Η λογική της κατηφόρας είναι ο πάτος

Ανδρέας Θεοφάνους
1

του Ανδρέα Θεοφάνους –

Η πολιτική η οποία ακολουθήθηκε για δεκαετίες στο Κυπριακό και εντάθηκε μετά το 2008 ναυάγησε στο Κραν Μοντάνα. Παρά ταύτα διάφορες δυνάμεις εντός και εκτός Κύπρου επιμένουν σε άμεση επανάληψη των συνομιλιών και ολοκλήρωση της προσπάθειας.

Τα δεδομένα είναι πολύ πιο πολύπλοκα απ’ ό,τι εκ πρώτης όψεως φαίνονται. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να αντλούμε χρήσιμα διδάγματα από την ιστορία.

Τις μέρες αυτές συμπληρώνονται 40 χρόνια από τον θάνατο του Προέδρου Μακαρίου. Ακόμα και σήμερα, όμως, διάφορες πολιτικές δυνάμεις προσπαθούν να επεξηγήσουν κατά το δοκούν και να νομιμοποιήσουν τις θέσεις τους επικαλούμενες τον Μακάριο. Στην ουσία διαστρεβλώνουν και την ιστορία και τον Μακάριο.

Στο άρθρο αυτό θα αναφερθώ στο περιεχόμενο του ιστορικού/οδυνηρού συμβιβασμού και του μακροχρόνιου αγώνα. Σημειώνω ότι ενώ πρέπει πάντοτε να κοιτάζουμε μπροστά είναι απρονοησία και εθνικά επιζήμιο να λησμονούμε την ιστορία.

Η συμφωνία του 1977

Στις 12 Φεβρουαρίου του 1977 ο Πρόεδρος Μακάριος κατέληξε σε συμφωνία με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς παρουσία του τότε Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Κουρτ Βαλντχάιμ. Η συμφωνία προνοούσε:

«1. Επιζητούμε μια ανεξάρτητη, αδέσμευτη δικοινοτική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.

  1. Το έδαφος υπό τη διοίκηση της κάθε κοινότητας πρέπει να συζητηθεί υπό το φως της οικονομικής βιωσιμότητας ή παραγωγικότητας και της ιδιοκτησίας γης.
  2. Θέματα αρχών, όπως η ελευθερία διακίνησης, ελευθερία εγκατάστασης, το δικαίωμα περιουσίας και άλλα εξειδικευμένα ζητήματα, είναι ανοικτά για συζήτηση, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη θεμελιώδη βάση ενός δικοινοτικού ομοσπονδιακού συστήματος και ορισμένες πρακτικές δυσκολίες, οι οποίες μπορεί να προκύψουν για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
  3. Οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης θα είναι τέτοιες, ώστε να διασφαλίζουν την ενότητα της χώρας, λαμβανομένου υπ’ όψιν και του δικοινοτικού χαρακτήρα του κράτους».

Στη συμφωνία του 1977 δεν υπήρχε πρόνοια για παρθενογένεση, για τις τέσσερις βασικές ελευθερίες για Τούρκους υπηκόους και για εκ περιτροπής προεδρία. Ούτε ετίθετο θέμα δημιουργίας συνιστώντων κρατών και νέας σημαίας για το κράτος.

Ο διορατικός Μακάριος

Η ιστορική παραχώρηση έγκειτο στην αποδοχή δημιουργίας περιφέρειας υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση. Ο Μακάριος ήλπιζε ότι οι περισσότεροι πρόσφυγες θα επέστρεφαν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση. Ταυτόχρονα, ήθελε να κατοχυρώσει το δικαίωμα επιστροφής των υπόλοιπων προσφύγων υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση.

Δεν υπάρχει σύγκριση του τι αποδέχθηκε ο Μακάριος με το τι συζητείται σήμερα. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων θα αποδεχόταν λύση με βάση τον συμβιβασμό του 1977. Όταν, όμως, η ελληνοκυπριακή πλευρά (με τον διαπραγματευτή Τάσσο Παπαδόπουλο) κατέθεσε  την Άνοιξη του 1977 χάρτη και θέσεις με βάση αυτή τη συμφωνία, η στάση της τουρκο(κυπριακής) πλευράς ήταν άκρως αρνητική. Υπενθυμίζω ότι ο Μακάριος είχε λάβει υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις από τον Αμερικανό διπλωμάτη Κλάρκ Κλίφορντ, απεσταλμένο του Αμερικανού Προέδρου Τζίμι Κάρτερ, ότι θα υπήρχε ανταπόκριση από τουρκικής πλευράς.

Στην τελευταία του ομιλία στις 20 Ιουλίου 1977 ο Μακάριος κατήγγειλε την τουρκική αδιαλλαξία και υπογράμμισε την αναγκαιότητα του μακροχρόνιου αγώνα. Το μήνυμα ήταν ότι ο μακροχρόνιος δεν ήταν επιλογή, αλλά αναγκαιότητα ως αποτέλεσμα της τουρκικής πολιτικής. Ο Μακάριος διευκρίνισε, επίσης, ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά είχε προβεί σε οδυνηρούς συμβιβασμούς, αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση.

Κίνδυνος εθνικού διχασμού

Στα χρόνια που ακολούθησαν, σταδιακά αλλά σταθερά, η ελληνοκυπριακή ηγεσία προέβη σε νέες παραχωρήσεις. Στο πηδάλιο του κράτους βρέθηκαν όχι μόνο ο Σπύρος Κυπριανού και ο Τάσσος Παπαδόπουλος, αλλά και οι Γιώργος Βασιλείου, Γλαύκος Κληρίδης, Δημήτρης Χριστόφιας και από το 2013 ο Νίκος Αναστασιάδης. Παρά τις επιπρόσθετες παραχωρήσεις που έγιναν δεν κατέστη δυνατό να υπάρξει λύση.

Στη σημερινή συγκυρία, εάν ολοκληρωθεί ένα σχέδιο λύσης με βάση το υφιστάμενο πλαίσιο συζητήσεων, θα επέλθει ένα νέος εθνικός διχασμός, μεγαλύτερος από αυτό που έλαβε χώρα το 2002-2004. Πέραν τούτου, ακόμα και να εγκριθεί σε ένα δημοψήφισμα θεωρώ εξαιρετικά δύσκολο, εάν όχι αδύνατο, να υπάρξει ένα λειτουργικό κράτος.

Ως εκ τούτου, θα πρέπει να σκεφθούμε πολύ προσεκτικά για τα επόμενά μας βήματα. Είναι με αυτό το σκεπτικό που στα πλαίσια μιας νέας στρατηγικής, η εξελικτική προσέγγιση, με την εμπλοκή της Τουρκίας αλλά και άλλων δυνάμεων, προβάλλει σήμερα ως επιτακτική αναγκαιότητα.