Με τα μάτια στις εκλογές, ο Μητσοτάκης έθεσε ξώφαλτσα το casus belli
13/07/2026
Κάθε φορά που συζητείται η τουρκική προκλητικότητα, το casus belli βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των κυβερνητικών ανακοινώσεων. Και όμως, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Αϋφαντής, όταν δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιαστεί το θέμα ενώπιον ολόκληρης της Συμμαχίας στη σύνοδο του ΝΑΤΟ, δεν βρέθηκε στον πυρήνα της συζήτησης αλλά στα “λοιπά θέματα”.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποπειράθηκε να παρουσιάσει την εικόνα μιας ισχυρής ελληνικής παρέμβασης απέναντι στην Τουρκία για το casus belli, μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Η τοποθέτηση που προωθήθηκε τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τα φίλα προσκείμενα σε αυτήν μέσα ενημέρωσης ήταν σαφής: ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε στο ΝΑΤΟ το ζήτημα του casus belli, υπενθύμισε την απαράδεκτη τουρκική απειλή πολέμου και έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα στην Άγκυρα.
Μια τέτοια εικόνα θα ήταν πράγματι θελκτική αν δεν αναδεικνυόταν ως εν μέρει πλασματική από την παρέμβαση του επίτιμου πρέσβη Γιώργου Αϋφαντή στη ραδιοφωνική εκπομπή του Γιώργου Σαχίνη στον σταθμό 98,4.
Ο κ. Αϋφαντής υποστήριξε ότι το casus belli δεν τέθηκε ως κεντρικό σημείο προς συζήτηση της Συνόδου, αλλά στο πλαίσιο του “Any Other Business”, δηλαδή των λοιπών θεμάτων της ημερήσιας διάταξης. Εάν αυτή η πληροφορία είναι ακριβής, τότε το πραγματικό πολιτικό ζήτημα δεν είναι τι είπε ο πρωθυπουργός.
Το casus belli ως απλή εκκρεμότητα
Το πραγματικό πολιτικό ζήτημα είναι γιατί το είπε εκεί. Διότι το casus belli δεν είναι μια δευτερεύουσα εκκρεμότητα, μια μικρή διμερής διαφωνία ή ένα τεχνικό θέμα. Πρόκειται για επίσημη απόφαση της τουρκικής εθνοσυνέλευσης που απειλεί με πόλεμο την Ελλάδα, εάν αυτή ασκήσει δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο.
Αν αυτό δεν είναι κορυφαίο εθνικό θέμα, τότε ποιο είναι; Αν δεν αποτελεί μείζονα απειλή, τότε τι ακριβώς αποτελεί; Η ίδια η κυβέρνηση εδώ και χρόνια παρουσιάζει το casus belli ως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα προς διευθέτηση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εάν η κυβέρνηση θεωρούσε το θέμα κορυφαία εθνική προτεραιότητα, τότε:
- Γιατί δεν απαίτησε να συζητηθεί ως κανονικό θέμα της Συνόδου;
- Γιατί δεν επιδίωξε να συνδεθεί με τις αποφάσεις που αφορούσαν την Τουρκία;
- Γιατί δεν ζήτησε συγκεκριμένη τοποθέτηση της Συμμαχίας;
- Γιατί δεν απαίτησε να καταγραφεί στα επίσημα κείμενα;
- Γιατί δεν μετέτρεψε το ζήτημα από ελληνική διαμαρτυρία σε συμμαχικό πρόβλημα;
Τα μεθεόρτια της Συνόδου του ΝΑΤΟ
Η απάντηση που δίνεται σήμερα από την κυβερνητική επικοινωνία είναι ότι «το θέμα τέθηκε». Μια τέτοια απόκριση, όμως, δεν κατασβήνει τα ερωτηματικά. Διότι άλλο είναι να τίθεται ένα ζήτημα προς επηρεασμό των αποφάσεων και άλλο το να τίθεται ώστε απλώς αργότερα να μπορεί κανείς να νίψει τας χείρας του επειδή και μόνον το έθεσε.
Στην πρώτη περίπτωση επιδιώκεται μεταβολή, ενώ στη δεύτερη ο σχηματισμός ενός αφηγήματος. Δυστυχώς, όλα καταδεικνύουν ότι στη συγκεκριμένη Σύνοδο η μεταβολή περίττευε και το αφήγημα περίσσευε. Ας δούμε τα γεγονότα:
- Η Τουρκία βγήκε από τη Σύνοδο γεωπολιτικά ενισχυμένη.
- Η σημασία της για τη Δύση αναδείχθηκε ξανά.
- Κανείς δεν έθεσε όρους ούτε ζήτησε ανταλλάγματα.
- Κανείς δεν συνέδεσε την αναβάθμιση της Τουρκίας με την άρση του casus belli.
- Το casus belli παραμένει στη θέση του όπως και οι τουρκικές διεκδικήσεις
- Οι ισορροπίες παραμένουν αμετάβλητες.
Παρ’ όλα αυτά, η ελληνική κοινή γνώμη βομβαρδίστηκε με τίτλους περί “σκληρής παρέμβασης” και “ισχυρού μηνύματος”. Αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί δυσπιστία, διότι δημιουργείται η εντύπωση ότι η κυβέρνηση ενδιαφέρεται περισσότερο να καταγράψει επικοινωνιακά μια διαμαρτυρία παρά να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας πραγματικής σύγκρουσης εντός της Συμμαχίας.
Κανείς δεν ζητά από μια ελληνική κυβέρνηση να ανατρέψει μόνη της τους παγκόσμιους συσχετισμούς. Κανείς δεν ζητά να εξαναγκάσει το ΝΑΤΟ να στραφεί εναντίον της Τουρκίας. Όμως οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν αν αυτό που παρουσιάζεται ως μείζων διπλωματική επιτυχία ήταν στην πραγματικότητα μια απλή αναφορά στα “λοιπά θέματα”.
Αποτίμηση της ανεπάρκειας
Οι άνθρωποι δικαιούνται να γνωρίζουν αν η κυβέρνηση έδωσε πραγματική μάχη ή αν αρκέστηκε σε μια συμβολική καταγραφή θέσεων. Δικαιούνται να γνωρίζουν αν προτεραιότητα ήταν το αποτέλεσμα ή η εικόνα του αποτελέσματος.
Η παρέμβαση του κ. Γιώργου Αϋφαντή θέτει αυτά ακριβώς τα ερωτήματα. Και μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί πειστική απάντηση. Διότι αν το casus belli είναι όντως κορυφαίο εθνικό ζήτημα, τότε η θέση του δεν είναι στα “Any Other Business” του ΝΑΤΟ. Είναι στην κορυφή της ατζέντας.
Αν, εντούτοις, ανήκει όντως στα “Any Other Business”, τότε κάποιος οφείλει να εξηγήσει γιατί η ελληνική κοινωνία καλείται να το αντιμετωπίζει ως ύψιστη εθνική απειλή ενώ η ίδια η ελληνική κυβέρνηση, όταν βρέθηκε μπροστά στους συμμάχους της, φέρεται να το κατέταξε “στα λοιπά θέματα”. Και αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Αφορά συνολικά την αξιοπιστία της ελληνικής πολιτικής στα εθνικά ζητήματα.





