Η Άγκυρα ήθελε τη μειονότητα μουσουλμανική, όχι τουρκική

Άγγελος Συρίγος10796


+100%-

του Άγγελου Συρίγου  – 

Είναι πάγια και χρόνια η προσπάθεια της Άγκυρας να αλλάξει τον όρο «μουσουλμανική μειονότητα», που είχε χρησιμοποιηθεί στη Συνθήκη της Λωζάνης για να περιγράψει τους Έλληνες πολίτες μουσουλμανικού θρησκεύματος της Θράκης, σε «τουρκική μειονότητα». Αυτό ουσιαστικά ζήτησε και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, κατά την επίσκεψή του στη χώρα μας.

Το διεθνές κείμενο που δίνει νομική υπόσταση στη μειονότητα της Θράκης είναι αυτό της Συνθήκης της Λωζάνης και των συνοδευτικών της συμβάσεων. Το κείμενο αναφέρεται αποκλειστικώς σε “μουσουλμανική μειονότητα”:

  • Το άρθρο 2 της Συμβάσεως της 30ης Ιανουαρίου 1923 «περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών» αναφέρεται σε όσους θα εξαιρούνταν της ανταλλαγής. Εκεί, η μειονότητα της Θράκης προσδιορίζεται αποκλειστικώς θρησκευτικά με τον όρο «μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης». Η χρήση ενός θρησκευτικού όρου για τον προσδιορισμό της μειονότητας στη Θράκη προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση, όταν στην περίπτωση των κατοίκων της Κωνσταντινουπόλεως που εξαιρέθηκαν της ανταλλαγής, χρησιμοποιείται ο εθνικός προσδιορισμός «Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως».
  • Τα ίδια περίπου επαναλαμβάνονται και στο ίδιο το κείμενο της Συνθήκης της Λωζάνης όπου στο άρθρο 45 αναφέρεται η μειονότητα της Θράκης ως «μουσουλμανική μειονότητα».

Το ζήτησε η τουρκική πλευρά

Από τα πρακτικά της Συνδιασκέψεως της Λωζάνης προκύπτει ότι η επιλογή της χρήσεως του συγκεκριμένου θρησκευτικού όρου στη Συνθήκη βαρύνει αποκλειστικώς την τουρκική πλευρά. Η Τουρκία από την πρώτη στιγμή της Συνδιασκέψεως επέμεινε στη χρήση όρων συνδεδεμένων με το σύστημα των μιλλέτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως οι όροι «μουσουλμάνοι» και «μουσουλμανικές μειονότητες».

Αυτή η επιλογή έγινε, διότι το κύριο ενδιαφέρον των Τούρκων ιθυνόντων αμέσως μετά τον πόλεμο, μονοπωλούσε η κατάσταση στο εσωτερικό της Τουρκίας. Ο Μουσταφά Κεμάλ [Ατατούρκ] ήθελε να δημιουργήσει ένα τουρκικό εθνικό κράτος κατά το πρότυπο των εθνικών κρατών της Ευρώπης. Οι χριστιανοί είχαν μεν διωχθεί από την Τουρκία, αλλά παρέμεναν πολλές άλλες εθνοτικές ομάδες μη τουρκικής καταγωγής.

Έπρεπε, λοιπόν, να προταχθούν ενοποιητικά στοιχεία για αυτές τις ομάδες, όπως η κοινή μουσουλμανική θρησκεία. Παράλληλα, έπρεπε να αποτραπεί η διαφορετική μεταχείριση των εθνοτικών αυτών ομάδων. Και πολύ περισσότερο έπρεπε να αποτραπεί η απόδοση μειονοτικών δικαιωμάτων που θα μπορούσε να αφυπνίσει ξεχωριστή εθνική συνείδηση.

Η σημασία της θρησκευτικής μειονότητας

Γι’ αυτούς τους λόγους, κατά τη διάρκεια της Συνδιασκέψεως οι Τούρκοι επέμειναν ότι όλοι οι μουσουλμάνοι της Τουρκίας θα έπρεπε να θεωρούνται συλλήβδην ως Τούρκοι. Συνεπώς, όλες οι διατάξεις για την προστασία των μειονοτήτων που περιέχονταν στη Συνθήκη της Λωζάνης θα έπρεπε να αναφέρονται αποκλειστικώς σε θρησκευτικές και όχι εθνικές μειονότητες.

Κατ΄ αυτόν τον τρόπο δεν θα μπορούσαν να τις επικαλεστούν οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Τουρκίας που δεν ήσαν τουρκικής καταγωγής (π.χ. Κούρδοι, Άραβες, Κιρκάσιοι, Λαζοί κ.λπ.). Όπως αναφέρει ο Βρετανός εκπρόσωπος στην Υποεπιτροπή της Συνδιασκέψεως της Λωζάνης για τις μειονότητες, σε σχετικό υπόμνημά του το 1922 για τις τουρκικές απόψεις περί μουσουλμανικών εθνοτήτων στο τουρκικό κράτος:

«Οι Τούρκοι διατείνονται ότι όλοι οι μουσουλμάνοι της Τουρκίας θα πρέπει να θεωρούνται από πλευράς προστασίας των μειονοτήτων ως Τούρκοι και ότι οι πραγματικές μειονότητες που πρέπει να προστατεύονται θα πρέπει να είναι οι θρησκευτικές μειονότητες. Αυτή η στάση είναι, βεβαίως, μάλλον παράλογη καθ’ όσον η βάση των άλλων ευρωπαϊκών συμβάσεων για τις μειονότητες είναι η φυλή, η γλώσσα και η θρησκεία. Η τουρκική συμπεριφορά βάζει μαζί συλλήβδην τουςΆραβες, τους Κούρδους, τους Κιρκάσιους και τους Τούρκους» (Memorandum by Forbes Adams on the Outstanding Points for discussion in the Minorities Sub-Commission, Documents on British Foreign Policy, 1919-1939, Vol. XVIII, London, 1972, No. 290, σελ. 407).

Στο τελικό κείμενο της συνθήκης, μειονοτικά δικαιώματα εντός της Τουρκίας αποδίδονται μόνο στους “μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς”, δηλαδή στους χριστιανούς (Έλληνες και Αρμένιους) και στους εβραίους. Οι μη τουρκικές μουσουλμανικές ομάδες της Τουρκίας δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν μειονοτικά δικαιώματα βάσει της συνθήκης της Λωζάνης.

Ανάγκη ομοιογένειας

Η χρήση, λοιπόν, του όρου «μουσουλμάνος» και κατ’ επέκτασιν «μουσουλμανική μειονότητα» ξεπήδησε από την ανάγκη του τουρκικού κράτους να αποκτήσει ομοιογένεια στο εσωτερικό του, μέσω της ισοπεδώσεως των φυλετικών και γλωσσικών διαφορών όσων ήσαν μουσουλμάνοι.

Η πολιτική αυτή των Τούρκων κατά τη συνδιάσκεψη της Λωζάνης συμπαρέσυρε και τη στάση τους στο θέμα της ονομασίας της μειονότητας στη Θράκη. Η τουρκική πλευρά δεν ζήτησε τη χρήση εθνικού όρου, διότι κινδύνευε να δεχθεί το ίδιο αίτημα και για την Τουρκία. Το 1922, το θέμα της ονομασίας των μουσουλμάνων της Θράκης ήταν αδιάφορο, ή έστω δευτερεύον εν συγκρίσει προς το κύριο θέμα της τουρκικής ομογενοποιήσεως των λαών που βρίσκονταν στη Μικρά Ασία.

Κατά την επίσκεψή του, ο Ερντογάν εμφανίστηκε, σε επίπεδο διακηρύξεων, να αποδέχεται τη διαφορετική εθνοτική καταγωγή της μειονότητας στη Θράκη (Τούρκοι, Πομάκοι, Τσίγγανοι, όπως ρητώς δήλωσε). Επιθυμεί, όμως, να προσδώσει σε όλες τις εθνοτικές ομάδες της μειονότητας τουρκική ταυτότητα. Είναι πιθανόν να θεωρηθεί ότι, εάν επιμείνει σε αναθεώρηση των σχετικών μειονοτικών διατάξεων της (κατ’ ουσίαν παρωχημένης) Συνθήκης της Λωζάνης, είναι πιθανόν διάφορες μουσουλμανικές εθνοτικές ομάδες στο εσωτερικό της Τουρκίας να ζητήσουν τροποποίηση για να διεκδικήσουν και αυτές δικαιώματα.

bookmark icon