ΑΝΑΛΥΣΗ

Μπορούν οι αμερικανικές κυρώσεις να γονατίσουν το Ιράν;

Ιράν
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η οικονομία του Ιράν βρίσκεται υπό εξαιρετικά ισχυρή πίεση, όμως αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η Τεχεράνη είναι έτοιμη να συνθηκολογήσει. H Ουάσιγκτον ποντάρει πλέον στην οικονομική ασφυξία του Ιράν χωρίς να έχει αποδείξει ότι η αυξανόμενη πίεση μπορεί να οδηγήσει σε μια βιώσιμη πολιτική συμφωνία.

Η αμερικανική κυβέρνηση έχει κλιμακώσει σημαντικά την εκστρατεία οικονομικής πίεσης μέσω της «Operation Economic Outcast», την οποία παρουσίασε ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ στις 24 Αυγούστου. Η επιχείρηση διευρύνει τις δευτερογενείς κυρώσεις σε κρίσιμους τομείς της ιρανικής οικονομίας και αυξάνει τον κίνδυνο για εταιρείες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τρίτων χωρών που συνεχίζουν να συνεργάζονται με την Τεχεράνη.

Στόχος της Ουάσιγκτον είναι να περιορίσει τις οικονομικές «οδούς διαφυγής» του καθεστώτος και να καταστήσει όλο και πιο δύσκολη τη χρηματοδότηση του πολέμου, των πυραυλικών προγραμμάτων και των δραστηριοτήτων των Φρουρών της Επανάστασης.

Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές στην αγορά πετρελαίου. Οι εξαγωγές ιρανικού αργού προς την Κίνα, τον σημαντικότερο αγοραστή του Ιράν, έχουν μειωθεί δραστικά. Σύμφωνα με νεότερα στοιχεία του Reuters, οι ιρανικές αποστολές προς την Κίνα υποχώρησαν τον Σεπτέμβριο στις περίπου 590.000 βαρέλια ημερησίως, το χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2023.

Την ίδια στιγμή, κινεζικά ανεξάρτητα διυλιστήρια στράφηκαν περισσότερο σε ιρακινό και καταριανό πετρέλαιο, καθώς ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός περιορίζει την πρόσβαση στο ιρανικό αργό. Και αυτό παρότι τα φορτία γίνονται τρομερά ακριβότερα, πέραν των απωλειών.

Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η εξέλιξη αυτή αυξάνει δραματικά το κόστος για την Τεχεράνη. Η αμερικανική στρατηγική, ωστόσο, αντιμετωπίζει ένα δύσκολο ερώτημα: πόσο οικονομικό πόνο χρειάζεται να υποστεί ένα κράτος προτού αποφασίσει ότι είναι προτιμότερη μια συμφωνία από τη συνέχιση της σύγκρουσης; Και ακόμη σημαντικότερο, υπάρχει πραγματικά σήμερα μια συμφωνία που το Ιράν θα θεωρούσε αρκετά ελκυστική ώστε να αλλάξει στάση;

Η συμφωνία του Ιουνίου

Το προηγούμενο παράδειγμα δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για την αμερικανική στρατηγική. Στις 17 Ιουνίου ΗΠΑ και Ιράν υπέγραψαν ένα προσωρινό μνημόνιο που προέβλεπε τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων και τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων για μια οριστική συμφωνία μέσα σε διάστημα έως 60 ημερών.

Το κείμενο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, την αποκατάσταση της εμπορικής ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και την προετοιμασία ενός σχεδίου τουλάχιστον 300 δισ. δολαρίων για την ανοικοδόμηση και οικονομική ανάπτυξη του Ιράν.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτέλεσε οριστική ειρηνευτική διευθέτηση, αλλά ένα πλαίσιο για την επίτευξή της. Η ουσία, ωστόσο, παραμένει. Η Τεχεράνη είχε μπροστά της ένα πακέτο σημαντικών οικονομικών κινήτρων, ενώ η Ουάσιγκτον προσέφερε συγκεκριμένο δρόμο προς την αποκλιμάκωση. Παρ’ όλα αυτά, η διαδικασία κατέρρευσε και η αντιπαράθεση επανήλθε.

Αν ένα πλαίσιο που περιλαμβάνει άμεση αποκλιμάκωση, άρση περιορισμών και προοπτική τεράστιων επενδύσεων δεν κατόρθωσε να οδηγήσει σε διαρκή συμφωνία, δεν είναι αυτονόητο ότι ακόμη περισσότερες κυρώσεις, χωρίς αντίστοιχο νέο κίνητρο, θα επιτύχουν καλύτερο αποτέλεσμα.

Η Τεχεράνη δεν είναι ενιαία

Ένας ακόμη παράγοντας που περιπλέκει την αμερικανική στρατηγική είναι η εσωτερική ισορροπία εξουσίας στο Ιράν. Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η χώρα δεν μπορεί να συνεχίσει έναν πόλεμο επ’ αόριστον και έχει υπερασπιστεί την προηγούμενη συμφωνία απέναντι στους σκληροπυρηνικούς επικριτές της. Αυτό μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι ένα τμήμα της ιρανικής ηγεσίας αναζητά τρόπο αποκλιμάκωσης.

Την ίδια στιγμή, όμως, το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας αποτελεί πεδίο όπου η επιρροή των Φρουρών της Επανάστασης και των σκληροπυρηνικών παραμένει καθοριστική. Ο διορισμός του πρώην διοικητή των Φρουρών της Επανάστασης Μοχσέν Ρεζάι στη θέση του γραμματέα του Συμβουλίου προσθέτει ένα διαφορετικό μήνυμα. Η στάση του απέναντι στα Στενά του Ορμούζ και στις απειλές κατά των περιφερειακών αντιπάλων του Ιράν δείχνει ότι μέσα στην ιρανική ηγεσία υπάρχουν ισχυρές δυνάμεις που δεν θεωρούν την υποχώρηση μονόδρομο.

Το πρόβλημα των συμμάχων

Η Ουάσιγκτον δεν πιέζει μόνο την Τεχεράνη. Πιέζει και τις χώρες που εξακολουθούν να συναλλάσσονται μαζί της, κυρίως την Κίνα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Τουρκία και άλλους περιφερειακούς εμπορικούς εταίρους. Ο Μπέσεντ έχει προειδοποιήσει ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να αποκλείσουν από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα όσους διευκολύνουν οικονομικές συναλλαγές με το ιρανικό καθεστώς.

Όμως η πίεση προς τους τρίτους μπορεί να έχει και αντίστροφο αποτέλεσμα. Όσο περισσότερο η Ουάσιγκτον ζητά από χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ να συμμετάσχουν στην οικονομική απομόνωση του Ιράν, τόσο περισσότερο αυξάνεται ο κίνδυνος να γίνουν οι ίδιες στόχος ιρανικών αντιποίνων. Το Στενό του Ορμούζ παραμένει κρίσιμο σημείο για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου και η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας αποτελεί κοινό συμφέρον, αλλά και σημαντικό μοχλό πίεσης για την Τεχεράνη.

Η εικόνα, επομένως, είναι πιο σύνθετη από μια απλή εξίσωση «οικονομική κατάρρευση = συμφωνία». Η ιρανική οικονομία πράγματι πιέζεται έντονα, οι εξαγωγές πετρελαίου έχουν περιοριστεί και η Ουάσιγκτον αυξάνει διαρκώς το κόστος για όσους βοηθούν την Τεχεράνη να παρακάμπτει τις κυρώσεις.

Αυτό όμως δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη ότι το Ιράν είναι έτοιμο να υπογράψει. Για να αλλάξει η στάση της Τεχεράνης, η οικονομική πίεση πρέπει να συνοδεύεται από έναν αξιόπιστο και εφαρμόσιμο δρόμο προς την αποκλιμάκωση. Μέχρι στιγμής, η Ουάσιγκτον προσφέρει κυρίως περισσότερη πίεση και ζητά από το Ιράν να υποχωρήσει χωρίς να έχει παρουσιάσει ένα εξίσου συγκεκριμένο νέο αντάλλαγμα.

Το κρίσιμο τεστ θα είναι αν οι άνθρωποι που πραγματικά διαμορφώνουν την πολιτική ασφαλείας του Ιράν αρχίσουν να θεωρούν το κόστος της συνέχισης της αντιπαράθεσης μεγαλύτερο από το κόστος ενός συμβιβασμού. Αν αυτό δεν συμβεί, η οικονομική ασφυξία μπορεί να αποδυναμώνει το Ιράν χωρίς να το οδηγεί στην παράδοση που επιδιώκει η Ουάσιγκτον.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx