Business as usual για τη γερμανική βιομηχανία όπλων

Βαγγέλης Γεωργίου
3

του Βαγγέλη Γεωργίου  – 

O χαμογελαστός επίτροπος Μοσκοβισί δεν μπορεί να κρύψει την χαρά του για την συμφωνία που με σκοπό τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού στην Γερμανία. Ποντάρει πολλά στην «σταθερή, φιλόδοξη και φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση» που «θα επιτρέψει στην ΕΕ να πάρει αποφάσεις για το μέλλον της Ευρωζώνης«. Εξίσου χαρούμενοι με το «σοσιαλχριστιανικό» deal στο Βερολίνο είναι και οι… Γερμανοί βιομήχανοι όπλων.

Υποτίθεται ότι στις προπαρασκευαστικές διερευνητικές διαβουλεύσεις οι Σοσιαλδημοκράτες συμφώνησαν με τα κόμματα της Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU) να επιβάλουν πιο αυστηρές προδιαγραφές για τις εξαγωγές όπλων. Πριν μέρες αυτό δεν ήταν σαφές. Φαίνεται όμως ότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Στην 177σέλιδη προγραμματική συμφωνία μεταξύ της Άνγκελα Μέρκελ και του Μάρτιν Σουλτς περιέχονται ρήτρες για την πολεμική βιομηχανία και την πολιτική εξαγωγών όπλων. Το ζήτημα αυτό αποτέλεσε κομβικό σημείο των διαπραγματεύσεων.

Στην προγραμματική συμφωνία υπάρχει μια γενική δέσμευση για αποπυρηνικοποίηση. Τίθεται ως στόχος ο έλεγχος των εξοπλισμών και ο αφοπλισμός ως προτεραιότητες της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Οι «σοσιαλοχριστιανοί» δηλώνουν από κοινού πως θέλουν να αποφύγουν μια και συμβατική και πυρηνική «κούρσα εξοπλισμών» στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Μια δεύτερη σημαντική –φαινομενικά– δέσμευση του συνασπισμού είναι αυτή για περιορισμό των εξαγωγών όπλων προς τρίτες χώρες, προς χώρες που δεν είναι μέλη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Τρίτη σημαντική δέσμευση είναι να σταματήσουν να πουλάνε όπλα στους άμεσα εμπλεκόμενους στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης και φυσικά στην ίδια την Υεμένη.

Πως μεταφράζονται όμως όλα αυτά; Πέραν μια γενικής δέσμευσης και του αποκλεισμού των εμπλεκομένων στην Υεμένη,  στην ουσία δεν υπάρχει τίποτα ουσιαστικά περιοριστικό. Όσα συμφωνήθηκαν ακούγονται θετικά έως και ιδεαλιστικά, αλλά η πρόσφατη εμπειρία απέδειξε ότι οι σοσιαλδημοκράτες και  οι χριστιανοδημοκράτες δεν είναι τόσο αντίθετοι, τουλάχιστον στο ζήτημα της εξαγωγής όπλων.

Το Δόγμα Μέρκελ και το ένοχο παρελθόν

Η ηχώ του Δόγματος Μέρκελ «μην επεμβαίνεις αλλά πούλα όπλα», όπως είχε γράψει το Spiegel, παραμένει ισχυρή. Από το 2013 που έκατσαν στο ίδιο κυβερνητικό τραπέζι οι Χριστιανοδημοκράτες/Χριστιανοκοινωνιστές με τους Σοσιαλδημοκράτες, οι τελευταίοι είχαν ταχθεί υπέρ της μείωσης των εξαγωγών όπλων. Θυμόμαστε τον σοσιαλδημοκράτη υπουργό Εξωτερικών Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, που έλεγε ότι προσπαθεί να μειώσει τις εξαγωγές. Και όμως είχε δίκιο ο Paul Russmann, εκπρόσωπος της εκστρατείας Aktion Aufschrei για τον περιορισμό των όπλων, όταν δήλωσε πως ο Γκάμπριελ «Είναι πραγματικά υπουργός που αντιφάσκει σε αυτό το σημείο».

Αυτό εδράζεται στο γεγονός ότι η συγκυβέρνηση την τετραετία 2013-2017 ενέκρινε τις περισσότερες εξαγωγές όπλων συγκριτικά με τις προηγούμενες γερμανικές κυβερνήσεις. Η γερμανική βιομηχανία όπλων την περίοδο 2014-2017 έβαλε στην τσέπη 24,9 δισ. ευρώ συνολικά. Αποτελεί αύξηση της τάξης του 21% σε σχέση με την περίοδο 2009-2013, όταν υπήρχε κυβέρνηση συνασπισμού των CDU/CSU με τους Φιλελευθέρους. Ειδικότερα, οι εξαγωγές όπλων προς τρίτες χώρες (εκτός ΕΕ και ΝΑΤΟ) αυξήθηκαν από την προηγούμενη κυβέρνηση συνασπισμού κατά 47%, αγγίζοντας τα 14,48 δισ. ευρώ.

Την χρονιά που μας πέρασε τα έσοδα της Γερμανίας από πωλήσεις όπλων σε τρίτες χώρες ανήλθαν σε 3,79 δισ ευρώ, 127 εκατ. ευρώ περισσότερα από ό,τι το 2016. Συγκριτικά με την κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων (1998-2002), o μεγάλος συνασπισμός υπό την Άγκελα Μέρκελ είχε διπλάσιας αξίας εξαγωγές όπλων. Θα έλεγες κανείς ότι οι σοσιαλδημοκράτες δεν είναι τόσο φιλειρηνιστές όσο θέλουν να δείχνουν.

Τα παραθυράκια της συμφωνίας

Μέχρι το 2021, η ευρωπαϊκή αμυντική αγορά προβλέπεται να μειωθεί κατά 1% έως 2.5%. Προβλέπεται, όμως, αύξηση της ζήτησης όπλων κατά 3% έως 5% από αναδυόμενες αγορές, όπως είναι η Κίνα και η Ινδία. Φυσικά αυτές οι αγορές δεν μπορεί να αφεθούν έτσι. Το να απαγορευτούν κάποιες πωλήσεις σε χώρες που προκαλούν την κοινή γνώμη, όπως η Τουρκία ή η Υεμένη, δεν είναι το τέλος του κόσμου.

Παρά τις δύσκολες γερμανοτουρκικές σχέσεις, που υποτίθεται ότι θα έβλαπταν τις γερμανικές εξαγωγές, φαίνεται ότι οι πωλήσεις όπλων στην Τουρκία συνεχίζονται, όπως επίσης και στο Ιράκ. Το να απαγορευτούν οι πωλήσεις όπλων προς μια εμπόλεμη ζώνη που κοπάζει, όπως η Υεμένη, δεν αποτελεί και σημαντικό εχέγγυο για μια πολιτική ουσιαστικών περιορισμών στις εξαγωγές. Ακόμα και αν χάνεται μια αγορά για κάποιους προσωρινούς λόγους, οι Γερμανοί βιομήχανοι δεν ανησυχούν. Υπάρχουν και αλλού «καλάθια» για να βάλουν τα «πορτοκάλια» τους.

Οι γερμανικές αμυντικές βιομηχανίες βρίσκουν παραθυράκια στις συμφωνίες των πολιτικών και στους περιοριστικούς νόμους. Μπορούν κάλλιστα να συνεχίσουν να παρακάμπτουν τους κανονισμούς εξαγωγών, μεταφέροντας την παραγωγή τους στο εξωτερικό. Και αυτό η γερμανική κυβέρνηση το γνωρίζει. Τα όπλα και τα πυρομαχικά των γερμανικών κολοσσών φθάνουν μέσω παρακάμψεων σε εμπόλεμες περιοχές, όπου είναι και οι καλοί πελάτες. Γι΄αυτό οι ακτιβιστές του Aktion Aufschrei διαμαρτύρονται στον κυβερνητικό συνασπισμό να καλύψει τα κενά που καθιστούν εφικτή την παραπάνω δραστηριότητα.

Τα δισεκατομμύρια είναι πολλά και στην Γερμανία η πολεμική βιομηχανία είναι ζήτημα ταμπού. Ένας συνασπισμός που διατήρησε τις εξαγωγές ψηλά είναι ο καλύτερος πολιτικός «υπηρέτης» του λόμπι της πολεμικής βιομηχανίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η συμφωνία της Μέρκελ με τον Σουλτς «είναι διακοσμητική που χρησιμεύει σαν βαρβιτουρικό για τον γερμανικό λαό» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η Aktion Aufschrei όταν πληροφορήθηκε τις λεπτομέρειες του «πολιτικού» γάμου.