Ξεθώριασαν οι κόκκινες γραμμές της Ρωσίας – Υπό πίεση ο Πούτιν
27/06/2026
Σε προηγούμενο άρθρο μου κατέγραψα την κατάσταση που επικρατεί στα μέτωπα του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας, ανασκευάζοντας τις προπαγανδιστικές αφηγήσεις. Στο σημερινό άρθρο θα επιχειρήσω να απαντήσω στο κρίσιμο ερώτημα γιατί η Μόσχα δεν χρησιμοποιεί τα μέσα που διαθέτει για να τελειώσει αυτόν τον πολύνεκρο πόλεμο με τους δικούς της όρους.
Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το Κρεμλίνο εξαρχής χαρακτήρισε τη ρωσική εισβολή “ειδική στρατιωτική επιχείρηση” κι όχι πόλεμο. Εκτός των άλλων λόγων, ο Πούτιν πίστευε πως οι ρωσικές δυνάμεις θα συναντούσαν μικρή αντίσταση και από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στην ανατολική Ουκρανία θα γίνονταν δεκτές σαν απελευθερωτές. Αυτός είναι και ο λόγος που η δύναμη εισβολής αριθμούσε μόνο 120-130 χιλιάδες στρατιώτες, έναν ελάχιστο αριθμό για το μέγεθος της Ουκρανίας.
Η αλήθεια είναι πως αποστολή του ρωσικού στρατού ήταν να καταλάβει το Κίεβο, να ανατρέψει το δυτικόφιλο καθεστώς που είχε εγκαθιδρυθεί εκεί μετά το 2014 και να επιβάλει ένα φιλορωσικό. Γι’ αυτό και οι Ρώσοι απέφυγαν πλήρως να εξουδετερώσουν προκαταβολικά την όποια αντίσταση, βομβαρδίζοντας συστηματικά κέντρα διοίκησης και βάσεις του ουκρανικού στρατού. Δεν ήθελαν τότε να δημιουργήσουν ένα ψυχολογικό ρήγμα με τον ουκρανικό πληθυσμό, προσδοκώντας σ’ ένα φιλορωσικό καθεστώς.
Η εισβολή είχε τον χαρακτήρα ενός “πολέμου ελιγμών”, αλλά συνάντησε μεγαλύτερη αντίσταση απ’ όσο είχε υπολογίσει το Κρεμλίνο. Παρόλα αυτά, οι Ρώσοι κατάφεραν να ελέγξουν περιοχές στην ανατολική και νότια Ουκρανία. Έφθασαν, μάλιστα, στα προάστια του Κιέβου. Επιδιώκοντας να καταστήσει την Ουκρανία μία χώρα με μικρό στρατό και μη εχθρική προς τη Ρωσία, το Κρεμλίνο απέσυρε τις δυνάμεις του από τα προάστια του Κιέβου, ως κίνηση καλής θέλησης στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την ειρήνη που πραγματοποιήθηκαν την άνοιξη 2022 στην Κωνσταντινούπολη.
Για μία ακόμα φορά, η Μόσχα παραπλανήθηκε. Είχε παραπλανηθεί με τις Συμφωνίες του Μίνσκ 1 και 2, όπως αποκάλυψαν οι Μέρκελ και Ολάντ, παραπλανήθηκε και την άνοιξη 2022, όταν ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον πίεσε τον Ζελένσκι να τινάξει στον αέρα την συμφωνία που είχε επιτευχθεί στην Κωνσταντινούπολη. Με τη βοήθεια της Δύσης, μάλιστα, ο ουκρανικός στρατός κατάφερε το 2022 να αντεπιτεθεί με πολύ περισσότερες –λόγω επιστράτευσης– δυνάμεις από τους Ρώσους και να ανακαταλάβει μεγάλες περιοχές και στην ανατολική και στη νότια Ουκρανία.
Την κατάσταση τότε έσωσε για τη Ρωσία, ο στρατηγός Σουροβίκιν που ανέλαβε τη διοίκηση στην πιο κρίσιμη στιγμή. Επέτυχε την ανασύνταξη των ρωσικών δυνάμεων και απέκρουσε τη μεγάλη ουκρανική αντεπίθεση το καλοκαίρι 2023 στην περιοχή της Ζαπορόζιε. Από τότε και με τη βοήθεια μίας μερικής εθελοντικής επιστράτευσης (με συμβόλαια) ο ρωσικός στρατός ανέλαβε την πρωτοβουλία κι άρχισε να ξανακερδίζει έδαφος, τώρα πλέον, όμως, με πολύ αργό ρυθμό. Η αιτία είναι ότι λόγω και της ολοένα και μεγαλύτερης συμμετοχής των drones, ο πόλεμος μετατράπηκε σε πόλεμο θέσεων και εκατέρωθεν φθοράς.
Δυσαρέσκεια στην Ρωσία
Από την πρώτη στιγμή η Δύση στάθηκε ενεργά στο πλευρό του Κιέβου σ’ όλα τα επίπεδα (διπλωματική και οικονομική βοήθεια, επιχειρησιακές πληροφορίες, οπλικά συστήματα και στρατιωτικούς συμβούλους). Ακόμα και η κυβέρνηση Μπάιντεν, όμως, που πρωτοστατούσε στην επιβολή πρωτοφανών κυρώσεων στη Ρωσία, επιδιώκοντας να γονατίσει την οικονομία της και να αποσταθεροποιήσει το καθεστώς Πούτιν, ήταν προσεκτική στο ποια οπλικά συστήματα έδινε στους Ουκρανούς.
Δεν τους έδινε π.χ. πυραύλους ικανούς να πλήξουν στόχους στο εσωτερικό της Ρωσίας, φοβούμενη ότι θα προκαλούσε μία αντίδραση εκ μέρους της Μόσχας, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πυρηνική σύγκρουση. Από την πλευρά του, το Κρεμλίνο χρησιμοποιούσε γενικόλογες απειλές, αποφεύγοντας, όμως, να καθορίσει συγκεκριμένα τις κόκκινες γραμμές του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, η Δύση σταδιακά να κάνει τα βήματα που λόγω φόβου δεν έκανε εξαρχής.
Το γεγονός, μάλιστα, πως οι κατά καιρούς ρωσικές απειλές έμεναν στα λόγια, δημιούργησε στη Δύση την εντύπωση πως μπορεί να προχωρήσει σε επιθετικές κινήσεις που η ίδια θεωρούσε στην αρχή απαγορευμένες. Κάπως έτσι φτάσαμε σήμερα οι Ουκρανοί να προκαλούν επώδυνα πλήγματα σε διυλιστήρια, αποθήκες, πολεμικές βιομηχανίες και χημικά εργοστάσια βαθιά στο εσωτερικό της Ρωσίας. Σ’ αυτό αναμφίβολα συνέβαλε και η εξέλιξη της τεχνολογίας των drones, αλλά το βασικό είναι ότι σταδιακά εξατμίστηκε ο φόβος της Δύσης για σκληρά ρωσικά αντίποινα που θα την έθεταν ενώπιον επώδυνων διλημμάτων. Με άλλα λόγια, αυτά τα χρόνια έλαβε χώρα μία διολίσθηση σε βάρος της Ρωσίας.
Μπορεί οι ρωσικές δυνάμεις στο έδαφος να προελαύνουν, έστω και με αργό ρυθμό, αλλά οι συνεχείς ουκρανικές επιθέσεις με drones και δυτικούς πυραύλους, της προκαλούν αιμορραγία και σοβαρά προβλήματα στον εφοδιασμό του στρατού, αλλά και του πληθυσμού ειδικά στην Κριμαία και στην περιοχή της Ζαπαρόζιε. Υπενθυμίζω ότι ο Πούτιν απέφυγε την επιστράτευση –προτίμησε μισθοφόρους που κοστίζουν μεγάλα ποσά στον προϋπολογισμό– με σκοπό να μην προκαλέσει δυσαρέσκεια, ειδικά στα αστικά στρώματα των μεγάλων πόλεων. Με άλλα λόγια, επεδίωξε ο πόλεμος να μείνει μακριά από τη ρωσική επικράτεια, αλλά αυτό δεν ισχύει εδώ και αρκετό καιρό. Οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν μετατρέψει τον πόλεμο σε πρόβλημα και για τους περισσότερους Ρώσους.
Ο Ζελένσκι δεν κρύβει ότι σκοπός του είναι να οξύνει τη δυσαρέσκεια στη Ρωσία, με σκοπό να υποχρεώσει το Κρεμλίνο να αποδεχθεί κατάπαυση του πυρός και διαπραγματεύσεις με βάση τους δυτικούς όρους. Το ίδιο επιδιώκουν και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο πόλεμος προκαλεί κοινωνική δυσαρέσκεια, αλλά κατά κανόνα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Προφανώς, υπάρχουν κι αυτοί που θέλουν να τελειώσει ο πόλεμος, αδιαφορώντας για τους όρους. Αυτή, όμως, είναι μία μειονότητα. Στη μεγάλη πλειονότητά τους οι Ρώσοι είναι δυσαρεστημένοι με τον Πούτιν, επειδή δεν κάνει ό,τι απαιτείται για να κερδίσει τον πόλεμο. Κατά έναν τρόπο, θεωρούν ότι η Ρωσία πολεμάει μόνο με το ένα χέρι, όχι και με τα δύο και γι’ αυτό παρατείνεται ο πόλεμος! Αυτή είναι η κύρια αιτία που έχει πέσει η δημοτικότητα του Ρώσου προέδρου, αν κι ακόμα παραμένει υψηλή.
Τραμπ και Ουκρανία
Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να εισαγάγουμε στη συζήτηση τον παράγοντα Τραμπ. Η επανεκλογή του το Νοέμβριο 2024 τροφοδότησε προσδοκίες στη Μόσχα. Αυτές οι προσδοκίες ενισχύθηκαν από τις κινήσεις του το πρώτο εξάμηνο του 2025 και κορυφώθηκαν με τη συνάντηση κορυφής στο Άνκορατζ της Αλάσκας. Εκεί Τραμπ και Πούτιν συμφώνησαν και σε μία φόρμουλα για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Η αλήθεια είναι ότι ο Τραμπ διαφοροποιήθηκε από την αντιρωσική ρητορική, πίεσε τους Ευρωπαίους, αμφισβήτησε εμμέσως το ΝΑΤΟ και σταμάτησε την παροχή χρημάτων και οπλικών συστημάτων στο Κίεβο. Δεν σταμάτησε, ωστόσο, ούτε την παροχή επιχειρησιακών πληροφοριών, ούτε απέσυρε τους Αμερικανούς στρατιωτικούς συμβούλους και τις βάσεις της CIA. Αν και προσπάθησε, λοιπόν, να αυτοπροβληθεί σαν τρίτος μεσολαβητής, στην πραγματικότητα οι ΗΠΑ παρέμειναν εμπλεκόμενο μέρος στον πόλεμο.
“Αγοράζοντας” τοις μετρητοίς το λεγόμενο “πνεύμα του Άνκορατζ”, ο Πούτιν αντιμετώπισε τον Αμερικανό ομόλογό του όχι μόνο σαν… ανεξάρτητο μεσολαβητή, αλλά και σαν αυτόν που θα αλλάξει ριζικά το πλαίσιο των διμερών σχέσεων. Εκτός των άλλων (δρομολόγηση φιλόδοξων οικονομικών και ενεργειακών συνεργασιών) θεώρησε πως θα εγγυηθεί, μέσω μίας ευρύτερης αρχιτεκτονικής ασφαλείας, την εθνική ασφάλεια της Ρωσίας. Στο πλαίσιο αυτό, το Κρεμλίνο έκανε ένα μεγάλο συμβιβασμό.
Τον Ιούνιο 2024 είχε θέσει ως βασικό όρο για μία συμφωνία ειρήνευσης, η Ουκρανία να μετατραπεί σ’ ένα κράτος-μαξιλάρι μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ, το οποίο δεν θα ήταν εχθρικό προς τη Ρωσία. Αυτό το νόημα είχε ο όρος περί “αποναζιστικοποίησης”. Στο Άνκορατζ εγκατέλειψε αυτόν τον όρο και έθεσε μόνο τον όρο το Κίεβο να εγκαταλείψει την οχυρωμένη βιομηχανική περιοχή του Ντονμπάς που παρέμενε υπό ουκρανικό έλεγχο (Κωνσταντινίβκα-Κραματόρσκ-Σλαβιάνσκ) και βεβαίως να αναγνωρίσει την εδαφική πραγματικότητα που είχε διαμορφωθεί από τις μάχες.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Έχοντας πίσω του την Ευρώπη, ο Ζελένσκι απέρριψε τον ρωσικό όρο, με αποτέλεσμα η όποια διπλωματική διαδικασία να βαλτώσει, λόγω και της κρίσης στον Κόλπο. Ο Πούτιν, όμως, δείχνει να έχει αγκιστρωθεί στο λεγόμενο “πνεύμα του Άνκορατζ”, παρότι είναι ηλίου φαεινότερο ότι ακόμα κι αν αυτό υπήρξε ποτέ, έχει εδώ και καιρό εκπνεύσει. Και η τελευταία σύνοδος κορυφής των G7 το κατέστησε εξόφθαλμο. Ο Τραμπ υπέγραψε τα συμπεράσματα, τα οποία είναι ασύμβατα με το “πνεύμα του Άνκορατζ”.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί παρόλα αυτά, ο Πούτιν δεν κάνει ό,τι χρειάζεται για να τελειώσει αυτόν τον πόλεμο με τους ρωσικούς όρους. Γιατί δεν χρησιμοποιεί, έστω και καθυστερημένα, όλες τις συμβατικές δυνατότητες για να κάμψει το Κίεβο; Την απάντηση θα προσπαθήσω να δώσω στο επόμενο άρθρο μου.





