Όχι υπερβολική αντίδραση από Ελλάδα για τη Συμφωνία της Μέκκας
19/08/2026
Η νέα αμυντική συμμαχία Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν δείχνει τα όρια των «δεδομένων» συμμαχιών και θέτει για την Αθήνα ένα κρίσιμο ερώτημα: τι δίνουμε, τι κερδίζουμε και ποια στρατηγική υπηρετούμε.
Στις 7 Αυγούστου, στη Μέκκα, Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν υπέγραψαν μια συμφωνία που δεν είναι απλώς ακόμη μία περιφερειακή συνεργασία. Η «Κοινή Αμυντική Συμφωνία της Μέκκας» προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων.
Ο Χακάν Φιντάν παραλλήλισε τη ρήτρα με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, ενώ προβλέπονται θεσμοί μόνιμου συντονισμού. Θα ήταν πρόωρο, ωστόσο, να μιλήσουμε για ένα νέο «Ισλαμικό ΝΑΤΟ». Δεν υπάρχει ακόμη αντίστοιχη ενιαία στρατιωτική διοίκηση, ούτε γνωρίζουμε πώς η πολιτική δέσμευση θα εφαρμοζόταν σε μια πραγματική κρίση.
Η πολιτική σημασία, όμως, είναι ήδη μεγάλη. Συνδυάζονται η στρατιωτική και πυρηνική ισχύς του Πακιστάν -χωρίς να προκύπτει ότι η πυρηνική αποτροπή του επεκτείνεται αυτομάτως στους εταίρους του-, η οικονομική και θρησκευτική βαρύτητα της Σαουδικής Αραβίας και οι ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και η αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας.
Το σημαντικότερο μήνυμα όμως είναι άλλο: οι περιφερειακές δυνάμεις δεν εγκαταλείπουν τις παλιές συμμαχίες τους, αλλά αρνούνται να εξαρτώνται αποκλειστικά από αυτές. Η Τουρκία παραμένει στο ΝΑΤΟ και ταυτόχρονα δημιουργεί νέες συμμαχίες. Η Σαουδική Αραβία διατηρεί βαθιά στρατιωτική σχέση με τις ΗΠΑ και συγχρόνως αναζητεί πρόσθετες εγγυήσεις ασφαλείας. Το Πακιστάν ισορροπεί μεταξύ Κίνας, ΗΠΑ και αραβικού κόσμου. Αυτή είναι η πραγματικότητα του πολυπολικού κόσμου.
Η Αίγυπτος και η λογική των πολλαπλών σχέσεων
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Αιγύπτου. Δεν συμμετέχει στη Συμφωνία της Μέκκας, αλλά συνεργάζεται ήδη με τα τρία κράτη στον τετραμερή μηχανισμό R4. Διαμορφώνονται έτσι δύο δυνητικά επίπεδα συνεργασίας: Ένας στενότερος πυρήνας συλλογικής άμυνας Τουρκίας-Σαουδικής Αραβίας-Πακιστάν και ένας ευρύτερος μηχανισμός περιφερειακού συντονισμού με τη συμμετοχή του Καΐρου.
Για την Ελλάδα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Η στρατηγική σχέση Αθήνας-Καΐρου είναι πολύτιμη και πρέπει να ενισχυθεί. Δεν πρέπει όμως να αντιμετωπίζεται ως ένας μόνιμος «αντιτουρκικός άξονας». Η Αίγυπτος θα συνομιλεί με την Τουρκία όταν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά της, όπως ακριβώς η Ελλάδα οφείλει να οικοδομεί τις δικές της πολλαπλές σχέσεις.
Η απάντησή μας δεν μπορεί να είναι η απαίτηση αποκλειστικότητας από τους εταίρους μας. Πρέπει να είναι η οικοδόμηση σχέσεων τόσο ουσιαστικών, ώστε να παραμένουν στρατηγικά πολύτιμες ακόμη και όταν οι εταίροι μας συνομιλούν με τους ανταγωνιστές μας. Το ίδιο ισχύει για το Ισραήλ και την Ινδία. Η Συμφωνία της Μέκκας δεν δημιουργεί από το μηδέν νέους «αντι-άξονες». Αυξάνει, όμως, τη σημασία των υφιστάμενων συνεργασιών της Ελλάδας με το Ισραήλ, την Κύπρο και το Νέο Δελχί.
Οι Patriot και το ερώτημα της αμοιβαιότητας
Εδώ βρίσκεται και η πιο άμεση ελληνική διάσταση. Από το 2021 περισσότεροι από εκατό Έλληνες στρατιωτικοί, με μία πυροβολαρχία Patriot, βρίσκονται στο Γιανμπού της Σαουδικής Αραβίας. Δεν πρόκειται για συμβολική παρουσία. Στις 19 Μαρτίου οι ελληνικοί Patriot αναχαίτισαν δύο ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους. Στις 25 Ιουλίου κατέρριψαν δύο ακόμη βαλλιστικούς πυραύλους από την Υεμένη που κατευθύνονταν προς κρίσιμη πετρελαϊκή εγκατάσταση, καθώς και δύο μη επανδρωμένα αεροχήματα.
Η Ελλάδα, δηλαδή, συμβάλλει έμπρακτα -με προσωπικό και κρίσιμο αμυντικό υλικό, σε πραγματικές συνθήκες κινδύνου- στην προστασία στρατηγικών σαουδαραβικών υποδομών. Την ίδια στιγμή, το Ριάντ θεσμοθετεί σχέση συλλογικής άμυνας με την Άγκυρα, χωρίς η Αθήνα να έχει λάβει ανάλογη δέσμευση αμοιβαιότητας.
Το συμπέρασμα δεν είναι μια αντανακλαστική ρήξη με τη Σαουδική Αραβία. Θα ήταν λάθος να αντικαταστήσουμε τη λογική του «δεδομένου συμμάχου» με τη λογική του «δεδομένου αντιπάλου». Υπάρχει όμως ένα ερώτημα στο οποίο η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει: ποιο στρατηγικό κεφάλαιο αποκτά η Ελλάδα ως αντάλλαγμα μιας τόσο ουσιαστικής στρατιωτικής συνεισφοράς;
Η αξιοπιστία μιας χώρας είναι πλεονέκτημα. Δεν είναι όμως λευκή επιταγή. Κάθε ελληνική στρατιωτική παρουσία στο εξωτερικό πρέπει να αξιολογείται διαρκώς με βάση την ασφάλεια των στελεχών μας, τις ανάγκες της εθνικής άμυνας και το συγκεκριμένο στρατηγικό όφελος που παράγει για τη χώρα.
Η Συμφωνία της Μέκκας στη στρατηγική της αμοιβαιότητας
Η Συμφωνία της Μέκκας πρέπει επομένως να μας οδηγήσει σε μια ευρύτερη συζήτηση για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Το δόγμα του «δεδομένου συμμάχου», είτε αφορά τις ΗΠΑ είτε οποιαδήποτε άλλη χώρα, δεν αρκεί πια ως πυξίδα εξωτερικής πολιτικής. Το δείχνει καθαρά η ίδια η Μέκκα: η Τουρκία παραμένει στο ΝΑΤΟ και χτίζει ταυτόχρονα νέες συμμαχίες, η Σαουδική Αραβία συνεργάζεται με τις ΗΠΑ και αναζητά πρόσθετες εγγυήσεις, η Αίγυπτος έχει στρατηγική σχέση με την Ελλάδα και συμμετέχει στο R4 μαζί με την Άγκυρα. Κανείς πια δεν λειτουργεί με αποκλειστικές πίστεις.
Στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχουν αυτόματες ανταμοιβές. Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρή εθνική αποτροπή, βαθύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και ένα πυκνό δίκτυο σχέσεων από τη Μεσόγειο και τον αραβικό κόσμο ως την Ινδία. Χρειάζεται περισσότερες επιλογές, όχι νέες εξαρτήσεις. Και χρειάζεται να αξιολογεί κάθε συμμαχία όχι από τις διακηρύξεις της, αλλά από την αμοιβαιότητα που παράγει στην πράξη.
Σε έναν κόσμο όπου κανένας εταίρος δεν θεωρεί τον εαυτό του δεδομένο για εμάς, η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να θεωρεί δεδομένη τη δική της συνεισφορά προς οποιονδήποτε. Οι συμμαχίες θεμελιώνονται στην αξιοπιστία. Αποκτούν όμως στρατηγικό νόημα μόνο όταν στηρίζονται και στην αμοιβαιότητα.
*Ο καθηγητής Μιχάλης Χουρδάκης είναι βουλευτής ΠΑΣΟΚ Α’ Θεσσαλονίκης





