Πως διαψεύστηκαν οι προσδοκίες από την Επανάσταση των Νεοτούρκων (1908)
30/06/2026
Το 1908 είναι το σημείο κατά το οποίο το πνεύμα του ακραίου φυλετισμού, που κόμιζε η τριανδρία της Θεσσαλονίκης των Τζεμάλ, Εμβέρ και Ταλαάτ πασά, υπερίσχυσε του ευρύτατου μεταρρυθμιστικού κινήματος που είχε αναφανεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα τέλη του 19ου αιώνα (το 1891 είχε δημιουργηθεί το Κομιτάτο “Ένωση και Πρόοδος”) και προσδοκούσε στη μετεξέλιξη της Αυτοκρατορίας σε κράτος δικαίου. Ο νέες εθνικιστικές απόψεις που εμφανίζονται καθορίζουν ως εθνικό χώρο των Τούρκων μια εκτεταμένη περιοχή από το Αιγαίο έως τη θάλασσα της Κίνας.
Το παντουρκιστικό κίνημα στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία αυτής της νέας τουρκικής αυτοκρατορίας, όπου δεν θα υπάρχει θέση για κανένα άλλο έθνος εκτός απ’ αυτό των Τούρκων. Κύριοι υποστηρικτές των τάσεων αυτών ήταν οι Γερμανοί, οι οποίοι, με μια προνομιακή συμμαχία με το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, επιδίωξαν αφενός το ξαναμοίρασμα του παλιού κόσμου των αγορών και των αποικιών και αφετέρου την οικονομική τους κυριαρχία στην Εγγύς Ανατολή με την εξαφάνιση των μόνων ανταγωνιστών τους, των Ελλήνων και των Αρμενίων.
Μετά από την αρχική ευφορία των χριστιανικών κοινοτήτων που πείστηκαν από το φιλελεύθερο προσωπείο των Νεότουρκων, ήρθε η διάψευση των προσδοκιών. Η ελληνική εφημερίδα “Νέα Αλήθεια” της οθωμανικής Θεσσαλονίκης στις 10 Ιουλίου 1910: «Μας αφανίζετε. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουμε τη δυστυχία που μας βρήκε τα δύο τελευταία χρόνια …για πιο λόγο υφιστάμεθα όλους αυτούς τους διωγμούς; …Μας παίρνετε όσα μας ανήκουν και τα δίνετε σε άλλους. Φυλακίζετε τους ιερείς και τους δασκάλους μας. Ξυλοκοπείται τους πολίτες και από παντού ακούγονται θρήνοι και οδυρμοί.»
Τον Οκτώβριο του 1911 αποφασίστηκε και επισήμως, σε συνέδριο των Νεότουρκων που έγινε στην οθωμανική Θεσσαλονίκη, η εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων. Επίσης φαίνεται ότι οι Νεότουρκοι είχαν εκπονήσει ένα σχέδιο μετατροπής της περιοχής μεταξύ Θεσσαλονίκης και Κωσταντινούπολης σε τουρκικό εθνικό κράτος με τη μεταφορά χιλιάδων μουσουλμάνων κατοίκων και προσφύγων από την υπόλοιπη Βαλκανική.
Η αντιμειονοτική πολιτική της τάσης αυτής των Νεότουρκων, θα προκαλέσει μεγάλη κοινωνική όξυνση. Οι Μικρασιάτες σοσιαλιστές, όπως ο Δ. Γληνός και ο Γ. Σκληρός, θα αναλύσουν από το 1909 με εντυπωσιακή διεισδυτικότητα τις νέες συνθήκες. Χαρακτηριστική είναι η προσέγγιση του Δημήτρη Γληνού: «Διωκόμεθα, απειλούμεθα, καταπιεζόμεθα, εκβιαζόμεθα, σφαζόμεθα, ηκούσθη από τους τόπους των χθεσινών συναδελφώσεων. Εις τα παράλια, καθώς και εις τα βάθη της Μικράς Ασίας, εις την Μακεδονίας, εις την Θράκην, εις την Ήπειρον, εις τας νήσους του Αρχιπελάγους άρχεται ο διωγμός…. η μόνη ultima ratio, η μόνη πειθώ, η μόνη ακαταμάχητος λογική, η λογική των όπλων. Η Ελλάς, η Βουλγαρία, η Σερβία και το Μαυροβούνιον έχουσιν εντός του τουρκικού κράτους εκτεθειμένους εις τας καταπιέσεις, εις τους διωγμούς, εις την μάχαιραν των Τούρκων εκατομμύρια αδελφών».
Ακριβώς αυτή η κατάσταση υποχρέωσε τα σκληρά ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους χριστιανικά κράτη των Βαλκανίων να παρακάμψουν τους ανταγωνισμούς τους. Η ακραία εθνικιστική πολιτική των Νεότουρκων συνέβαλε στη σύμπηξη του μετώπου των χριστιανικών βαλκανικών χωρών και των βαλκανικών πολέμων που ακολούθησαν.
Οι Έλληνες την εποχή των Βαλκανικών πολέμων
Οι Έλληνες διακρίνονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: τους Έλληνες της ελεύθερης Ελλάδας οι οποίοι με τα επίσημα στοιχεία των απογραφών ανέρχονταν σε 2,5 με 2,6 εκατομμύρια στις αρχές του 20ού αιώνα, τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι οποίοι με βάση την πατριαρχική απογραφή προ του 1912 ανέρχονται σε 2,3 εκατομμύρια άτομα και με βάση την οθωμανική απογραφή 1,8 εκατομ. και τους Έλληνες στην Αυτόνομη Κρήτη (1898-1913)η οποία δεν ανήκε ακόμα στο ελληνικό κράτος αλλά αποτελούσε την αυτόνομη Κρητική Πολιτεία.
Σύμφωνα με την πρώτη επίσημη απογραφή που διενήργησε η αυτόνομη κυβέρνηση τον Ιούνιο του 1900, οι χριστιανοί Έλληνες του νησιού ανέρχονταν σε 269.319 κατοίκους, αποτελώντας τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Ένα σημαντικό τμήμα (260.000 άτομα) του ένδημου ελληνισμού κατοικούσε εκείνη την εποχή στην Κύπρο, η οποίο -παρότι παρέμενε οθωμανικό έδαφος- είχε αποδοθεί για διαχείριση στην Μεγάλη Βρετανία ως “δώρο” για την ανατροπή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου.
Αυτή ακριβώς η συγκυριακή διαχειριστική σχέση της Μεγάλης Βρετανίας με την Κύπρο επέτρεπε να προταθεί για ένωση με την Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1915, εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έναντι της εξόδου της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όμως η φιλογερμανική στάση της τότε ελληνικής βασιλικής κυβερνήσεως απέρριψε τη μοναδική αυτή πρόταση και ευκαιρία.
Στην εποχή του Τανζιμάτ
Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ (περίοδος 1839 – 1876, Διάταγμα του Γκιουλχανέ, Μεταρρυθμιστικό Διάταγμα) ευνόησαν τη ραγδαία οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη των Ελλήνων. Η οικονομική τους ισχύ ήταν μεγαλύτερη της πληθυσμιακής τους αναλογίας. Υπολογίζεται ότι το 50% του επενδεδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες.
Το 1912, από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε Έλληνες ανήκε το 46%, το 23% σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους. Υπολογίζεται ότι το 1914 από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες, το 49% ανήκε σε Οθωμανούς Έλληνες, ενώ Έλληνες ήταν και το 46% των τραπεζιτών. Την ίδια χρονιά, υπολογίζεται ότι Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Αυτή ακριβώς η κατάσταση οδήγησε τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να επενδύσουν πολιτικά στο δημοκρατικό μετασχηματισμό του κράτους και στην πλήρη κατάργηση των διαχωρισμών στη βάση της θρησκευτικής ή εθνικής ιδιαιτερότητας. Το όραμα του ελληνο-οθωμανισμού για ένα εκδημοκρατισμένο, πολυπολιτισμικό κράτος κατέρρευσε γρήγορα (μεταξύ 1910–1912) γιατί η κυβέρνηση των Νεότουρκων στράφηκε γρήγορα σε έναν σκληρό, σοβινιστικό τουρκικό εθνικισμό, επιδιώκοντας την αφομοίωση ή την εξόντωση των μειονοτήτων, αντί για την ισοπολιτεία. Μετά το 1908 το όραμα της ειρηνικής συμβίωσης μέσα στην αυτοκρατορία κατέστη ανέφικτο.
Η ελληνική πολιτική
Η εμφάνιση των βαλκανικών εθνικισμών και κυρίως του βουλγαρικού κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, μετέβαλε σε σημαντικό βαθμό το πεδίο συγκρότηση των αντιπαλοτήτων. Βαθμιαία οι Σλάβοι γίνονται οι κύριοι εχθροί. Η οικουμενική ορθοδοξία που εξέφραζε το Οικουμενικό Πατριαρχείο άρχισε να διαιρείται σε ξεχωριστά εθνικά σύνολα. Τα κινήματα ανεξαρτησίας των άλλων βαλκανικών λαών αντιμετωπίζουν τους Έλληνες σαν αντιπάλους μαζί με τους Τούρκους επιθυμώντας να απαλλαγούν από την πολιτιστική ελληνική κυριαρχία.
Η Ελλάδα υιοθέτησε κατά περιόδους σαφή φιλοοθωμανική πολιτική (ή πολιτική προσωρινής συνεννόησης με την Πύλη) κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, χρησιμοποιώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ανάχωμα απέναντι στον σλαβικό κίνδυνο. Ο Χαρίλαος Τρικούπης ήταν ο κύριος εκφραστής αυτής της προσέγγισης. Θεωρούσε ότι ο εκβουλγαρισμός της Μακεδονίας αποτελούσε πολύ μεγαλύτερη και πιο άμεση απειλή για τα ελληνικά συμφέροντα από την παραμονή των εδαφών αυτών υπό οθωμανικό έλεγχο.
Η θέση του Τρικούπη ήταν ότι η Ελλάδα προτιμούσε να συνορεύει στα βόρεια με μια εξασθενημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία αργά ή γρήγορα θα κατέρρεε, παρά με μια ισχυρή και επιθετική Σλαβική Ομοσπονδία ή μια Μεγάλη Βουλγαρία που θα είχε την πλήρη στήριξη της Ρωσίας. Κατά τη δεκαετία του 1880, ο Τρικούπης επιδίωξε μυστικές επαφές με την Κωνσταντινούπολη, προτείνοντας μια άτυπη ελληνοτουρκική συνεννόηση για τον κοινό περιορισμό της βουλγαρικής διείσδυσης στη Μακεδονία.
Σε αυτή τη βάση εμφανίστηκε η άποψη των Δραγούμη-Σουλιώτη για την ελληνοτουρκική συνομοσπονδία. Απλώς ο Ίων Δραγούμης δεν αντιλήφθηκε την απόλυτη ρήξη στις έως τότε συνθήκες που επέφερε το νεοτουρκικό κίνημα το 1908 και η άνοδος των εθνικιστών στην εξουσία. Εάν εξαιρεθεί ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, που προκλήθηκε από εσωτερική πολιτική πίεση και την Κρητική επανάσταση, η Ελλάδα ακολούθησε με συνέπεια αυτή την αντισλαβική πολιτική συνεννόησης με την Υψηλή Πύλη.
Το κίνημα των Νεότουρκων του 1908 καθώς και η παρακμή του ελληνικού πολιτικού συστήματος προκάλεσαν το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί (Αύγουστος 1909) που είχε επικεφαλής τον συνταγματάρχη πυροβολικού Νικόλαο Ζορμπά. Η μεγάλη λαϊκή υποστήριξη του κινήματος του επέτρεψε να παρέμβει στη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού σκηνικού. Οι στρατιωτικοί με το Κίνημα στο Γουδί, δεν επιθυμούσαν να εγκαθιδρύσουν δικτατορία, ούτε είχαν την εμπειρία να κυβερνήσουν οι ίδιοι. Αναζητούσαν έναν ικανό, έντιμο και άφθαρτο πολιτικό για να εφαρμόσει το μεταρρυθμιστικό τους πρόγραμμα.
Στα τέλη του 1909 ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος πρότεινε στον εκ Πατρών Δημήτριο Γούναρη να αναλάβει την πρωθυπουργία. Ο Γούναρης απέρριψε την πρόταση του αρχηγού του Συνδέσμου Νικολάου Ζορμπά. Μετά την άρνηση του Γούναρη, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος στράφηκε στην Κρήτη και κάλεσε στην Αθήνα τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο Βενιζέλος αρνήθηκε επίσης αρχικά την πρωθυπουργία, αλλά ανέλαβε ρόλο πολιτικού συμβούλου του Συνδέσμου, οδηγώντας τελικά τη χώρα σε εκλογές, στην αναθεώρηση του Συντάγματος και στην ανάληψη της εξουσίας από τον ίδιο το 1910.
Η εποχή Βενιζέλου
Ο Βενιζέλος είχε μια άλλη γεωπολιτική αντίληψη από αυτήν που επικρατούσε στους κύκλους των Αθηνών. Το κύριο ζήτημα για τον Βενιζέλο ήταν η συμμετοχή στις διαδικασίες αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την μεγέθυνση των ελληνικών κερδών. Παράλληλα, λόγω του Κρητικού Ζητήματος, ήταν πολύ καλός γνώστης των σχέσεων και των δυνατοτήτων των Μεγάλων Δυνάμεων. Καταλαβαίνοντας ότι η εποχή εκείνη ήταν κρίσιμη που κυοφορούσε εξελίξεις, επιχείρησε να ειρηνεύσει το εσωτερικό μέτωπο.
Έτσι, αγνοώντας τις θέσεις του Στρατιωτικού Συνδέσμου που αντιδρούσε στον κύριο ρόλο που είχαν έως τότε οι βασιλικοί πρίγκιπες στη διοίκηση του στρατεύματος, τοποθέτησε τον διάδοχο Κωνσταντίνο σαν Γενικό Επιθεωρητή του Στρατού και προσέλαβε ως υπασπιστή του τον Ιωάννη Μεταξά. Παράλληλα επέλεξε τη γαλλική αποστολή για την εκπαίδευση του ελληνικού στρατού ως αντίπαλο δέος στους Γερμανούς που εκπαίδευαν και εξόπλιζαν τους Τούρκους.
Την ίδια εποχή στα Βαλκάνια, ως αποτέλεσμα της ρωσικής πίεσης δημιουργήθηκε στις αρχές του 1912 μια αντιτουρκική συμμαχία της Βουλγαρίας με τη Σερβία. Στη συμμαχία αυτή προσχώρησε στη συνέχεια το Μαυροβούνιο. Έως εκείνη τη στιγμή η Ελλάδα ήταν απούσα από τις εξελίξεις. Πρώτα γιατί κανείς δεν την υπολόγιζε ως σημαντική στρατιωτική δύναμη και έπειτα γιατί ήταν ανταγωνιστής των βουλγαρικών βλέψεων για την οθωμανική Μακεδονία.
Στην ίδια την Ελλάδα υπήρχαν δύο αντίθετες απόψεις. Η μια ήταν η ακραία αντισλαβική που εξέφρασε ο Ίων Δραγούμης. Για τις δύο αυτές γραμμές ο Δραγούμης έγραψε: «Η μία (του Βενιζέλου) επίστευε και φώναζε να μεγαλώσει όπως όπως η Ελλάδα. Η άλλη έλεγε να ζήσει και να προκόψει το ελληνικό έθνος και να συγκυριαρχήσει με τον Τούρκο στην Ανατολή….». Η άλλη άποψη που εξέφρασε ο Ελευθέριος Βενιζέλος για την παρούσα στιγμή ήταν: «Ή θα νικήσουν τα σλαβικά κράτη και η Ελλάς μένει εσαεί εις την Μελούναν. Ή νικά η Τουρκία και χάνεται δια παντός ο ελληνισμός».
Τελικά η πίεση του Βενιζέλου για συμμετοχή της Ελλάδας στη Βαλκανική Συμμαχία έγινε αποδεκτή από τους Βούλγαρους και η συνθήκη μεταξύ τους υπογράφτηκε στις 16 Μάϊου του 1912. Ο μόνος λόγος που η Βουλγαρία συναίνεσε στην συμμετοχή της Ελλάδα στον κοινό συνασπισμό ήταν η ύπαρξη του ελληνικού στόλου στο Αιγαίο, ο οποίος θα μπορούσε να εμποδίσει τη μεταφορά στρατευμάτων είτε από τη Μικρά Ασία είτε μέσω των Δαρδανελίων στα μέτωπα του πολέμου.
Έτσι διαμορφώθηκε το συμμαχικό μέτωπο που αποτελούνταν αποκλειστικά από τέσσερα κράτη: την Ελλάδα, τη Σερβία, τη Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο. Στις 4 Οκτωβρίου ξεκίνησε και επισήμως ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος.
Συνοψίζοντας…
Οι επιτυχίες των συμμάχων κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο υπερέβησαν κάθε αισιόδοξη πρόβλεψη. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν σε όλα τα μέτωπα και συνέβαλε καθοριστικά η δράση του ελληνικού στόλου που εμπόδισε τη μεταφορά στρατευμάτων στα βαλκανικά μέτωπα του πολέμου. Πολύ ευνοημένη από τις εξελίξεις ήταν η Ελλάδα, η οποία καταφέρνοντας να υπερνικήσει τα οθωμανικά στρατεύματα στο Σαραντάπορο κατέλαβε μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας, την Ήπειρο και τη Θεσσαλονίκη την οποία εποφθαλμιούσαν οι Βούλγαροι. Οι Έλληνες είχαν να αντιμετωπίσουν ένα μόνο σώμα στρατού γιατί τον κύριο όγκο των στρατευμάτων (τρία σώματα στρατού) οι Νεότουρκοι τα είχαν παρατάξει στην Ανατολική Θράκη για την προστασία της Κωνσταντινούπολης.
Τον Μάϊο του 1913 ο βουλγαρικός στρατός θα κατανικήσουν τα οθωμανικά στρατεύματα και θα φτάσει έξω από την Κωνσταντινούπολη. Τότε οι Μεγάλες Δυνάμεις (Μεγ. Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Ρωσία και Ιταλία) παρενέβησαν και επέβαλαν στους εμπόλεμους ανακωχή. Στις 17 Μαΐου 1913 (με το παλιό ημερολόγιο) υπεγράφη μεταξύ των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων και της οθωμανικής εξουσίας η Συνθήκη του Λονδίνου, με την οποία έμπαινε τέλος στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Οι όροι της συνθήκης έγιναν αποδεκτοί από τους εκπροσώπους των νικητών με επιφύλαξη.
Η Τουρκία έχανε όλες τις ευρωπαϊκές της κτήσεις, δημιουργείτο ανεξάρτητο κράτος της Αλβανίας, η Κρήτη παραχωρούνταν στους 4 συμμάχους, οι 3 εκ των οποίων παραιτήθηκαν κάθε αξίωσης υπέρ της Ελλάδας. Η τελική χάραξη των συνόρων καθώς και η μοίρα των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου θα καθορίζονταν σε νέα συνδιάσκεψη. Η Συνθήκη αυτή αποδείχθηκε εξαιρετικά βραχύβια. Ένα μήνα μετά την υπογραφή της Συνθήκης, ο βουλγαρικός στρατός επιτέθηκε αιφνιδιαστικά κατά της Ελλάδας και της Σερβίας.
Έτσι άρχισε ο Β΄ Βαλκανικός πόλεμος, ο οποίος θα τελείωνε οριστικά με ήττα της Βουλγαρίας. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου 1913 με το παλαιό ημερολόγιο) στην Ελλάδα επιδικάζονταν οριστικά η Κρήτη, η Ήπειρος, η Μακεδονία έως τον Νέστο ποταμό. Χανόταν η Βόρειος Ήπειρος, που απεδίδετο στην Αλβανία για να έχει βιώσιμα σύνορα και η νήσος Σάσσων, μικρό νησάκι στην είσοδο του λιμανιού του Αυλώνα, που αποτελούσε προσάρτημα των Επτανήσων όταν αυτά παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα το 1864.
Η Σερβία κέρδιζε την Βόρειο Μακεδονία και το Νόβι-Παζάρ και η Βουλγαρία τη Δυτική Θράκη, για να έχει μια διέξοδο στο Αιγαίο και τμήμα της Μακεδονίας, που ονομάζει ως σήμερα Μακεδονία του Πιρίν. Η Βουλγαρία έχασε το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης από ισχυρή αντεπίθεση του τουρκικού στρατού και μέρος της Δοβρουτσάς από επέλαση των Ρουμάνων, οι οποίοι δρώντας καιροσκοπικά και ύπουλα τους επιτέθηκαν στα νώτα όταν όλα είχαν κριθή.





