Πώς μπορεί η Αθήνα να χρησιμοποιήσει το ευρωπαϊκό χαρτί κατά της “Γαλάζιας Πατρίδας”
23/06/2026
Στο Α’ Μέρος αναφερθήκαμε στo αναδιατασσόμενο πολυπολικό διεθνές περιβάλλον με επίκεντρο την ευρασιατική ζώνη, υπό το φως της εξέλιξης των δύο πολέμων, του ουκρανικού και της αμερικανο-ιρανικής συμφωνίας παράτασης της εκεχειρίας. Στο παρόν Β’ Μέρος εστιάζουμε στην ευρωπαϊκή παράμετρο και την ανάγκη οικοδόμησης εθνικού πυλώνα της χώρας μας.
Στο νέο εξαιρετικά απαιτητικό και ρευστό περιβάλλον επιχειρεί να ανταποκριθεί η ΕΕ, υπό το βάρος των γνωστών της εγγενών παθογενειών και της αδυναμίας των πολιτικών ηγεσιών της να προσδιορίσουν έναν ανταγωνιστικό γεωοικονομικό και γεωπολιτικό ρόλο. Πληττόμενη ιδιαίτερα από την ενεργειακή/οικονομική κρίση (με εκτιμώμενη απώλεια περί τα 500 εκατ. € ημερησίως), η ΕΕ αντιδράει με χαλάρωση των δημοσιονομικών της κανόνων (ρήτρα διαφυγής/εθνικές επιδοτήσεις, κυρίως ενεργειακών προγραμμάτων, τύπου πανδημίας Covid), αλλά χωρίς να προχωρά, άλλη μια φορά, στην απαραίτητη επιλογή ισχυροποίησής της με κοινό δανεισμό και δημιουργία οικείου ευρωπαϊκού ταμείου (σύμφωνα με τις περιώνυμες Εκθέσεις Λέτα και Ντράγκι).
Σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η γηραιά ήπειρος βιώνει ένα βαθύτερο – μετά τα ζητήματα δασμών και Γροιλανδίας – ευρωατλαντικό ρήγμα, σε συνέχεια της άρνησης συνδρομής της στις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις του ναυτικού αποκλεισμού και ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ, όπως αξίωσε ο Τραμπ. Αντ’ αυτού και χωρίς να αναλαμβάνει κάποια άλλη ουσιαστική πρωτοβουλία, έχει περιορισθεί σε διακηρύξεις περί διπλωματικής διευθέτησης της κρίσης και έχει υποστηρίξει τον έλεγχο των πυρηνικών του Ιράν, προτεραιοποιώντας την ελεύθερη και ασφαλή ναυσιπλοΐα (βάσει σχετικής γαλλο-βρετανικής προσέγγισης) και τη μεταπολεμική συμμετοχή της στην αποναρκοθέτηση του Κόλπου.
Περί του συνολικού προσδιορισμού της ΕΕ
Από μια φιλόδοξη οπτική, οι διεθνείς εξελίξεις εκλαμβάνονται ως ευκαιρία αντιστροφής της ισχυρής τάσης υποχώρησης της θέσης της ΕΕ στον παγκόσμιο καταμερισμό, με την ανασυγκρότηση της γεωστρατηγικής της αυτονομίας, υπό όρους ισχύος. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι προφανές, καθότι, πέραν της υπέρβασης των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων της ΕΕ, προϋποθέτει απαντήσεις σε θεμελιώδη ταυτοτικά ζητήματα/διλήμματα που συμπυκνώνονται στο ακολουθητέο ενιαίο (καθόλου βέβαιο) προσανατολισμό των σχέσεών της με τις ΗΠΑ, ως την κρισιμότερη παράμετρο της συλλογικής Δύσης, την Ρωσία και την Κίνα, αλλά και στον ταυτόχρονο καθορισμό του υποδείγματος/μείγματος ήπιας και σκληρής ισχύος της. Κατ’ ουσία, πρόκειται για ένα συνολικό προσδιορισμό της αμυντικής, ενεργειακής και τεχνολογικής στρατηγικής αυτονομίας της, με συγκεκριμένες αποφάσεις ως προς:
- Την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας και ασφάλειας και τη συναφή ιεράρχηση των απειλών της, υπό το φως των προκλήσεων του μετασχηματισμού του ΝΑΤΟ/μείωσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη και της νέας διεύρυνσης της ΕΕ. Θα προχωρήσει σε αμυντική χειραφέτηση με έστω συμπληρωματική ευρωπαικοποίηση του ΝΑΤΟ, ή θα περιορισθεί στις αδύναμες επιχειρησιακές δυνατότητες του άρθρ. 42.7 της Συνθ. ΕΕ;
- Την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας με τη δοτέα κατεύθυνση της επικαιροποίησης/προσαρμογής της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, την ενδυνάμωση βιομηχανικής βάσης, τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση.
- Τον προσανατολισμό και το βάθος των απαιτούμενων θεσμικών μεταρρυθμίσεων, με την αναγκαία ευελιξία στη λήψη αποφάσεων, την επέκταση των διαφοροποιημένων μορφών ολοκλήρωσης, την (πλήρη;) συμμετοχή ακόμα και τρίτων προθύμων στην κοινή ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια, το οποίο βεβαίως αντιφάσκει με την απαραίτητη εμβάθυνση ομοσπονδιακού τύπου ως διέξοδο για το ευρωπαϊκό σύστημα συνεργασίας.
Σε κάθε περίπτωση, ο προγραμματισμός τύπου Rearming για τη στήριξη των αμυντικών δυνατοτήτων μέσω στρατιωτικοποίησης της ευρωπαϊκής οικονομίας, μπορεί να συνιστά επείγουσα αντίδραση της ΕΕ στην πίεση του μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος ασφάλειας, δεν μπορεί, ωστόσο, να αποτελέσει συνεκτική απάντηση στο ζητούμενο μιας επαναθεμελίωσης της ιδιότυπης ευρωπαϊκής συμπολιτείας, με δημοκρατική και κοινωνική νομιμοποίηση.
Οικοδόμηση εθνικού πυλώνα στην ΕΕ
Οι παγκόσμιες και περιφερειακές ανατροπές των ισορροπιών ισχύος και ιδιαίτερα στην υψηλής έντασης και αστάθειας γεωγραφική ζώνη μεταξύ των δύο πολεμικών μετώπων, του ουκρανικού και του μεσανατολικού, θέτουν την Ελλάδα ενώπιον της επείγουσας ανάγκης ανασυγκρότησης και συστηματικής ιεράρχησης των στρατηγικών της επιδιώξεων.
Με την εν εξελίξει ανάταξη των ευρωατλαντικών σταθερών αναφοράς της ελληνικής εξωτερικής/αμυντικής πολιτικής και την αναδιάρθρωση των εμπορικών/ενεργειακών διασυνδέσεων και σχετικών περιφερειακών συμμαχιών, η χώρα καλείται να πλοηγηθεί με ευελιξία απορροφώντας κραδασμούς και οικοδομώντας έναν εθνικό πυλώνα ασφάλειας και προάσπισης των συμφερόντων της, βάσει των σύνθετων και ταχύτατα εναλλασσόμενων πραγματικοτήτων. Οι συναφείς επιλογές της χώρας θα μπορούσαν να προσλάβουν μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος γύρω από το τρίπτυχο:
- Διεύρυνση του σταθεροποιητικού της αποτυπώματος υπέρ της διεθνούς νομιμότητας, ως αξιόπιστου παρόχου και συνδιαμορφωτή της ευρωπαϊκής και περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της κρίσιμης ενεργειακής ασφάλειας με την εξαγωγή της προστιθέμενης αξίας της Ελλάδας ως ενεργειακού/μεταφορικού κόμβου, ήτοι: Δημιουργία ανθεκτικών ανταγωνιστικών αλυσίδων εφοδιασμού και διασυνδέσεων της ΕΕ με τις χώρες της ΝΑ Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής/Βορείου Αφρικής.
- Θωράκιση των ιδίων συμφερόντων της με την περαιτέρω ενίσχυση/ορθολογική προτεραιοποίηση των αποτρεπτικών δυνατοτήτων “σκληρής” και “ήπιας” ισχύος, ήτοι: αμυντική παραγωγή με ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών/AI/drones, σύζευξη των κλάδων της λεγόμενης “γαλάζιας” (θαλάσσιας) και ενεργειακής (υδρογονανθράκων και πράσινης) οικονομίας προς ένα μοντέλο παραγωγής διεθνών εμπορεύσιμων αγαθών, ενδυνάμωση της συνοχής του κοινωνικού ιστού, των πολιτικοδιοικητικών ικανοτήτων και του πλούσιου ελληνικού πολιτισμικού κεφαλαίου, επινοώντας συγχρόνως αποτελεσματικότερες λύσεις για τα φλέγοντα ζητήματα του δημογραφικού και του μεταναστευτικού.
- Πολυδιάστατη και διεκδικητική εξωτερική πολιτική υπεράσπισης των συμφερόντων της χώρας, ήτοι: Ενεργός συμμετοχή στη διαμόρφωση των νέων ευρωατλαντικών δομών, διεύρυνση με εθνικής ευαισθησίας θεματικές των στρατηγικών διμερών σχέσεων (κυρίως με ΗΠΑ, Γαλλία, Ισραήλ, Ινδία…) και των ευρύτερων τριμερών (με την Κύπρο) σχημάτων συνεργασίας, εξισορρόπηση των εξωτερικών σχέσεων της χώρας με αμοιβαίου ενδιαφέροντος συμφωνίες με τους άλλους μεγάλους πόλους ισχύος (Κίνα, Ρωσία), ενεργοποίηση της επιδραστικής πολιτισμικής/θρησκευτικής διπλωματίας με την προβολή των οικείων συγκριτικών πλεονεκτημάτων (από τον παρεμβατικό ρόλο στο Forum Αρχαίων Πολιτισμών, όπου σημειωτέον συμμετέχει και το Ιράν, και τον ευρύτερο διαπολιτισμικό διάλογο μέχρι την προστασία των χριστιανικών κοινοτήτων στην Μέση Ανατολή και την ανάδειξη της ακτινοβολίας του Αγίου Όρους στον ορθόδοξο κόσμο).
Διλήμματα
Βεβαίως, τα μεγαλύτερα διλήμματα που τίθενται στο πλαίσιο ενός εθνικού στρατηγικού ανασχεδιασμού, σχετίζονται με τις νεοθωμανικές βλέψεις της Τουρκίας του Ερντογάν, ο αναθεωρητισμός της οποίας καθίσταται πλέον πρόδηλος με το κυοφορούμενο νομοθέτημα εσωτερικής νομιμοποίησης της Γαλάζιας Πατρίδας. Από τις δημοσιοποιηθείσες πρόνοιες του κειμένου, προκύπτει κλιμάκωση της τουρκικής προκλητικότητας, με ανοιχτή και συλλήβδην ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού αμφισβήτηση ελληνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων, και μάλιστα υπό εσωτερικό νομικό μανδύα που συνεπάγεται παράνομους όρους άσκησης εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της γείτονος έναντι της χώρας μας.
Σημειωτέον, το νομοθέτημα, που έχει μετατεθεί για το φθινόπωρο, έρχεται ως αντίδραση της Τουρκίας σε συνέχεια της ενεργειακής/στρατηγικής αναβάθμισης και εξοπλιστικής ωρίμανσης της Ελλάδας (ιδιαίτερα στο πλαίσιο των στρατηγικών σχέσεων με ΗΠΑ, Γαλλία και Ισραήλ), συνεκτιμώντας τη πρόθεση αποστασιοποίησης του Τραμπ από περιφερειακά ζητήματα, αλλά και σε συνάρτηση με την κατάθεση του ελληνικού Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού, έως τα δυνητικά όρια της ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας, κατ’ εφαρμογή ευρωπαϊκής Οδηγίας και βάσει του Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS).
Οι αναβαθμισμένες και διεθνώς παράνομες διεκδικήσεις της Τουρκίας δεν αποτελούν συγκυριακό γεγονός, αλλά εντάσσονται σε ένα σταθερό γεωπολιτικό δόγμα που απαξιώνει κάθε προσπάθεια ειρηνικής συνύπαρξης και διευθέτησης των -όπως και να ορίζονται από κάθε πλευρά- ελληνοτουρκικών διαφορών. Μπροστά στην ευθεία και υπαρξιακή απειλή, η Ελλάδα οφείλει να αντιδράσει συγκροτημένα, αξιολογώντας και αξιοποιώντας άμεσα όλο το σημαντικό νομικοπολιτικό της οπλοστάσιο που διαθέτει, εστιάζοντας:
- Στην άσκηση των μονομερών και καθόλα νόμιμων δικαιωμάτων της: Κλείσιμο κόλπων/ευθείες γραμμές βάσης, προσδιορισμός περιοχών και χρονοδιαγραμμάτων επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., σαφή μηνύματα σθεναρής νόμιμης άμυνας στο πεδίο σε περίπτωση σχετικών προκλήσεων, διαρκής αμυντική συμπαράσταση στην Κύπρο ως συνεισφορά και στην ουσιαστική ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής αμυντικής συνδρομής του άρθρ. 42.7 Συνθ. ΕΕ…
- Στην κινητοποίηση των Διεθνών Οργανισμών και προπαντός της ΕΕ για λήψη μέτρων έναντι οποιασδήποτε παράνομης συμπεριφοράς του συνδεδεμένου με τελωνειακή ένωση και – κατά τα άλλα – υποψηφίου προς ένταξη μέλους της: Εμπορικοί δασμοί, άρση χρηματοδοτήσεων, κυρώσεις βάσει του προηγουμένου της Κύπρου για παράνομες εξορύξεις της Τουρκίας, μη συμπερίληψη της Τουρκίας στον κοινό δανεισμό του αμυντικού προγράμματος SAFE έστω και μόνο με ελληνική αρνησικυρία….
Επιδίωξη της Ελλάδας
Σταθερή επιδίωξη της χώρας πρέπει να είναι η ευρύτερη δυνατή έκθεση της ΕΕ ενώπιον της ευθύνης επιβεβαίωσης του κανονιστικού της ρόλου, ήτοι, αφενός, της εγγύησης των εξωτερικών της – και εν προκειμένω των ελληνικών θαλασσίων – συνόρων, βάσει της UΝCLOS που προσυπέγραψε και αποτελεί ευρωπαϊκό δίκαιο/acquis communautaire, αφετέρου, της υποστήριξης της διαδικασίας παραπομπής στη διεθνή δικαιοδοσία της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ, ως μόνης διαφοράς που αναγνωρίζει το ελληνικό κράτος-μέλος της.
Σε μια κρίσιμη περίοδο προσδιορισμού της νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής-Ανατολικής Μεσογείου, όπου διαγκωνίζονται ανταγωνιστικές φιλοδοξίες και διακυβεύονται και μείζονα ελληνικά συμφέροντα, μια ολοκληρωμένη και αποτελεσματική Εθνική Στρατηγική προϋποθέτει ψύχραιμο εσωτερικό μέτωπο διακομματικής συνεννόησης για τη διατύπωση και προβολή καθαρών εθνικών γραμμών έναντι των επεκτατικών βλέψεων της Τουρκίας. Στον αντίποδα της Γαλάζιας Πατρίδας, η δική μας Πατρίδα μπορεί να υψώσει ένα στέρεο και καλά δομημένο Εθνικό Πυλώνα, ως προγεφύρωμα ασφάλειας και συνεργασίας της Δύσης με την Ανατολή.





