Είναι το Ισραήλ φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου;
29/10/2026
Το Ισραήλ αυτοπαρουσιάζεται συστηματικά ως «η μόνη δημοκρατία στη Μέση Ανατολή», με την υποσημείωση – ρητή ή υπόρρητη – ότι πρόκειται για μια φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου. Είναι όμως έτσι; Η απάντηση προϋποθέτει μια στοιχειώδη διάκριση: Άλλο η ύπαρξη εκλογών και κοινοβουλευτικών θεσμών και άλλο η φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου, η οποία θεμελιώνεται στην ισοπολιτεία, την καθολικότητα των δικαιωμάτων, τον συνταγματισμό, το κράτος δικαίου και τον αποτελεσματικό περιορισμό της κρατικής εξουσίας.
Ήδη η διεθνής συγκριτική αποτίμηση δεν επιβεβαιώνει τον ισραηλινό αυτοχαρακτηρισμό. Ενδεικτικά, διότι με τις διεθνείς κατατάξεις εν γένει δε γίνεται δουλειά σε αυτά τα θέματα για προφανείς πολιτικούς λόγους, το ερευνητικό πρόγραμμα V-Dem, στην έκθεση του 2026, κατατάσσει το Ισραήλ στις «εκλογικές δημοκρατίες» και όχι στις «φιλελεύθερες δημοκρατίες», κατηγορία από την οποία εξέπεσε το 2023.
Ας αρχίσουμε από το συνταγματικό ζήτημα. Το Ισραήλ δεν διαθέτει Σύνταγμα (ούτε και είναι βέβαια αντίστοιχο του βρετανικού Common Law με όλα του τα συμπαρομαρτούντα και τις εγγυήσεις) αλλά θεμελιώδεις νόμους οιονεί συνταγματικής ισχύος, πολλοί από τους οποίους μπορούν να τροποποιηθούν με τη συνήθη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που ισχύει για τη νομοθεσία, κάτι που δεν ισχύει φερ’ ειπείν στη Γερμανία, όπου η αναθεώρηση του Grundgesetz απαιτεί ιδιαίτερα αυξημένες πλειοψηφίες.
Δεν υπάρχει ρητή, γενική συνταγματική κατοχύρωση της ισότητας όλων των πολιτών – κάποιοι θα λέγανε πως είναι ακριβώς η ισότητα ως ζητούμενο που αποκλείει το ενδεχόμενο ενός Συντάγματος. Αντιθέτως, ο θεμελιώδης νόμος του 2018 επιφυλάσσει ρητώς το δικαίωμα εθνικής αυτοδιάθεσης αποκλειστικά στον εβραϊκό λαό, σε ένα κράτος που δεν έχει μόνο εβραϊκό πληθυσμό. Ο θεμελιώδης νόμος του 2018 επιφυλάσσει την εθνική αυτοδιάθεση αποκλειστικά στον εβραϊκό λαό (εθνοθρησκευτικός προσδιορισμός δηλαδή).
Προφανώς όλα αυτά αναβλύζουν από τις θεμελιώδεις αντιφάσεις του project του κράτους του Ισραήλ ως θρησκευτικού ιουδαϊκού και ταυτόχρονα κοσμικού ισραηλινού κράτος, ήτοι και εθνικού και θρησκευτικού και κοσμικού και «δυτικού τύπου/ανοιχτό» και μόνο για τον εβραϊκό λαό, με το πρακτικό «δια ταύτα» της συγκεκριμένης επιλογής του κράτους ως προς την επίλυση της αντίφασης να εκδικάζεται αυτήν την εποχή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ICJ, όπου θέλουμε να προσφύγουμε με την Τουρκία).
Κατοχή, στρατοδικεία και γάμοι
Η θεσμική αυτή ασυμμετρία επεκτείνεται: Ο Νόμος της Επιστροφής ευνοεί την εγκατάσταση και πολιτογράφηση των επιλέξιμων προσώπων εβραϊκής καταγωγής, ενώ δεν αναγνωρίζεται ανάλογη δυνατότητα στους Παλαιστίνιους πρόσφυγες. Παράλληλα, τεκμηριώνονται διαχρονικές διακρίσεις εις βάρος των Αράβων πολιτών στη στέγαση, την πολεοδομία, την εκπαίδευση, τη δημόσια χρηματοδότηση και την απονομή της Δικαιοσύνης. Περιορισμοί στην οικογενειακή επανένωση με Παλαιστίνιους των κατεχόμενων εδαφών συμπληρώνουν αυτή την εικόνα.
Αλλά το αποφασιστικότερο ζήτημα βρίσκεται πέρα από τα διεθνώς μερικώς αναγνωρισμένα σύνορα του Ισραήλ. Στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη συνυπάρχουν, υπό την ίδια στρατιωτική εξουσία, δύο πληθυσμοί με διαφορετικό νομικό καθεστώς: Οι Ισραηλινοί έποικοι υπάγονται κατά βάση στο ισραηλινό αστικό δίκαιο και ψηφίζουν για την Κνεσέτ, ενώ οι Παλαιστίνιοι υπάγονται σε στρατιωτικό δίκαιο, δικάζονται από στρατοδικεία και δεν συμμετέχουν στις ισραηλινές εθνικές εκλογές.
Διαφορετικοί κανόνες μετακίνησης, στρατιωτικά σημεία ελέγχου, περιορισμοί πρόσβασης σε δρόμους, γη και φυσικούς πόρους, καθώς και κατεδαφίσεις κατοικιών, συγκροτούν ένα καθεστώς θεσμοποιημένης ανισότητας. Στην κατεχόμενη και μονομερώς προσαρτημένη Ανατολική Ιερουσαλήμ, οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι διαθέτουν καθεστώς μόνιμου κατοίκου, όχι ισραηλινή ιθαγένεια, και συνεπώς στερούνται ψήφου για την Κνεσέτ.
Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης διαπίστωσε το 2024 παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης κατά των Φυλετικών Διακρίσεων, ενώ έκθεση του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ τον Ιανουάριο του 2026 τεκμηριώνει πρακτικές διαχωρισμού και υποταγής που παραβιάζουν τις διεθνείς υποχρεώσεις απαγόρευσης του φυλετικού διαχωρισμού και του απαρτχάιντ. Η παρατεταμένη κατοχή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως άσχετη υποσημείωση, όταν αξιολογείται ο δημοκρατικός χαρακτήρας ενός κράτους.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική υπήρξε η νομοθεσία και το συνοδό στρατιωτικό διάταγμα που τέθηκε σε εφαρμογή στις 17 Μαΐου 2026 για τη θανατική ποινή – που ισχύει μόνο για τους Παλαιστινίους. Στα στρατοδικεία της Δυτικής Όχθης καθιερώνεται ως καταρχήν υποχρεωτική ποινή για ορισμένα θανατηφόρα τρομοκρατικά εγκλήματα, με δυνατότητα εξαίρεσης μόνο υπό ειδικές περιστάσεις, ενώ εξαιρούνται ρητώς από το συγκεκριμένο καθεστώς των στρατοδικείων οι Ισραηλινοί πολίτες και κάτοικοι, άρα και οι έποικοι. Στα πολιτικά δικαστήρια ισχύει διαφορετική, μη υποχρεωτική ρύθμιση. Η διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης ανάλογα με το νομικό καθεστώς των προσώπων είναι θεσμικά βαρύνουσα εδώ.
Ούτε στο πεδίο των ατομικών ελευθεριών απουσιάζουν ουσιώδεις αποκλίσεις από το δυτικό φιλελεύθερο πρότυπο. Το Ισραήλ δεν διαθέτει γενικό θεσμό πολιτικού γάμου εντός της επικράτειάς του: O γάμος διέπεται από θρησκευτικές δικαιοδοσίες, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τελεστούν εκεί γάμοι μεταξύ προσώπων διαφορετικού θρησκεύματος, παρότι αναγνωρίζονται γάμοι συναφθέντες στο εξωτερικό. Προστίθεται η αυξανόμενη πίεση στη δικαστική ανεξαρτησία, με τη μεταρρύθμιση του 2025 για την επιλογή δικαστών, η οποία ενισχύει την πολιτική επιρροή στους διορισμούς και προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ με την έναρξη της θητείας της νέας Κνεσέτ.
Δημοκρατία δυτικού τύπου όπου “ψηφίζουν και οι Άραβες”;
Ασφαλώς δεν είναι όλες αυτές οι αποκλίσεις ισοβαρείς, ούτε η απουσία ενιαίου γραπτού Συντάγματος αρκεί αφ’ εαυτής για να αποκλείσει ένα κράτος από την οικογένεια των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Είναι όμως η συνδυαστική τους λειτουργία, και πρωτίστως η θεσμοποιημένη ανισότητα μεταξύ πληθυσμών που υπάγονται επί δεκαετίες στην ίδια κρατική εξουσία, που καθιστά τον χαρακτηρισμό «φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου» εξαιρετικά προβληματικό.
Πέρα από το διπλό νομικό καθεστώς (για πολίτες Α΄ και Β΄ κατηγορίας δηλαδή), την απουσία Συντάγματος, την επιλεκτική θανατική ποινή, τους περιορισμούς μετακίνησης, τον φυλετικό διαχωρισμό κοκ, από τα πιο αποφασιστικά στοιχεία είναι η άνιση πολιτική συμμετοχή. Δεν είναι μόνο το ότι Ισραηλινοί έποικοι ψηφίζουν για την Κνεσέτ, ενώ οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης όχι, αλλά και στην Ανατολική Ιερουσαλήμ οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι κάτοικοι έχουν καθεστώς μόνιμης διαμονής – όχι πλήρη πολιτικά δικαιώματα Ισραηλινών πολιτών και άρα στερούνται δικαίωμα ψήφου.
Το Ισραήλ, αλλά και οι κατά φαντασίαν Ισραηλινοί Έλληνες πολιτικοί θα επιμείνουν: Κοιτάξτε για πόσο πλέρια δημοκρατία μιλάμε, ψηφίζουν ως και οι Άραβες (..ως μη όφειλαν;). Αμέσως όμως αυτό φαλκιδεύεται από την πραγματικότητα, αφού ψηφίζουν μόνο… κάποιοι Άραβες, όχι οι Άραβες. Η επίκληση του «καθολικού» εκλογικού δικαιώματος των Αράβων πολιτών του Ισραήλ αποσιωπά το πολύ ουσιαστικότερο ζήτημα: Ότι εκατομμύρια Παλαιστίνιοι γηγενείς και ιθαγενείς τελούν επί δεκαετίες υπό ισραηλινή κατοχική εξουσία, χωρίς να μετέχουν στη δημοκρατική νομιμοποίησή της.
Επομένως, η δημοκρατικότητα εξαρτάται αποφασιστικά από το πού χαράσσουμε τα όρια του δήμου που θεωρούμε πολιτικά υπολογίσιμο. Από αυτήν τη «δειγματοληπτική ψήφο» (αντί, βέβαια, καθολικού δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι όπως προϋποτίθεται στην έννοια της φιλελεύθερης δημοκρατίας, της δυτικού τύπου δημοκρατίας) προκύπτουν κόμματα… “μιαρά”, που αποκλείονται εξ ορισμού, ακριβώς επειδή αντιστοιχούν σε όσους εκ των Αράβων Ισραηλινών έχουν δικαίωμα ψήφου, όπως βλέπουμε μπροστά μας στις τρέχουσες εκλογές, από το να κληθούν να συμμετάσχουν σε κυβερνητικό συνασπισμό: είναι σήμερα placeholders.
Για να μην το πολυψειρίζουμε: Είναι παντελώς αδύνατον να χαρακτηριστεί το Ισραήλ «δημοκρατία δυτικού τύπου», εκτός αν κοροϊδευόμαστε άγρια και ασύδοτα αναμετάξυ μας, που είναι σημειωτέον και ακριβώς αυτό το οποίο πράττουμε!
“Ναι αλλά δεν λέτε για το Ιράν”
Θα ρωτήσει η μακαριότητα της άγνοιας: «Γιατί, σάμπως είναι το Ιράν δημοκρατία δυτικού τύπου»; Μα, το Ιράν ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι είναι φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου, σε αντίθεση με το Ισραήλ, και συνεπώς θα ήταν α-νόητο να μετρηθεί ως τέτοιο. Το υβριδικό, μεικτό πολιτειακό του σύστημα συστήνεται ως «ισλαμική πολιτεία/ρεπούμπλικα/
Πάντως, το Ιράν διαθέτει καθολικές εκλογές, γραπτό Σύνταγμα που τηρείται όσο τηρούνται τα ευρωπαϊκά – πάντως, το άρθρο 146 τηρείται σίγουρα…— και καθολικό εκλογικό δικαίωμα των ενηλίκων πολιτών του, με αναγνωρισμένα τα δικαιώματα των μειονοτήτων (Χριστιανών, Εβραίων και Ζωροαστρών), που ενίοτε συμπεριλαμβάνουν την άρση απαγορεύσεων που ισχύουν για την πλειονότητα (π.χ., στους Χριστιανούς και δη στους Αρμένιους επιτρέπεται το αλκοόλ υπό προϋποθέσεις).
Αυτό δεν καθιστά το Ιράν φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου, αφού η αρχή του Velâyat-e Faqih (ولایت فقیه) αποκλείει ένα τέτοιο ενδεχόμενο: Ο εκ των προτέρων έλεγχος των υποψηφίων για το εκλέγεσθαι από το Συμβούλιο των Φρουρών και η υπεροχή μη αιρετών θεσμών αναιρούν εκ σχεδιασμού τις φιλελευθεροφυτικοδημοκρατικές εγγυήσεις. Μετριέσαι, συνεπώς, με τον πήχυ που ο ίδιος επικαλείσαι. Αν αυτοσυστήνεσαι ως φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου όπως το Ισραήλ, «η μόνη στη Μέση Ανατολή», θα κριθείς ως τέτοια, θα πρέπει να εξετασθεί το εάν ισχύει η αξίωσή σου, ή τυγχάνει απλώς ψευδής.
Η περίπτωση του Λιβάνου
Μια τελευταία παρατήρηση. Αν αναζητούμε στη Μέση Ανατολή ένα πολιτειακό υπόδειγμα δυτικού τύπου ως προς τη ρητή συνταγματική αρχή της ισότιμης πολιτειότητας, τον κοινοβουλευτισμό και τη θρησκευτική πολυφωνία, αξίζει να στραφούμε μάλλον προς τον Λίβανο ως «τη μόνη δημοκρατία της Μέσης Ανατολής», παρά τις ιδιαιτερότητές του: Μια χώρα της οποίας το Σύνταγμα κατοχυρώνει ρητώς στο άρθρο 7 την ισότητα των πολιτών ενώπιον του νόμου (παρά την ομολογιακή κατανομή της πολιτικής εξουσίας).
Ο Πρόεδρος του Λιβάνου πρέπει να είναι Χριστιανός και δη Μαρωνίτης (εκ του الميثاق الوطني, al Mithaq al Watani, το θρησκευτικό οικογενειακό δίκαιο, τις έμφυλες ανισότητες, την ισχύ της Χεζμπολάχ και τις σοβαρότατες δυσλειτουργίες του κράτους) και το προοίμιο χαρακτηρίζει το πολίτευμα κοινοβουλευτική δημοκρατία, χωρίς αυτό να σημαίνει ταύτιση με τη φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου, διότι π.χ. το ομολογιακό σύστημα περιορίζει την ισοτιμία της πολιτικής συμμετοχής, ενώ το οικογενειακό δίκαιο παρουσιάζει σοβαρές θρησκευτικές και έμφυλες ανισότητες, κ.ο.κ.
Σε κάθε περίπτωση όμως, αν ψάχνουμε σώνει και ντε τη «μόνη δημοκρατία (δυτικού τύπου) της Μέσης Ανατολής» (γιατί να ψάχνουμε κάτι τέτοιο ως αυτοσκοπό, όμως;), τότε μάλλον προς Λίβανο πρέπει να κοιτάξουμε, καθ’ ότι αυτό προκύπτει από την πολιτειακή του θεμελίωση και δη εν συγκρίσει με άλλα πολιτεύματα της ευρύτερης περιοχής.
Κοινώς, στο ερώτημα του τίτλου (μπορεί να χαρακτηριστεί το Ισραήλ «δημοκρατία δυτικού τύπου»;) πρέπει να δοθεί μια ξεκάθαρα αρνητική απάντηση, χωρίς υποσημειώσεις και αστερίσκους. Άλλη απάντηση θα ήταν απλώς αδύνατη, εάν διατηρούμε έστω κάποια ψήγματα εντιμότητας, όπερ σπανίζει ολοένα και περισσότερο. Παράλληλα, αξίζει να λεχθεί ότι όλη αυτή η προβληματική ξεκινάει από μιαν αντίληψη, καθ’ εαυτήν διεθνολογικά προβληματική, ότι «πρέπει να συμπαθούμε τα κράτη με παρόμοιο πολιτικό σύστημα με το δικό μας και να αντιπαθούμε τα υπόλοιπα».
Αυτό το υποστηρίζουν άνθρωποι που δεν έχουν ιδιαίτερο πρόβλημα, φερ’ ειπείν, να έχουμε στενές σχέσεις με την απόλυτη οικογενειακή μοναρχία της Σαουδικής Αραβίας, όπου μέχρι το 2018 (!) απαγορευόταν να οδηγούν οι γυναίκες και όπου δεν υπάρχει Σύνταγμα διότι «Σύνταγμα είναι το Κοράνι!» (το Ιράν μας μάρανε μετά), δεν υπάρχει ενιαίο κοσμικό συνταγματικό κείμενο δυτικού τύπου, αφού ο ίδιος ο Θεμελιώδης Νόμος ορίζει ως Σύνταγμα το Κοράνι και τη Σούννα.
Δεν απλοποιούμε καλύτερα το επιχείρημα σε “καλούμαστε να συμπαθούμε όσα κράτη συμπαθούν οι ΗΠΑ και να αντιπαθούμε όσα κράτη αντιπαθούν οι ΗΠΑ”, να μη μπλέκουμε κιόλας με πολιτειολογικές αναδιφήσεις, που δύνανται να οπισθοκροτήσουν εξευτελιστικά;





