Η κρυφή οντολογία της γεωπολιτικής – Ο “άλλος” ως εχθρός
29/07/2026
Οι περισσότερες αναλύσεις της διεθνούς πολιτικής ξεκινούν από την ισχύ. Εξετάζουν τους στρατούς, τις οικονομίες, τις τεχνολογίες, τις συμμαχίες, τους φυσικούς πόρους και τα γεωγραφικά δεδομένα. Όλοι αυτοί είναι ασφαλώς κρίσιμοι παράγοντες.
Ωστόσο, σπανίως τίθεται ένα βαθύτερο ερώτημα. Το γιατί διαφορετικοί πολιτισμοί αντιλαμβάνονται την ισχύ με τόσο διαφορετικό τρόπο; Γιατί ορισμένες κοινωνίες τείνουν να βλέπουν τον “Άλλον” πρωτίστως ως δυνητικό εχθρό ή ως αντικείμενο ελέγχου, ενώ άλλες αναζητούν διαφορετικές μορφές ειρηνικής συνύπαρξης ή έστω “λελογισμένης” ανταγωνιστικότητας και αντιπαλότητας;
Η απάντηση ίσως βρίσκεται στα αόρατα βαθιά θεμέλια της γεωπολιτικής ταυτότητας και συμπεριφοράς. Στις οντολογικές παραδοχές κάθε πολιτισμού, δηλαδή στις αντιλήψεις του για το τι είναι ο άνθρωπος, τι σημαίνει ύπαρξη και ποια είναι η σχέση ανάμεσα στο “Εγώ” και τον “Άλλον”. Οι αντιλήψεις αυτές σπανίως εμφανίζονται ρητά στη σύγχρονη πολιτική σκέψη. Παραμένουν όμως ενεργές, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα, αξιολογούν τις απειλές και διαμορφώνουν τις στρατηγικές τους.
Στο έργο του “Το Είναι ως Κοινωνία”, ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας υποστηρίζει ότι στη δυτική μεταφυσική και σε σημαντικές εκδοχές της δυτικής θεολογίας η ύπαρξη προηγείται της σχέσης. Πρώτα υπάρχει η ουσία και στη συνέχεια η σχέση. Με απλά λόγια, “πρώτα είσαι και μετά σχετίζεσαι”. Αντιθέτως, η πατερική οντολογία του προσώπου ανατρέπει αυτή τη λογική. Το πρόσωπο δεν υπάρχει πρώτα για να δημιουργήσει σχέσεις αλλά προκύπτει μέσα στη σχέση και από τη σχέση. Η σχέση λοιπόν δεν είναι μια εξωτερική λειτουργία ενός ήδη συγκροτημένου όντος, αλλά στοιχείο της ίδιας της ύπαρξής του.
Διαφορετική οντολογία, διαφορετική συμπεριφορά
Η διαφορά αυτή δεν είναι απλώς θεολογική. Δημιουργεί δύο εντελώς διαφορετικές ανθρωπολογίες, οι οποίες στην ιστορική τους πορεία διαμόρφωσαν και τη γεωπολιτική σκέψη και συμπεριφορά. Αναλυτικότερα, εάν η ύπαρξη προηγείται της σχέσης, τότε ο κόσμος εμφανίζεται ως σύνολο αυτοτελών μονάδων. Ο άλλος είναι κάτι εξωτερικό προς εμένα. Πρώτα τον γνωρίζω, τον αξιολογώ, τον ταξινομώ και στη συνέχεια αποφασίζω αν θα συνεργαστώ ή θα συγκρουστώ μαζί του. Η σχέση γίνεται εργαλείο εξυπηρέτησης αναγκών, συμφερόντων και επιθυμιών. Ο “Άλλος” μετατρέπεται εύκολα σε αντικείμενο, σε μέσο ή σε απειλή.
Αντίθετα, όταν η σχέση προηγείται ως συστατικό στοιχείο της ύπαρξης, η ετερότητα αποκτά διαφορετική σημασία. Ο άλλος δεν είναι εμπόδιο στην ύπαρξή μου, αλλά προϋπόθεση της προσωπικής μου συγκρότησης. Η ταυτότητα δεν οικοδομείται εναντίον της ετερότητας αλλά μέσα από αυτήν.
Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς εάν τέτοιες οντολογικές παραδοχές μπορούν πράγματι να επηρεάσουν τον κλάδο της γεωπολιτικής. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μηχανιστική. Καμία θεολογική ή φιλοσοφική θεωρία δεν παράγει αυτομάτως συγκεκριμένες κρατικές πολιτικές. Μεσολαβούν η ιστορία, οι θεσμοί, οι οικονομικές δομές, οι τεχνολογίες και οι επιλογές των ηγεσιών. Ωστόσο, οι βαθύτερες αντιλήψεις για τον άνθρωπο διαμορφώνουν ένα πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ορισμένες συμπεριφορές καθίστανται περισσότερο αυτονόητες και άλλες λιγότερο πιθανές.
Η νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία προσφέρει αρκετά παραδείγματα. Η αποικιοκρατία, η “εκπολιτιστική αποστολή”, η αντίληψη περί ιστορικής ανωτερότητας και η πεποίθηση ότι οι άλλοι πολιτισμοί όφειλαν να μετασχηματιστούν σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα στρατιωτικής υπεροχής. Εδράζονταν και σε μια βαθύτερη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο “άλλος” αποτελούσε αντικείμενο προς διαχείριση, αναμόρφωση ή ενσωμάτωση.
Η ίδια λογική εμφανίζεται συχνά και στη σύγχρονη γεωπολιτική. Η αναδυόμενη ισχύς της Κίνας ερμηνεύεται σχεδόν αποκλειστικά μέσα από δυτικές ιστορικές εμπειρίες. Η περίφημη “Παγίδα του Θουκυδίδη” παρουσιάζεται πολλές φορές ως σχεδόν αναπόφευκτος νόμος της ιστορίας. Υπονοείται ότι κάθε ανερχόμενη δύναμη θα συμπεριφερθεί όπως συμπεριφέρθηκαν στο παρελθόν οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες. Η ιστορική εμπειρία της Δύσης μετατρέπεται έτσι σε παγκόσμιο πρότυπο ερμηνείας.
Παρόμοια δυσκολία παρατηρείται και στην κατανόηση του δόγματος “Ο κόσμος είναι μια οικογένεια” (Vasudhaiva Kutumbakam) που εκφράζει σήμερα η Ινδία καθώς και της παλαιότερης πολιτικής της της “μη ευθυγράμμισης” (non alignment), ή της ιδιαίτερης αντίληψης πολλών μη δυτικών πολιτισμών για τις διεθνείς σχέσεις. Συχνά θεωρείται αυτονόητο ότι κάθε κράτος οφείλει να επιλέξει αποκλειστικά ένα στρατόπεδο, επειδή η διεθνής πολιτική νοείται ως σύγκρουση κλειστών και αυτάρκων μονάδων. Όμως, για πολιτισμούς που συγκροτήθηκαν διαφορετικά, η πολλαπλότητα των σχέσεων μπορεί να μη θεωρείται αντίφαση αλλά φυσιολογική έκφραση της ταυτότητάς τους.
Εγώ και ο Άλλος
Η σκέψη του Ζηζιούλα αλλά και γενικότερα η Ορθόδοξη οντολογία, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή συνομιλεί, χωρίς να ταυτίζεται, με πολλές σύγχρονες φιλοσοφικές και επιστημονικές προσεγγίσεις. Ο Martin Buber διέκρινε τη σχέση “Εγώ–Εσύ” από τη σχέση “Εγώ–Αυτό”. Στην πρώτη περίπτωση ο άλλος αντιμετωπίζεται ως μοναδικό πρόσωπο ενώ στη δεύτερη ως αντικείμενο χρήσης και ελέγχου. Ο Emmanuel Levinas προχώρησε ακόμη περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι η συνάντηση με το πρόσωπο του άλλου προηγείται κάθε προσπάθειας κυριαρχίας και θεμελιώνει την ευθύνη απέναντί του.
Από διαφορετική αφετηρία, ο Jacques Lacan έδειξε ότι το ανθρώπινο Εγώ δεν είναι ένας αυτάρκης πυρήνας, αλλά συγκροτείται μέσα από τη σχέση με τον Άλλον. Παράλληλα όμως προειδοποίησε ότι η σχέση αυτή μπορεί να γίνει ναρκισσιστική. Δηλαδή, ο άλλος μετατρέπεται σε καθρέφτη του εαυτού μας και όταν παύει να επιβεβαιώνει την εικόνα που έχουμε για εμάς βιώνεται ως απειλή.
Η ψυχολογία του Heinz Kohut προσφέρει μια ακόμη διάσταση. Η συνοχή του εαυτού δεν αναπτύσσεται απομονωμένα αλλά μέσα από σχέσεις αναγνώρισης και ενσυναίσθησης. Όταν αυτές αποτυγχάνουν, ο άνθρωπος μπορεί να αναζητήσει στην κυριαρχία και στη μεγαλομανία ένα υποκατάστατο της σχέσης. Η ισχύς γίνεται τότε θεραπεία μιας εύθραυστης ταυτότητας και όχι έκφραση πραγματικής αυτονομίας.
Ανάλογη εικόνα προκύπτει και από την κοινωνική ψυχολογία του George Herbert Mead. Ο εαυτός συγκροτείται μέσω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και της υιοθέτησης του “γενικευμένου άλλου”. Η προσωπική ταυτότητα δεν προηγείται της κοινωνίας αλλά γεννιέται μέσα σε αυτήν. Από την πλευρά της εξελικτικής γνωσιακής επιστήμης, ο Michael Tomasello υποστηρίζει ότι το ειδοποιό χαρακτηριστικό του ανθρώπου είναι η κοινή προθετικότητα (shared intentionality). Δηλαδή η ικανότητα δημιουργίας κοινών σκοπών και κοινών νοημάτων. Η ανθρώπινη νόηση δεν αναπτύσσεται σε απομόνωση αλλά μέσα σε ένα πλέγμα συνεργασίας, γλώσσας και συλλογικής δράσης.
Η σύγχρονη γνωσιακή επιστήμη κινείται προς παρόμοια κατεύθυνση. Η θεωρία της ενσώματης νόησης, η έννοια του κατανεμημένου και του εκτεταμένου νου, αλλά και ευρήματα της νευροεπιστήμης, υπογραμμίζουν ότι η ανθρώπινη σκέψη δεν αποτελεί μια απομονωμένη λειτουργία ενός αυτάρκους εγκεφάλου. Η νόηση διαμορφώνεται μέσα από το σώμα, τη γλώσσα, τα εργαλεία, την κοινωνία και τις σχέσεις.
Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος έχει ενσωματώσει όλες αυτές τις επιστημονικές εξελίξεις στις μελέτες του εναρμονίζοντας τη θεολογία του Προσώπου με τις σύγχρονες αντιλήψεις στον χώρο της ψυχολογίας και της γνωσιακής επιστήμης. Παρενθετικά να πούμε ότι ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος έχει εκφράσει ισχυρή κριτική στις αντιλήψεις του Μητροπολίτη Περγάμου. Αν και οι δύο στοχαστές ξεκινούν από την ίδια βάση (την απόρριψη του δυτικού ατομικισμού), ο Λουδοβίκος υποστηρίζει ότι ο Ζηζιούλας, στην προσπάθειά του να υπερτονίσει το Πρόσωπο και τη Σχέση, οδηγήθηκε σε μια άλλη ακρότητα. Την υποτίμηση της Φύσης. Ωστόσο, η σημασία της σχέσης για το υπάρχειν παραμένει.
Τα άυλα θεμέλια της γεωπολιτικής και η Ελλάδα
Προφανώς όλες οι ανωτέρω θεωρίες δεν ταυτίζονται με την οντολογία του προσώπου ούτε επιβεβαιώνουν άμεσα μια θεολογική θέση. Δείχνουν όμως κάτι αξιοσημείωτο. Ότι δηλαδή από διαφορετικές επιστημονικές και φιλοσοφικές διαδρομές αναδύεται μια κοινή αμφισβήτηση του μύθου του απόλυτα αυτόνομου υποκειμένου.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη γεωπολιτική ταυτότητα και συμπεριφορά των διεθνών δρώντων. Συγκεκριμένα, εάν ο άλλος θεωρείται εξαρχής εξωτερικό αντικείμενο, τότε η ασφάλεια θα οριστεί κυρίως ως μεγιστοποίηση της ισχύος έναντι του αντιπάλου. Αν όμως η ταυτότητα συγκροτείται μέσα από σχέσεις, τότε η ασφάλεια αποκτά και μια δεύτερη διάσταση. Τη διατήρηση ενός πλαισίου μέσα στο οποίο διαφορετικές ταυτότητες μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να επιδιώκουν αμοιβαία εξάλειψη.
Αυτό δεν σημαίνει άρνηση της σύγκρουσης ούτε εγκατάλειψη του ρεαλισμού. Η ισχύς παραμένει αναπόσπαστο στοιχείο της διεθνούς πολιτικής. Καμία σοβαρή θεωρία δεν μπορεί να την αγνοήσει. Η διαφορά βρίσκεται στο αν η ισχύς θεωρείται η ύψιστη οντολογική αρχή ή αν αντιμετωπίζεται ως μέσο προστασίας μιας ευρύτερης τάξης σχέσεων.
Ίσως, λοιπόν, η σημαντικότερη συμβολή της ελληνικής πνευματικής παράδοσης στον σύγχρονο κόσμο να μην αφορά την προβολή μιας ακόμη ιδεολογίας ούτε την αναβίωση ενός ιστορικού μεγαλείου. Θα μπορούσε να αφορά την ανάδειξη μιας διαφορετικής αντίληψης για τον άνθρωπο και την πολιτική. Μιας αντίληψης που δεν ξεκινά από την αυτάρκεια του ατόμου αλλά από τη δημιουργική σχέση με την ετερότητα. Σε μια εποχή όπου η διεθνής τάξη αναδιαμορφώνεται και νέοι πολιτισμοί διεκδικούν πρωταγωνιστικό ρόλο, το κρίσιμο ερώτημα ίσως δεν είναι ποιος θα επικρατήσει. Ίσως είναι βαθύτερο: ποια αντίληψη περί ανθρώπου θα διαμορφώσει τη νέα παγκόσμια τάξη.
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν ανήκει αποκλειστικά στον τομέα της θεολογίας, της φιλοσοφίας ή της γεωπολιτικής. Βρίσκεται στο σημείο όπου όλες αυτές οι περιοχές συναντώνται. Εκεί όπου η κατανόηση του ανθρώπου γίνεται ταυτόχρονα κατανόηση της πολιτικής, της ισχύος και του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον “Άλλον”. Και ίσως εκεί να κρύβεται η βαθύτερη οντολογία της ίδιας της γεωπολιτικής.





