με επίθεση εναντίον της Ρωσίας, αλλά θα την υποχρέωνε να παρατείνει την παραμονή της και την οικονομική αιμορραγία που αυτή συνεπάγεται. Θα την υποχρέωνε επίσης να συνταχθεί με το Ιράν τη στιγμή που πραγματοποιεί εντυπωσιακά βήματα διείσδυσης στο σουνιτικό στρατόπεδο, με άξονα την πώληση ρωσικών οπλικών συστημάτων (Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μπαχρέιν, κ.λπ.).

Εκτός κι αν οι συμφωνίας της Μόσχας με το σουνιτικό στρατόπεδο, σε συνδυασμό με την εκπεφρασμένη επιθυμία μείωσης της στρατιωτικής έκθεσης στη Συρία, να συνδέονται και να αποτελούν μέρος της ίδιας προδιαγεγραμμένης εξέλιξης. Εδώ θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι η ρωσική παρουσία δεν είναι ισχυρή στον συριακό νότο που ελέγχεται κυρίως –αν και έμμεσα– από τους Ισραηλινούς και τους Ιορδανούς.

Η Μόσχα δεν έχει και πολλούς λόγους να εμπλακεί στρατιωτικά για να διασώσει το Ιράν, με το οποίο τα συμφέροντα κάθε άλλο παρά ταυτίζονται. Συγκλίνουν μόνο σε τακτικό-περιφερειακό επίπεδο. Αρκεί να λάβει όσα επεδίωκε με την αρχική εμπλοκή της στον συριακό εμφύλιο, δηλαδή κάτι περισσότερο από την απλή παραμονή στη ναυτική βάση Ταρτούς.

Στόχος η Χεζμπολάχ

Πόσο θα ενοχλούσε, δηλαδή, η παραμονή Άσαντ στην εξουσία και μερικά ρωσικά μαχητικά στη βάση Χμέιμιμ, εάν έχει υποστεί ισχυρό πλήγμα η Χεζμπολάχ στον Λίβανο και μέσω αυτής η ιρανική επιρροή και εκεί και στη Συρία; Στη συνέχεια θα υπήρχε πεδίο δόξης λαμπρόν για δυτικές και μεσανατολικές κατασκευαστικές εταιρίες, ώστε να προχωρήσει η ανοικοδόμηση μιας νέας Συρίας.

Εάν βέβαια αντιμετωπιστούν και εκδιωχθούν άλλες τρομοκρατικές ισλαμιστικές οργανώσεις μαχητών, πέραν του ISIS, όπως η Ανσάρ αλ-Ισλάμ. Ο καθένας εκ των δρώντων σε συριακό έδαφος έχει συχνά τη δική του ατζέντα, η οποία επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, είτε σε τακτικό επίπεδο, είτε σε στρατηγικό. Παράδειγμα, η ιδιότυπη συμμαχία των Τούρκων με την Τζάμπχατ Φάτεχ Αλ Σαμ, τη διαβόητη μετονομασθείσα (τον Ιούλιο του 2016, με σκοπό την αναβάπτιση και την ένταξή της στους «μετριοπαθείς» ισλαμιστές του συριακού εμφυλίου) Τζάμπχατ Αλ Νούσρα. Η οργάνωση αυτή θεωρείται ο «εκπρόσωπος» της Αλ Κάιντα στη Συρία και σε αγριότητα μεθόδων δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από το ISIS.

Οπότε, εάν υπάρχει πεδίο σύγκλησης ανάμεσα στους σουνίτες της Μέσης Ανατολής και τους υπόλοιπους συμμάχους του Ισραήλ (το οποίο θα αναλάβει τη «βρόμικη δουλειά» όταν έρθει η ώρα), όχι μόνο δεν θα πληγούν οι ισχυρές εντυπώσεις από την ανάπτυξη κορυφαίων συστημάτων αεράμυνας και ρωσικών μαχητικών αεροσκαφών πρώτης γραμμής (S-400 και Su-35) στη Συρία, αλλά και θα εξαργυρωθούν με σειρά εξοπλιστικών συμβολαίων.

Ξεκαθάρισμα τώρα ή πόλεμος φθοράς;

Τα ανωτέρω δεν σημαίνει ότι ένας πόλεμος Ισραήλ-Χεζμπολάχ θα ξεσπάσει αύριο, αλλά ότι η πιθανότητα να προκύψει οσονούπω τέτοια εξέλιξη έχει αυξηθεί δραματικά, μετά το φαινομενικά «αθώο» και «συνηθισμένο» για την εσωτερική πολιτική πραγματικότητα του Λιβάνου επεισόδιο.

Το μέγα θέμα που τίθεται είναι εάν πρόκειται ή όχι στρατηγική επιλογή η επιδίωξη τώρα μιας πολεμικής αναμέτρησης με τη Χεζμπολάχ με όλα τα επιχειρήματα που προαναφέρθηκαν, ή ενδεχομένως η συνέχιση πολέμου φθοράς της οργάνωσης μέσω «αντιπροσώπων». Δηλαδή μέσω άλλων ενόπλων δυνάμεων εντός της Συρίας. Μια άποψη (κυρίως Ισραηλινών στρατιωτικών, όχι της κυβέρνησης Νετανιάχου) θέλει να ενδιαφέρει το Ισραήλ η στρατιωτική αποδυνάμωση της οργάνωσης, όχι η πολιτική στον Λίβανο.

Η συνέχεια στην πηγή: defence-point.gr

 

* Ο Ζαχαρίας Μίχας είναι Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας