Ευρωσκεπτικισμός στην Ιταλία αλλά όχι έξοδος από ευρώ

Δημήτρης Δεληολάνης
3

του Δημήτρη Δεληολάνη  – 

Τα βλέμματα της Ευρώπης είναι στραμμένα στις ιταλικές εκλογές της 4ης Μαρτίου. Έχει παρέλθει πλέον η εποχή κατά την οποία το μέλλον της Ευρώπης φαινόταν να κρέμεται από κάποια εκλογική αναμέτρηση. Ωστόσο, παραμένει η ανησυχία για τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ιταλία, καθώς δύο σημαντικές πολιτικές δυνάμεις, η ακροδεξιά «Λέγκα του Βορρά» του Ματέο Σαλβίνι και το «Κίνημα 5 Αστέρων» του Μπέπε Γκρίλο, στο πρόσφατο παρελθόν έχουν τοποθετηθεί ανοιχτά εναντίον της Ευρωζώνης, της ΕΕ ή και των δύο.

Η ανησυχία αυξάνεται καθώς, όπως όλα δείχνουν, στις εκλογές ένα από τα «αντιευρωπαϊκά» κόμματα, το «Κίνημα 5 Αστέρων», θα αναδειχθεί πρώτη πολιτική δύναμη της χώρας: θεσμικά, με άλλα λόγια, την επομένη των εκλογών θα έχει τον πρώτο λόγο στις προσπάθειες σχηματισμού της νέας κυβέρνησης. Υπενθυμίζουμε ότι το ιταλικό Σύνταγμα δεν προβλέπει την αρχή της «δεδηλωμένης» και εναποθέτει στην κρίση του Προέδρου (Σέρτζο Ματαρέλα ο νυν) την επιλογή του εντολοδόχου πρωθυπουργού. Μέχρι τώρα, στην πράξη, δίδεται εντολή στον πολιτικό που θα υποδείξει το πρώτο κόμμα σε ποσοστά και σε κοινοβουλευτικές έδρες.

Παρατηρώντας τις ιταλικές εκλογές από μακριά μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η κρίση της Ευρωζώνης και οι προοπτικές της ΕΕ βρέθηκαν στην πρώτη θέση στην προεκλογική συζήτηση. Λάθος. Οι προεκλογικές κονταρομαχίες αφορούσαν εντελώς διαφορετικά θέματα: το μεταναστευτικό, το φορολογικό, την ένταξη (πολλών) ανθρώπων με ποινικές καταδίκες, ακόμη και μαφιόζων, στα ψηφοδέλτια και άλλα πολύ ενδιαφέροντα. Δεν είναι τυχαίο που αναποφάσιστοι και πιθανοί απέχοντες ξεπερνούν το εκπληκτικό 37%.

Τα προβλήματα των κατεστημένων δυνάμεων

Το «Δημοκρατικό Κόμμα» αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τις εκλογές προστατεύοντας τον βαλλόμενο από παντού αρχηγό του Ματέο Ρέντσι. Στην πρώτη του εκλογική αναμέτρηση, ο πρώην πρωθυπουργός επιβεβαίωσε πόσο ανεπαρκής είναι στην ηγεσία ενός μεγάλου κυβερνητικού κόμματος. Σε κάθε τηλεοπτική εμφάνιση τα ποσοστά του κόμματος πέφτουν: σύμφωνα με την τελευταία δημοσιευμένη δημοσκόπηση, στις 16 Φεβρουαρίου, το «Δημοκρατικό Κόμμα» ξεκίνησε τον Ιανουάριο από το 26% και έπεσε στο 21%. Τόσο που και ο Ρέντσι αναγκάστηκε να δηλώσει ότι δεν θα διεκδικήσει ξανά την πρωθυπουργία, αλλά θα αφήσει στη θέση του τον απερχόμενο πρωθυπουργό Πάολο Τζεντιλόνι.

Και ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι με τη Forza Italia έχει τα προβλήματά του. Προσπαθεί να πείσει τους Ιταλούς πως έχασε μεν τα εκλογικά του δικαιώματα (λόγω καταδίκης), αλλά εξακολουθεί να είναι ισχυρός πολιτικός παράγων. Η προσπάθειά του δεν έχει μεγάλη επιτυχία. Στις τηλεοπτικές εμφανίσεις του εξακολουθεί να είναι ο γνωστός Μπερλουσκόνι, με ανέκδοτα, υπερτροφικό «εγώ», άφθονες υποσχέσεις και αντικομμουνιστικά κηρύγματα. Αλλά όταν είσαι 83 ετών και το πρόσωπό σου παραμένει ανέκφραστο από τα botox, όλα αυτά μοιάζουν παρωδία.

Οι δημοσκοπήσεις τού δίνουν 15% αλλά δεν είναι αξιόπιστες: τα ιταλικά ΜΜΕ, που είναι αναφανδόν υπέρ του Ρέντσι, έχουν κάθε συμφέρον να διογκώσουν τα ποσοστά του Forza Italia, στην προσπάθειά τους να προκαλέσουν φοβικά αντανακλαστικά στους μετριοπαθείς ψηφοφόρους και να τους στρέψουν προς το «μικρότερο κακό», δηλαδή στο «Δημοκρατικό Κόμμα». Το σχέδιο για την επομένη των εκλογών παραμένει πάντα το ίδιο: μια κυβέρνηση Ρέντσι-Μπερλουσκόνι που να ορθώσει φράγμα στο «Κίνημα 5 Αστέρων» και να καθησυχάσει το Βερολίνο.

Υπάρχει, όμως, η σοβαρή πιθανότητα τα κουκιά να μην είναι αρκετά ούτε γι΄ αυτό. Και ο Πρόεδρος Ματαρέλα να αναγκαστεί να δείξει μεγάλη φαντασία, επινοώντας κυβερνήσεις «του Προέδρου», «μειοψηφίας», «μεταβατικές», «εξωκοινοβουλευτικές» και ποιος ξέρει τι άλλο. Υπάρχει μακρά σχετική παράδοση στην Ιταλία.

Οι πιρουέτες του «Κινήματος των 5 Αστέρων»

Εν όψει της εκλογικής πρωτιάς, ο Λουΐτζι Ντι Μάιο, υποψήφιος πρωθυπουργός του «Κινήματος των 5 Αστέρων», ανέλαβε να ολοκληρώσει τη διαδικασία μετεξέλιξης του κόμματός του προς μια πιο «ευπαρουσίαστη» και «σοβαρή» κυβερνητική εκδοχή. Σημαντικό στοιχείο σε αυτή την πορεία είναι η κατ’ ουσίαν αποδοχή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Αφού για χρόνια το «Κίνημα των 5 Αστέρων» μιλούσε για δημοψηφίσματα και για έξοδο από την Ευρωζώνη, μόλις ξεκίνησε η προεκλογική εκστρατεία ανακοίνωσε ότι «δεν είναι πλέον η σωστή στιγμή να βγούμε από το ευρώ». Σε πρόσφατη ομιλία του σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο της Ρώμης, ο Ντι Μάιο πρόσθεσε, με όση σοβαρότητα διαθέτει, πως «η ΕΕ δεν είναι θέμα εξωτερικής πολιτικής, αλλά ο φυσιολογικός οίκος της χώρας μας». Όσο για τα «προβλήματα που δημιουργούν οι πολιτικές λιτότητας», κατά τον Ντι Μάιο «πρέπει να σχηματίσουμε συμμαχίες με τις χώρες της νότιας Ευρώπης» με στόχο τη «βαθιά μεταρρύθμιση της ΕΕ». Με άλλα λόγια, εμπρός στον δρόμο που χάραξε η Αθήνα!

Οι πιρουέτες αυτές δεν πρόλαβαν να καταγραφούν στο επίσημο πρόγραμμα του «Κινήματος των 5 Αστέρων», που ακόμη καταγγέλλει πως η χώρα είναι «δέσμια του ενιαίου νομίσματος», το οποίο «μας ανάγκασε να μειώσουμε μισθούς και συντάξεις». Η αναφορά, βεβαίως, περιέχεται στο κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στην εξωτερική πολιτική.

Νερό στο κρασί του αντιευρωπαϊσμού

Αλλά και η «Λέγκα του Βορρά» έβαλε άφθονο νερό στο κρασί του αντιευρωπαϊσμού της. Κατά την προεκλογική εκστρατεία, ο Σαλβίνι αναφέρθηκε στην ΕΕ μόνο σε σχέση με το μεταναστευτικό. Την κατηγόρησε (πολύ σωστά, δυστυχώς) πως άφησε την Ιταλία μόνη να αντιμετωπίσει τα υπερφορτωμένα πλεούμενα που σαλπάρουν από τη Λιβύη. Καμία, όμως, αναφορά πλέον στην έξοδο από την Ευρωζώνη.

Στο κοινό προεκλογικό πρόγραμμα που η Λέγκα συνέταξε μαζί με το Forza Italia και το μικρό ακροδεξιό κόμμα «Αδελφοί της Ιταλίας», υπάρχει κεφάλαιο που τιτλοφορείται χαρακτηριστικά «Λιγότερα δεσμά από την Ευρώπη»: εκεί τονίζεται η αντίθεση των τριών δεξιών κομμάτων στην πολιτική λιτότητας. Η ΕΕ κατηγορείται επίσης για «υπερβολικό παρεμβατισμό» στη νομοθεσία των κρατών-μελών, για τη «γραφειοκρατική» και «αντιδημοκρατική» οργανωτική δομή της. Τονίζεται ακόμα πως η Ιταλία συνεισφέρει στον προϋπολογισμό της ΕΕ με περισσότερα κεφάλαια απ’ όσα κοινοτικά κονδύλια καταφέρνει να απορροφήσει.

«Η λύση –καταλήγει το πρόγραμμα– είναι μια ριζική ανάκτηση εθνικής κυριαρχίας», κατοχυρώνοντας νομοθετικά το πρωτείο του ιταλικού Συντάγματος απέναντι στην κοινοτική νομοθεσία και προστατεύοντας το made in Italy. Κι όλα αυτά τη στιγμή που ο Μπερλουσκόνι στο συνέδριο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, στα τέλη Ιανουαρίου, έπλεξε το εγκώμιο της ΕΕ και της Μέρκελ και διαβεβαίωσε πως αναλαμβάνει «προσωπικά» να «ορθώσει τείχος ενάντια στον αντιευρωπαϊκό λαϊκισμό» του «Κινήματος των 5 Αστέρων».

Το θέμα του ισολογισμού εισφορών-εισπράξεων της Ιταλίας με την ΕΕ προφανώς θεωρείται δημοφιλές από την ιταλική πολιτική ηγεσία. Το βρίσκουμε και στο εκλογικό πρόγραμμα του «Δημοκρατικού Κόμματος». Το κόμμα του Ρέντσι, βεβαίως, κάνει επίδειξη ευρωπαϊκού πνεύματος και μιλά με στόμφο για «πορεία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης».

Προσθέτει, όμως, αμέσως μετά πως «απαιτείται να ληφθούν υπ’ όψιν τα κονδύλια που η Ιταλία προσφέρει στον προϋπολογισμό της ΕΕ και τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι χώρες που εισπράττουν τα κονδύλια αυτά σε σχέση με το προσφυγικό και το μεταναστευτικό». Είναι σαφής αναφορά στις χώρες του Βίζενγκραντ, που απέρριψαν το πρόγραμμα μετεγκατάστασης των Βρυξελλών. Το κείμενο κατακρίνει και τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας (Fiscal Compact), το οποίο, όμως, το 2013 το «Δημοκρατικό Κόμμα» είχε θελήσει να εντάξει στο ιταλικό Σύνταγμα.

Φιλοκοινοτικά κόμματα και ευρωσκεπτόμενος λαός

Συμπέρασμα: οι κίνδυνοι αποσταθεροποίησης της Ευρωζώνης από το αποτέλεσμα των ιταλικών εκλογών είναι μηδαμινοί. Οι Ιταλοί φωνάζουν και διαμαρτύρονται, αλλά καταλαβαίνουν πως η ΕΕ είναι ένας απαραίτητος εταίρος. Το ίδιο ισχύει και για το ενιαίο νόμισμα: οι φωνές υπέρ της εξόδου από την Ευρωζώνη, που βασίζονταν στο σοβαρό επιχείρημα ότι η Ιταλία είναι εξαγωγική χώρα και θα είχε σοβαρά οφέλη από την υποτίμηση της λιρέτας, τελικά παρέμειναν στο πλαίσιο της αγανάκτησης και της διαμαρτυρίας. Δεν μετατράπηκαν σε σοβαρή πολιτική πρόταση, δεν υιοθετήθηκαν από καμία πολιτική δύναμη.

Βεβαίως, η απογοήτευση της ιταλικής κοινής γνώμης από την ΕΕ είναι θεαματική: μέχρι πριν μια δεκαετία το ποσοστό συναίνεσης ήταν γύρω στο 70%, ένα από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη. Τώρα έχει πέσει σε ποσοστό μικρότερο από το 40%. Αυτό καθρεφτίζεται και στα προγράμματα των κομμάτων, που αποφεύγουν προτάσεις ριζικής ρήξης, αλλά είναι αυστηρά στη (βάσιμη) κριτική τους προς την πολιτική της ΕΕ, κυρίως σε ό,τι αφορά το μεταναστευτικό και τη διαχείριση της κρίσης της Ευρωζώνης.