Όταν δεν υπάρχει κράτος… – Με αφορμή το “Citizen Vigilante”
04/07/2026
«Δεν υπάρχει κράτος μαντάμ!», είναι το μότο με το οποίο έκλεινε το τραγούδι διασκευή, σε στίχους Παντελή Αμπαζή, με τίτλο “Madame”. Τι εννοούσε ο ποιητής; Εννοούσε ότι δεν υπάρχει εθνικό κράτος. Εκείνο που διαθέτει το μονοπώλιο της βίας για να προστατεύει τους εγχώριους πολίτες του από κάθε απειλή τόσο εξωτερική, όσο και εσωτερική.
Εθνικό κράτος, δηλαδή εκείνο που φροντίζει ως κράτος πρόνοιας τους πολίτες, με τις ανάλογες υπηρεσίες στους τομείς λόγου χάρη της υγείας, της παιδείας ή της δικαιοσύνης. Ωστόσο, κράτος υπάρχει και παραϋπάρχει! Μόνο που δεν είναι πλέον εθνικό. Είναι μορφή διεθνοποιημένης πολιτικής εξουσίας, άτυπου αυτοκρατορικού τύπου, με τοπικούς τοποτηρητές που ονομάζονται «πολιτική ηγεσία του τόπου».
Κάποτε αναφανδόν μαφιοποιημένοι, οι παραπάνω τοποτηρητές προσχηματικά εξακολουθούν να εμφανίζονται ως «εκλεγμένοι από το λαό», δηλαδή από μια κοινή γνώμη που αν δεν απέχει από τις εκλογές διότι έχει σιχαθεί τις απατηλές “ψευτοδημοκρατικές” διαδικασίες, χειραγωγείται πολύ εύκολα, καθοδηγείται από τα ΜΜΕ και τις δημοσκοπήσεις και “επιλέγει” βάση των προειλημμένων αποφάσεων των ελίτ.
Υπάρχει λοιπόν ένα παγκοσμιοποιημένο υποκατάστατο του πρώην εθνικού κράτους, με δικαστές καθοδηγούμενους από την εκάστοτε πολιτική εξουσία και οπωσδήποτε αρκετά “προοδευτικούς”, ώστε να καταπατούν ανερυθρίαστα ακόμα και τα στοιχειώδη δικαιώματα στην προστασία και στη δικαιοσύνη των πολιτών της κοινωνίας από την οποία προέρχονται. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τα σώματα ασφαλείας που, σε μια μαφιοποιημένη κοινωνία της αρπαχτής, μαφιοποιούνται τα ίδια με μεγάλη ταχύτητα.
Το ιδεολογικό πλαίσιο της παγκόσμιας συμπεριληπτικής κοινωνίας – ξενοδοχείο, χωρίς πολιτικά σύνορα (ονομάζεται επίσης με “ανοιχτά σύνορα”) και πάμπολλες ανθρωπιστικές ΜΚΟ να προασπίζονται μετά μανίας και με το αζημίωτο, τόσο τον ανοιχτό χαρακτήρα των συνόρων, όσο και τα νομικά “ανθρώπινα δικαιώματα” όλων εκείνων που στην πολιτικά ορθή διάλεκτο ονομάζονται «πρόσφυγες», (ενώ πρόκειται για επιδοτούμενους από διάφορες “open society” λαθρομετανάστες), έχουν συγκροτήσει τις ηθικο-πολιτικές νοοτροπίες του πλήθους των κατά φαντασίαν “πολιτών του κόσμου”. Στο μυαλό όλων των ημιμαθών δυτικών ιδιωτών έχει εδραιωθεί το σύγχρονο πολιτικό τοπίο: Τα γκέτο των σύγχρονων δυτικών και δυτικοευρωπαϊκών μητροπόλεων έχουν γίνει ένα δείγμα νομοτελειακής “φυσικής” εξέλιξης.
Οι τέσσερεις ομάδες της πολιτικής αντεπανάστασης
Σε αυτό το φρικαλέο περιβάλλον της πολιτικής αντεπανάστασης που μοιάζει να έχει ήδη ολοκληρωθεί, τέσσερις διακριτές κοινωνιοπολιτικές και ιδεολογικά συγκροτημένες ομάδες μοιάζουν να απαρτίζουν το πεδίο όπου συγκρούονται διακριτά κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα:
- Οι διεθνοποιημένες και παγκοσμιοποιημένες ελίτ – δηλαδή η πραγματικά άρχουσα τάξη, της οποίας προφανώς η ιδεολογία, όπως πάντα, αντανακλάται στις ιδεολογίες όλης της υπόλοιπης δυτικής κοινωνίας.
- Μια μικρομεσοαστική μάζα ιδεολογικά ελιτοποιημένων πληβείων, που μιμούνται όσο μπορούν καλύτερα τις ελίτ και θέλουν “να τους μοιάσουν”, με την ελπίδα ότι θα διακριθούν κι αυτές, αν όχι στο πεδίο της οικονομικής ισχύος, τουλάχιστον στο πεδίο των “προοδευτικών” ιδεολογιών και χρηστοηθειών που έχουν υιοθετήσει άκριτα, (μαζί με το δικαιωματισμό, τις ανεκτικότητες, τις απεριόριστες επιτρεπτικότητες κλπ. και τα ιδεολογήματα της συμπερίληψης) από τις κυρίαρχες ελίτ.
Aκριβώς όπως παλαιότερα, οι μάζες του Τρίτου Ράιχ, αλλά και γενικότερα οι μικροαστικές μάζες της Ευρώπης, υιοθέτησαν λίγο πριν τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο όλα τα εθνικοσοσιαλιστικά ιδεολογήματα των τότε ιμπεριαλιστικών εθνικών τάξεων του δυτικού κόσμου – και κατά συνέπεια έγιναν «καλοί και φιλότιμοι» ναζί στο όνομα της φιλοπατρίας και της εθνικά σοσιαλίζουσας προοδευτικότητας, όπως τότε οριζόταν.
- Ο παραδοσιακός λαός, μονίμως απαξιωμένος σαν «χοντρός και αμόρφωτος», στιγματισμένος από τα νεοταξίτικα ιδεολογήματα, είτε ως «αντιδραστικός», είτε ως «φασιστικός όχλος», βρίσκεται υπόλογος κάθε φορά που προσπαθεί να αντισταθεί στην επικείμενη ιδεολογικοπολιτισμική και πολιτική του διάλυση από τις δυνάμεις του κυρίαρχου παγκοσμιοποιημένου καθεστώτος.
Πρόκειται με άλλα λόγια για τους πάλαι ποτέ “κυρίαρχους εθνικούς λαούς” που, αν και ιδεολογικά απαξιωμένοι από τα θεσμικά φερέφωνα του καθεστώτος (ΜΜΕ, Δικαιοσύνη, Εκπαίδευση κλπ.) συνεχίζουν να υπενθυμίζουν, όπως και όταν μπορούν κάτω από τη διάτρητη ομπρέλα του πατριωτισμού, την όποια ιστορία τους καθώς και τα ιερά και τα όσια που χαρακτηρίζουν την πολιτισμική και πολιτική τους συνεκτικότητα.
- Οι μετανάστες που, με τις αδιάκοπες, οργανωμένες ροές τους, εποικίζουν το δυτικό κόσμο χρησιμοποιώντας υπέρ τους όλα τα ιδεολογήματα των δυτικών ελίτ, εργαλειοποιούμενοι από αυτές και πρώτα από όλα την πολιτική θρησκεία του δικαιωματισμού, που ανατρέπει ριζικά και ριζοσπαστικά κάθε υπόμνηση και κάθε ανάμνηση των συλλογικών υποκειμένων των εθνών και των κοινωνικών τάξεων του νεότερου ιστορικού παρελθόντος των κοινωνιών που υποτίθεται τους φιλοξενούν.
“Πόλεμος Πολιτισμών”
Ορισμένες ομάδες από αυτούς, με την έντονα συνεκτική ισλαμική τους κουλτούρα, επιδίδονται συχνά σε ένα έκδηλο “πόλεμο πολιτισμών” μέσω ενεργειών που ταξινομούνται ως απλώς παραβατικές ή εγκληματικές, ενώ στην ουσία αποτελούν άρρητες πολεμικού τύπου ενέργειες εναντίον των αξιών, των ηθών και των εθίμων της κοινωνίας που υποτίθεται τους φιλοξενεί. Έχουν την αμέριστη συμπαράσταση της θεσμικής δικαιοσύνης, που με την ανεκτικότητά της αντιμετωπίζει με άκρατη επιείκεια τα περιστατικά βίας κατά των αυτόχθονων πληθυσμών.
Οι αδιανόητες ως σήμερα πράξεις βίας στρέφονται κατά κύριο λόγο ενάντια στον λαϊκό, αυτόχθονα γυναικείο πληθυσμό. Ας θυμηθούμε τα 250.000 (με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς) κορίτσια λαϊκής καταγωγής της Μεγάλης Βρετανίας που βιάστηκαν από συμμορίες αλλοδαπών. Ας θυμηθούμε παράλληλα και την ογδοντάχρονη Βελγίδα που κακοποιήθηκε σεξουαλικά σε δημόσιο χώρο από δεκατετράχρονο Αφρικανό, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος από τον αρμόδιο Βέλγο δικαστή ανηλίκων «για να μην καταστραφεί η ζωή του στις φυλακές»…
Συνεπώς, αυτό που φαίνεται να συμβαίνει, είναι ένας συνασπισμός δυνάμεων, όπου οι τρεις κατηγορίες (ελίτ – ελιτοποιημένοι πληβείοι – μετανάστες) στρέφονται εναντίον των τμημάτων του παραδοσιακού λαού, που σε πείσμα των περιστάσεων εξακολουθεί να υπάρχει και να διεκδικεί τα δίκαιά του. Οι ελίτ και οι συνοδοιπόροι τους αυτόν ακριβώς τον λαό επιθυμούν να διαλύσουν ιστορικά, πολιτισμικά και πολιτικά, διότι η διάλυση αυτή θα επιτρέψει την εγκαθίδρυση ενός παγκόσμιου, τεχνοφεουδαρχικού, “μετανθρώπινου” ολοκληρωτικού καθεστώτος, απέναντι στο οποίο δεν θα υπάρχουν συλλογικές αντιστάσεις.
“Citizen Vigilante”
Το “Citizen Vigilante” δεν είναι λοιπόν άλλο ένα έργο με κάποιον εκδικητή τύπου Τσαρλς Μπρόνσον ή Επιθεωρητή Κάλαχαν ή Taxi Driver κλπ, που το χολυγουντιανό καθεστώς αρέσκεται κατά καιρούς να πλασάρει στο φιλοθεάμον, πολιτικά κενό του, κοινό. Είναι η προκλητική ιδέα, (κυρίως για τους ιδεολογικά ελιτοποιημένους, “προοδευτικούς και μεταμοντερνίζοντες” δυτικούς πληβείους), της έμπρακτης, «χωρίς πολλά λόγια», πολιτικής αντίστασης των λαών.
Έστω μέσω ενός καινούργιου Ζορό – Εκδικητή. Έστω μέσω ενός κάπως φθηνού και σχετικά χοντροκομμένου ή ακαλαίσθητου κινηματογραφικού έργου. Σκοπός του σκηνοθέτη είναι να αφήσει να πλανάται η υποψία ενός συστήματος διπλής εξουσίας μέσω αυτοδικίας. Μιας αξίωσης λαϊκής πολιτικής ισχύος και αντίθεσης των δυτικών κοινωνιών με τα αντεθνικά κράτη που δυναστεύουν τους εθνικούς λαούς. Κι αυτό ακριβώς είναι που ενοχλεί μέχρι λύσσας τους ημιμαθείς παπαγάλους του «προοδευτικού συρμού».
Ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που κάτι τέτοιο συμβαίνει. Στο διήγημα οι “Έμποροι των Εθνών” του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, το οποίο διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της φραγκοκρατίας και του πολιτικού χάους που προκύπτει στις ελληνόφωνες επαρχίες του Βυζαντινού κράτους από αυτήν την κατάσταση, μια αριστοκράτισσα κυρία της Νάξου παραπονιέται στον ευπατρίδη και ευγενή σύζυγό της, ο οποίος τραυματίζεται καταδιώκοντας τους πειρατές της περιοχής, ότι κακώς ανακατεύεται, αφού είναι θέμα της εξουσίας η καταπολέμηση της πειρατείας.
Απαιτεί λοιπόν από αυτόν να απέχει παρόμοιων καταδιώξεων. Αυτός δε απαντά: «Αλλά δεν έχομεν εξουσία, φιλτάτη μου. Εις τον καιρόν αυτόν δεν δυνάμεθα να είπωμεν οριστικώς αν ανήκωμεν εις το κράτος των Ρωμαίων, εις την αυθεντίαν των Φράγκων ή εις την πολιτείαν των Βενετών.» «Εις τίνα ανήκομεν, λοιπόν;» απορεί η σύζυγος του ευγενούς- για να πάρει αμέσως την απάντηση: «Εις ουδένα. Και χρεωστούμεν να υπερασπίσωμεν μόνοι την τιμήν, την ζωήν και την περιουσία μας».
Με άλλα λόγια, «αφού δεν υπάρχει κράτος, μαντάμ», δεν αρκεί απλώς να το υποκαταστήσουμε. Κράτος πρέπει να γίνουμε εμείς.





