Γιατί δεν βγαίνει η εξίσωση Τραμπ με το Ιράν
23/07/2026
Η ισχύς μιας υπερδύναμης δεν μετριέται μόνο από τις στρατιωτικές δυνατότητες που διαθέτει. Μετριέται πρωτίστως από τη συνέπεια μεταξύ πολιτικών στόχων, στρατιωτικών μέσων και διπλωματικής στρατηγικής. Αυτό ακριβώς φαίνεται να λείπει σήμερα από την αμερικανική πολιτική έναντι του Ιράν.
Η προειδοποίηση του απόστρατου Συνταγματάρχη Λώρενς Γουίλκερσον, στενού συνεργάτη του Στρατηγού Κόλιν Πάουελ, τόσο όσο ήταν Αρχηγός του Μικτού Επιτελείου των ΗΠΑ, όσο και ως Υπουργός Εξωτερικών, δεν αφορά απλώς έναν ακόμη πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Αφορά μια βαθύτερη κρίση στρατηγικής σκέψης στην Ουάσινγκτον λόγω διαρκών αντιφάσεων. «Έχουμε μια καταστροφή. Έχουμε μια τρελή σύγκρουση από την οποία δεν υπάρχει τρόπος να απαλλαγούν οι Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς μεγάλες απώλειες».
Η μεγαλύτερη αντίφαση της πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ είναι ότι επιδιώκει δύο στόχους που δύσκολα συμβιβάζονται. Από τη μία πλευρά, διακηρύσσει ότι θέλει να τερματίσει τους “ατελείωτους πολέμους” και να αποσύρει τις ΗΠΑ από δαπανηρές στρατιωτικές εμπλοκές. Από την άλλη, απαιτεί από τους αντιπάλους της Αμερικής πλήρη υποχώρηση, χωρίς να είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί τους αναγκαίους συμβιβασμούς που απαιτεί κάθε διαπραγμάτευση.
Στην περίπτωση του Ιράν, αυτό μεταφράζεται σε μια στρατηγική που επιδιώκει ταυτόχρονα αποκλιμάκωση και διαρκή πίεση. Ειρήνη, χωρίς συμβιβασμό. Ανακωχή, χωρίς αμοιβαίες υποχωρήσεις. Κυριαρχία, χωρίς ολοκληρωτικό πόλεμο. Η ιστορία μας λέει ότι κάτι τέτοιες… “εξισώσεις” πολύ σπάνια αποδίδουν.
Από τη “μέγιστη πίεση” στη “μέγιστη ασάφεια”
Η πολιτική της “μέγιστης πίεσης” απέβλεπε στο να εξαναγκάσει την Τεχεράνη να αποδεχθεί μια νέα, ευρύτερη συμφωνία. Ωστόσο η πρακτική εφαρμογή της χαρακτηρίστηκε από συνεχείς μεταβολές. Άλλοτε η Ουάσινγκτον διαμήνυε ότι δεν επιδιώκει αλλαγή καθεστώτος. Λίγο αργότερα άφηνε να εννοηθεί ότι το ιρανικό καθεστώς δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει με τη σημερινή του μορφή. Άλλοτε άνοιγε παράθυρο διαπραγματεύσεων.
Στη συνέχεια επέβαλλε νέες κυρώσεις ή κλιμάκωνε τη στρατιωτική πίεση. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ενός περιβάλλοντος στρατηγικής ασάφειας, στο οποίο ούτε οι σύμμαχοι ούτε οι αντίπαλοι μπορούσαν να είναι βέβαιοι ποιος ήταν ο πραγματικός αμερικανικός στόχος.
Η σκιά της αποχώρησης από την JCPOA
Η απόφαση του Τραμπ το 2018, στην πρώτη του προεδρία, να αποχωρήσει από την πυρηνική συμφωνία του 2015 (JCPOA) επί Ομπάμα, κάτι που εκτιμάται ότι έγινε μετά από την πίεση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Νετανιάχου, άφησε βαθύ αποτύπωμα στην αξιοπιστία της αμερικανικής διπλωματίας. Ανεξάρτητα από την κριτική που μπορεί να ασκηθεί στη συμφωνία, το μήνυμα που έλαβε η Τεχεράνη ήταν σαφές: Μια συμφωνία με την Ουάσινγκτον μπορεί να ανατραπεί, απλά και μόνο με αλλαγή του προέδρου.
Πλέον όμως αυτού δυο φορές και με τις διαπραγματεύσεις σε εξέλιξη, τον Ιούνιο 2025 και τον περασμένο Φεβρουάριο, η Αμερική με το Ισραήλ επιτέθηκαν με μεγάλη σφοδρότητα στο Ιράν. Αυτό εξηγεί γιατί σήμερα το Ιράν αντιμετωπίζει κάθε νέα αμερικανική πρόταση με βαθιά δυσπιστία.
Οι αντιφάσεις της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ
Βέβαια αυτή η προσέγγιση της Ουάσινγκτον εμφανίζεται και σε άλλα μέτωπα. Στην Ουκρανία, ο Τραμπ έχει κατά καιρούς δηλώσει ότι μπορεί να τερματίσει γρήγορα τον πόλεμο μέσω διαπραγμάτευσης, ενώ ταυτόχρονα έχει υιοθετήσει σκληρή ρητορική απέναντι στη Ρωσία, όταν έκρινε ότι η Μόσχα δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του.
Στη Μέση Ανατολή, δηλώνει ότι επιδιώκει σταθερότητα, αλλά υποστηρίζει πολιτικές που, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, αυξάνουν τον κίνδυνο περιφερειακής κλιμάκωσης. Πρόσφατο παράδειγμα, η Συμφωνία για την πυρηνική ενέργεια με την Σαουδική Αραβία. Στο εμπόριο, επικαλείται την ανάγκη προστασίας της αμερικανικής οικονομίας, ενώ οι εκτεταμένοι δασμοί και οι εμπορικές συγκρούσεις έχουν δημιουργήσει νέες αβεβαιότητες στις διεθνείς αγορές. Το κοινό χαρακτηριστικό αυτών των περιπτώσεων είναι η έμφαση στην άσκηση πίεσης ως κύριου εργαλείου διαπραγμάτευσης και αυτή η ίδια η προσωπικότητα του προέδρου Τραμπ.
Το Ιράν δεν είναι… ανίσχυρο
Το Ιράν δεν είναι ένα απομονωμένο μικρό κράτος. Μιλάμε για μία χώρα περίπου 93 εκατομμυρίων κατοίκων, με γεωγραφικό βάθος, ανεπτυγμένη αμυντική βιομηχανία, σημαντικές πυραυλικές δυνατότητες και πολυεπίπεδες περιφερειακές σχέσεις. Διατηρεί στενή συνεργασία με τη Ρωσία και την Κίνα, ενώ έχει ενισχύσει τη θέση του σε εναλλακτικούς διεθνείς οργανισμούς και οικονομικά δίκτυα.
Ενώ οι αρμόδιες αμερικανικές υπηρεσίες είναι σε θέση να “διαβάσουν”, να αναλύσουν και να κάνουν καίριες εκτιμήσεις, οι στενοί συνεργάτες του Τραμπ που του λένε αυτά που θέλει να ακούει, θεωρούν ότι μετά από 145 ημέρες σύγκρουσης το Ιράν μπορεί να υποκύψει απλώς μέσω μεγαλύτερης πίεσης, αγνοώντας την γεωπολιτική πραγματικότητα.
Το Βιετνάμ δίδαξε ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί. Το Αφγανιστάν δίδαξε ότι ακόμη και είκοσι χρόνια πολέμου δεν εγγυώνται πολιτική νίκη. Το Ιράκ δίδαξε ότι η ανατροπή ενός καθεστώτος δεν συνεπάγεται σταθερότητα. Σήμερα επαναλαμβάνεται το ίδιο λάθος απέναντι στο Ιράν. Όχι επειδή η Αμερική δεν διαθέτει στρατιωτική ισχύ. Αλλά επειδή φαίνεται να αναζητά στρατιωτικές λύσεις σε προβλήματα που είναι πρωτίστως πολιτικά και γεωστρατηγικά.
Το πραγματικό δίλημμα
Οι υπερδυνάμεις δεν αποτυγχάνουν επειδή δεν μπορούν να κερδίσουν μάχες. Αποτυγχάνουν όταν συγχέουν τη νίκη στο πεδίο της μάχης με την επίτευξη των πολιτικών τους στόχων. Αν οι Αμερικανοί συνεχίσουν να εναλλάσσουν διαπραγματεύσεις, κυρώσεις, στρατιωτικές απειλές και κινήσεις αποκλιμάκωσης, χωρίς ένα συνεκτικό στρατηγικό σχέδιο, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να επιβεβαιωθεί η ιστορική ειρωνεία: Να διαθέτει η Ουάσινγκτον την ισχυρότερη στρατιωτική μηχανή στον κόσμο, αλλά να αδυνατεί να μετατρέψει αυτή την υπεροχή σε μια σταθερή και διαρκή πολιτική νίκη.
Η συνεχής εναλλαγή μεταξύ απειλής και διαπραγμάτευσης, μεταξύ συμβιβασμού και μαξιμαλισμού, που δυσκολεύει συμμάχους και αντιπάλους να προβλέψουν τις αμερικανικές κινήσεις αυξάνει τον κίνδυνο λανθασμένων στρατηγικών υπολογισμών.
Η μεγάλη στρατηγική αδυναμία
Ο πόλεμος είναι ουσιαστικά μία πολιτική πράξη η οποία χρησιμοποιεί ως κύριο μέσο την στρατιωτική βία. Αυτό σημαίνει ότι κάθε στρατιωτική επιχείρηση οφείλει να υπηρετεί έναν σαφώς καθορισμένο πολιτικό σκοπό. Στην περίπτωση του Ιράν, όμως, προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα, ποιος ακριβώς ήταν ο τελικός πολιτικός στόχος της Ουάσινγκτον;
Η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος; Η καταστροφή ή τουλάχιστον η εγκατάλειψη του πυρηνικού προγράμματος; Το βαλλιστικό οπλοστάσιο της Τεχεράνης; Η αποδυνάμωση του δικτύου των περιφερειακών συμμάχων της; Ή μήπως μία απόδειξη ότι η πανίσχυρη Αμερική επιβάλει τους κανόνες; Σήμερα η αμερικανική στρατιωτική προσπάθεια ξεχνάει όλα τα παραπάνω και εστιάζεται κατά ομολογία του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο στο να ανοίξει με ασφάλεια το Στενό του Ορμούζ, το οποίο όμως πριν τον πόλεμο ήταν… ανοικτό!
Όλη αυτή η ασάφεια δημιούργησε τον κίνδυνο τα στρατιωτικά μέσα να αποσυνδεθούν από τον πολιτικό σκοπό που υποτίθεται ότι όφειλαν να υπηρετούν. Κρίνεται σκόπιμο να επαναλάβουμε ξανά ότι όταν απουσιάζουν σαφώς καθορισμένοι και ρεαλιστικοί πολεμικοί στόχοι, ένα διακριτό και επιτεύξιμο επιθυμητό τελικό αποτέλεσμα και μια βιώσιμη στρατηγική εξόδου, ακόμη και η ισχυρότερη στρατιωτική μηχανή του κόσμου κινδυνεύει να μετατρέψει τις τακτικές επιτυχίες σε στρατηγική αποτυχία.
Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα
Η σύγκρουση αυτή αποτελεί μία υπενθύμιση ότι η στρατηγική δεν είναι η συσσώρευση ισχύος ούτε η διαδοχή εντυπωσιακών στρατιωτικών ενεργειών. Είναι η ικανότητα να συνδέονται με συνέπεια οι πολιτικοί σκοποί, τα στρατιωτικά μέσα και η διπλωματία σε ένα ενιαίο σχέδιο. Όταν αυτή η σύνδεση διαρρηγνύεται, ακόμη και η συντριπτική στρατιωτική υπεροχή χάνει την αποτελεσματικότητά της.
Η ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν δοκιμάζονται όταν κερδίζουν μάχες, αλλά όταν αδυνατούν να μετατρέψουν τις επιχειρησιακές επιτυχίες σε διαρκή πολιτικά αποτελέσματα. Από το Βιετνάμ μέχρι το Αφγανιστάν και το Ιράκ, το επαναλαμβανόμενο πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη δύναμης, αλλά η ασάφεια ως προς το τι ακριβώς επιδίωκαν να επιτύχουν.
Η μεγαλύτερη παγίδα για κάθε υπερδύναμη είναι η αλαζονεία της ισχύος. Η πεποίθηση ότι μπορεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική σκέψη. Όμως, όπως απέδειξε επανειλημμένα η ιστορία, η ισχύς χωρίς σαφή πολιτική κατεύθυνση δεν παράγει στρατηγικά αποτελέσματα. Όταν μάλιστα υπεισέρχονται προσωπικές επιλογές και αυτοσχεδιασμός παράγονται παρατεταμένες κρίσεις, ακούσιες κλιμακώσεις και σοβαρά στρατηγικά αδιέξοδα. Ως ακροτελεύτια παρατήρηση θα λέγαμε ότι καθίσταται εύκολα αντιληπτό ότι οι αυτοσχεδιασμοί του Τραμπ κάνουν την διεθνή ασφάλεια εξαιρετικά εύθραυστη και φέρνουν την παγκόσμια οικονομία σε αναταραχή.





