Φωτιά και μαχαίρι… Οι Κροάτες δολοφόνοι φρουροί του Β’ ΠΠ

Παντελής Καρύκας
801

Γράφει ο Παντελής Καρύκας

Στις 6 Απριλίου 1941 οι Γερμανοί επιτέθηκαν στην Γιουγκοσλαβία. Οι Κροάτες είδαν τη γερμανική επίθεση ως ευκαιρία απελευθέρωσης από τη Γιουγκοσλαβία, στην οποία είχαν ενταχθεί, όχι και τόσο εκούσια, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στις 10 Απριλίου 1941, στο Ζάγκρεμπ, ο Άντε Πάβελιτς, ο επικεφαλής της φασιστικής κροατικής, αυτονομιστικής οργάνωσης Ουστάσα, επέστρεψε από την Ιταλία, όπου διαβιούσε, τη συνεργεία του Μουσολίνι, υπονομεύοντας τη Γιουγκοσλαβία. Ο Πάβελιτς ανακηρύχθηκε «ηγέτης» (Πογκλάβνικ – όρος αντίστοιχος του γερμανικού φύρερ και του ιταλικού ντούτσε).

Ο Πάβελιτς εγκατέστησε το καθεστώς των Ούστασι, το οποίο ευθύνεται για την εξόντωση τουλάχιστον 2.000.000 Σέρβων και πολλών χιλιάδων Εβραίων και Τσιγγάνων, με την συνδρομή και του ρωμαιοκαθολικού καρδινάλιου της Κροατίας Στέπινατς, τον οποίο το Βατικανό αγιοποίησε, σχετικά πρόσφατα.

Ο πρώτος στρατιωτικός σχηματισμός που οργάνωσε το καθεστώς Πάβελιτς ήταν το Τάγμα Φρουράς του Πογκλάβνικ, το οποίο σταδιακά έφτασε στο επίπεδο μεραρχίας. Αρχικά το τάγμα αποτελείτο από 200 άνδρες, αλλά σύντομα ξεπέρασε τους 1.000.

Ήταν δε τόσο μεγάλη η προσέλευση εθελοντών που, μέχρι τον Δεκέμβριο του 1941, είχαν σχηματιστεί τρία τάγματα – δύο στο Ζάγκρεμπ και ένα στη Μπάνια Λούκα – ένα έμπεδο τάγμα, ένα μηχανοκίνητο συγκρότημα, μια επιλαρχία ιππικού, των τριών ιλών και μια μοίρα πυροβολικού, των δύο πυροβολαρχιών.

Κατά συνέπεια άλλαξε και ο τίτλος της μονάδες η οποία ονομάστηκε Ταξιαρχία της Φρουράς του Πογκλάβνικ. Αργότερα καταργήθηκαν οι δύο ίλες ιππικού και η μια πυροβολαρχία.

Τον Οκτώβριο του 1943 η Ταξιαρχία αναδιοργανώθηκε περιλαμβάνοντας πλέον τρία τάγματα, έκαστο δυνάμεως 1.200 ανδρών, τρία έμπεδα τάγματα, έκαστο με δύναμη 500 ανδρών, τρείς ίλες ιππικού, μια ίλη αρμάτων με ιταλικά αρματίδια CV-35 και μια πυροβολαρχία με ορειβατικά πυροβόλα των 75mm.

Το 1944 η Ταξιαρχία έγινε Μεραρχία. Συστάθηκαν τότε δύο συντάγματα πεζικού, έκαστο με τέσσερα τάγματα πεζικού, ενώ η Μεραρχία διέθετε επίσης τρείς πυροβολαρχίες, μια μηχανοκίνητη ίλη, μια ίλη ελαφρών αρμάτων και μια επιλαρχία ιππικού. Διέθετε επίσης δύο έμπεδα τάγματα και υπηρεσίες.

Αργότερα, το ίδιο έτος, το πεζικό οργανώθηκε κατά τα γερμανικά πρότυπα, σε συντάγματα των τριών ταγμάτων, με ένα ακόμα λόχο βαρέων όπλων – με μια διμοιρία όλμων, μια διμοιρία αντιαρματικών και δύο διμοιρίες πολυβόλων.

Επίσης το πυροβολικό οργανώθηκε σε μια μοίρα με τέσσερις πυροβολαρχίες (16 πυροβόλα και ελαφρά οβιδοβόλα), ενώ σχηματίστηκε και μια επιλαρχία αναγνώρισης με μια ίλη 15 ελαφρών αρμάτων, δύο λόχους μοτοσικλετιστών και έναν λόχο μηχανοκίνητου πεζικού.

Σχηματίστηκε επίσης και ένα τεθωρακισμένο συγκρότημα αποτελούμενο από μια ίλη μέσων αρμάτων (15 άρματα), μια ίλη ελαφρών αρμάτων (7 άρματα) και δύο λόχους μηχανοκίνητου πεζικού. Τον Απρίλιου του 1945 η Μεραρχία διέθετε 10 τάγματα, οργανωμένα σε τρία συντάγματα, τρείς πυροβολαρχίες, δύο με πυροβόλα των 100cm και μια με πυροβόλα των 7cm, καθώς και τις ανωτέρω αναφερόμενες αρμάτων και μηχανοκίνητου πεζικού.

Η Μεραρχία της Φρουράς αποτελείτο, αρχικά, από άνδρες που είχαν υπηρετήσει στον Γιουγκοσλαβικό Στρατό και πολεμούσαν βάσει της εκπαίδευσής τους αυτής. Αργότερα την εκπαίδευση ανέλαβαν Γερμανοί εκπαιδευτές και οι άνδρες εκπαιδεύτηκαν στις γερμανικές τακτικές.

Ο εξοπλισμός τους επίσης προερχόταν από τα λάφυρα του Γιουγκοσλαβικού Στρατού, αλλά διατίθονταν και ιταλικά όπλα και κατόπιν γερμανικά. Αν και υποτίθεται ότι η μονάδα συγκροτήθηκε για να φρουρεί τον Πάβελιτς, ανέλαβε δράση ήδη από τον Αύγουστο του 1941.

Σε όλη τη διάρκεια του πολέμου η Μεραρχία της Φρουράς ανέλαβε «αντιπαρτιζανικά» καθήκοντα, μαχόμενη κατά των Τσέτνικ του συνταγματάρχη Μιχαήλοβιτς και κατόπιν κατά των παρτιζάνων του Τίτο, αλλά και διαπράττοντας φρικτά εγκλήματα κατά των Σέρβων της Κροατίας, τους οποίους, ο Πάβελιτς, επιθυμούσε να εξαφανίσει από προσώπου γης.

Πάβελιτς και Μουσολίνι

Οι Ούστασι αποδείχθηκαν χειρότεροι ακόμα και από τα SS, κατά περίπτωση, δολοφονώντας αδιάκριτα, κάθε μη κροατικής καταγωγής και ρωμαιοκαθολικού δόγματος, άνδρα, γυναίκα και παιδί που έπεφτε στα χέρια τους.

Αν και οι άνδρες της Μεραρχίας αποτελούσαν, υποτίθεται, τακτική δύναμη, που δεν σχετιζόταν με την πολιτοφυλακή των Ουστάσι που είχε αναλάβει το έργο της «εκκαθάρισης» και αυτοί δεν υστέρησαν καθόλου στο δολοφονικό έργο, λαμβάνοντας μέρος, στο πλευρό των Γερμανών, σε δεκάδες επιχειρήσεις κατά των ανταρτών, στη διάρκεια των οποίων εξόντωσαν χιλιάδες ανθρώπους.

Η πρώτη μεγάλης κλίμακας σφαγή σημειώθηκε στις 19 Νοεμβρίου 1941, όταν σφαγιάστηκαν 800 Σέρβοι κάθε φύλου και ηλικίας. Τον Φεβρουάριο του 1942 περισσότεροι από 2.100 Σέρβοι δολοφονήθηκαν με φτυάρια, μαχαίρια και τσεκούρια, υπό την επίβλεψη του ρωμαιοκαθολικού ιερέα της Ταξιαρχίας Βιέκοσλαβ Φιλίποβι. Παρόμοιες σφαγές σημειώθηκαν μέχρι το τέλος του πολέμου.

Αν και ο Πάβλιτς δεν υπέστη τη μοίρα που του άξιζε, οι περισσότεροι από τους άνδρες της Μεραρχίας αιχμαλωτίστηκαν από τους άνδρες του Τίτο και εκτελέστηκαν, σε πολλές περιπτώσεις, με ιδιαίτερα φρικτό τρόπο, από παρτιζάνους πουν είχαν χάσει τις οικογένειές τους από τους Κροάτες.

Γνωρίζοντας την τύχη που τους ανέμενε πολλοί Κροάτες συνέχισαν να πολεμούν μέχρι τις 22 Μαΐου 1945, αρκετές, δηλαδή, ημέρες, μετά το επίσημο πέρας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων.