Το “Προδομένο Μεσολόγγι” του Σπύρου Αλεξίου
18/05/2026
Επιθυμώντας να κάνω ένα διάλειμμα από την πολύ απαιτητική παρακολούθηση των πυκνών και ταχύτατων ιστορικών εξελίξεων που ζούμε και κάποιων άλλων δικών μου διαβασμάτων, κατέφυγα στο βιβλίο του Σπύρου Αλεξίου. Η Ελληνική Επανάσταση είναι ένα θέμα που με συγκινεί ιδιαίτερα και, ως ερασιτέχνης αναγνώστης, το παρακολουθώ όσο μπορώ. Διαβάζοντάς το, μου δημιουργήθηκε η ανάγκη για αυτό το σημείωμα. Δεν πρόκειται ούτε για βιβλιοκρισία, ούτε για ιστορικό άρθρο, καθόσον δεν είμαι ιστορικός. Ως Έλληνας πολίτης, μεταφέρω απλώς μια πικρή αίσθηση που μου δημιουργήθηκε διάβαζοντάς το και έχοντας πάντα κατά νου το ιστορικό παρόν της χώρας.
Το Μεσολόγγι μετά την αποτυχία της πρώτης του πολιορκίας (Οκτώβριος- Δεκέμβριος 1822) καθιερώνεται πλέον στρατηγικά, αλλά και συμβολικά ως κρίσιμης σημασίας για την Επανάσταση, οχυρά θέση. Στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου (15 Απριλίου 1825-10 Απριλίου 1826), συντρέχουν τρεις σημαντικές εξελίξεις.
- Η Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (29 Μαρτίου- 18 Απριλίου 1823), όπου κυριάρχησε η αγγλόφρων συμμαχία του Μαυροκορδάτου με τους εφοπλιστές της Ύδρας, και άρχισαν οι εμφύλιοι πόλεμοι. Παραμερισμός Κολοκοτρώνη και Υψηλάντη, εγκατάλειψη του πνεύματος της Φιλικής Εταιρείας και προσανατολισμός στην πρόσδεση στο άρμα της Αγγλίας.
- Συμμαχία της Υψηλής Πύλης με τον Μωχάμετ Άλη της Αιγύπτου και εισβολή στρατευμάτων του γιου του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.
- Σύναψη το 1824, των δύο σκανδαλωδών Δανείων της Ανεξαρτησίας, γεγονός που σήμανε την θεμελίωση της σχέσης εξάρτησης από την Αγγλία.
Σε αυτό το συγκεκριμένο, ο συγγραφέας απαριθμεί μια σειρά από “παράξενες” και “παράλογες” ενέργειες και παραλήψεις από πλευράς της Διοίκησης, που οδήγησαν στην πτώση του Μεσολογγίου, κατά τη δεύτερη πολιορκία του, παρόλο που είχε βρεθεί πολύ κοντά σε μια δεύτερη και πολύ σημαντικότερη νίκη, η οποία πιθανότατα θα έκρινε την νικηφόρα έκβαση της Επανάστασης. Από το 1822, η Μεγάλη Βρετανία αρχίζει να διαπιστώνει ότι η πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι αναπόφευκτη. Οπότε αρχίζει να επενδύει (να “ποντάρει”) και στο ενδεχόμενο δημιουργίας ενός ελληνικού κρατικού μορφώματος, υπό τον όρο όμως αυτό να είναι μικρό, αδύναμο και απολύτως εξαρτημένο από την ίδια. Αυτό σήμαινε:
- Περιορισμένη έκταση στην Πελοπόννησο και μερικά νησιά (Στη στερεά Ελλάδα και νησιά όπως τα Ψαρά και η Σάμος, η εξέγερση έπρεπε να κατασταλεί) και
- Οικονομική εξάρτηση του κρατιδίου, μέσω δανείων. Εξού και η επιμονή του “αγγλικού” κόμματος του Μαυροκορδάτου, τα δάνεια να προέρχονται αποκλειστικά από την Αγγλία.
Το 1825, με την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και τις εκκαθαριστικές του επιχειρήσεις εκεί, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις κατάπνιξης της Επανάστασης. Μια “τανάλια” θα σχηματιζόταν από τις δυνάμεις του Ιμπραήμ και τα στρατεύματα του Κιουταχή, που θα κατέβαιναν από στην Δυτική Ελλάδα για να συναντηθούν στην Κόρινθο. Αυτό το εγχείρημα είχε μόνο εμπόδιο στο δρόμο του, το Μεσολόγγι. Από την έκβαση της πολιορκίας του εξαρτάται η επιβίωση της Επανάστασης. Ήδη από τις 25 Δεκεμβρίου, οι δύο στρατοί πολιορκούν από κοινού το Μεσολόγγι, αφού ο Κιουταχής δεν τα κατάφερε μόνος του.
Στο Ναύπλιο, όμως, οι εκπρόσωποι του Έθνους αγνοούν το Μεσολόγγι και τις συνεχείς εκκλήσεις του για τροφοδοσία και στρατιωτική ενίσχυση. Αγνοούν ακόμη την διεθνή κινητοποίηση της κοινής γνώμης. Το Μεσολόγγι είχε γίνει ένα διεθνές σύμβολο ηρωϊκής αντίστασης· ενέπνευσε ποιητές, συνθέτες, ζωγράφους, διανοούμενους και ακτιβιστές σε όλο τον κόσμο. Στο Ναύπλιο όμως έχουν άλλες μέριμνες. Τις προεκλογικές διαμάχες μεταξύ του “γαλλικού” (Κωλέττης) και του “αγγλικού κόμματος” (Μαυροκορδάτος). Κυρίως όμως την υποβολή της “Αίτησης Προστασίας” προς την Αγγλία.
“Αίτηση Προστασίας”/ “Πράξη Υποτέλειας”
Το σχέδιο της αίτησης αυτό συντάχθηκε από τον Ύπατο Αρμοστή των Ιονίων Νήσων, Φρέντερικ Άνταμ, και επιβλήθηκε σε εκπροσώπους της επτανησιακής αριστοκρατίας να το υπογράψουν ως δικό τους αίτημα (όχι πως δεν ήταν πρόθυμοι βέβαια). Αυτήν τη μαρτυρία δίνει τόσο ο Κολοκοτρώνης, όσο και ο Σπυρίδων Τρικούπης. Συντάχθηκε δε στην ιταλική γλώσσα και κατόπιν “κακώς εξελληνισθέν”, ζητήθηκε να το υπογράψουν χωρίς την παραμικρή τροποποίηση οι Έλληνες.
Σύμφωνα με την Αίτηση Προστασίας: «Το Ελληνικόν Έθνος θέτον εκουσίως την ιεράν παρακαταθήκην της αυτού ελευθερίας, εθνικής ανεξαρτησίας και της πολιτικής αυτού υπάρξεως υπό την μοναδικήν υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρετανίας, αναθέτει εις αυτήν την διατήρησιν των δικαίων αυτού και της πολιτικής αυτού υπάρξεως». Δικαίως πέρασε στην ιστορία ως “Πράξη Υποτέλειας”.
Ο Μαυροκορδάτος, ο οποίος ήταν ο ενορχηστρωτής της όλης διεργασίας, έφερε το έγγραφο ως υπερεπείγον στις 20 Αυγούστου 1825 στο Ναύπλιο και αυθημερόν συνεκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση της κυβέρνησης να το εγκρίνει. Το “σχέδιο” αυτό εναποθέτει επισήμως τη μοίρα της χώρας στην καλή θέληση του Λονδίνου, τονίζοντας τη σημασία της για τα συμφέροντα του βρετανικού ιμπέριουμ έναντι της ρωσικής απειλής (επιστολή Μαυροκορδάτου στον Τζώρτζ Κάννινγκ, λίγες μέρες πρίν, 8 Αυγούστου 2025). Η λύση να γίνει το υπό διαμόρφωση ακόμα κρατικό μόρφωμα της Ελλάδας, αγγλικό προτεκτοράτο, εμφανίστηκε ως επιτακτική “εθνική” ανάγκη, καθόσον, υποτίθεται πως η Επανάσταση είχε κατασταλεί και “όλα είχαν διαλυθεί”.
Κι ας είχαν εορτάσει στο Ναύπλιο λίγες μέρες πριν (4 Αυγούστου 1825), μια σημαντική νίκη των πολιορκημένων. Αυτό το λησμονεί η σύγχρονη αστική αναθεωρητική ιστοριογραφία, η οποία πασχίζει να παρουσιάσει την “Αίτηση Προστασίας” ως ιδιοφυή και “εθνοσωτήριο” πολιτική πρωτοβουλία, διότι “τα πάντα είχαν διαλυθεί” υποτίθεται. Δεν θα μπορούσε, πάντως, να τους κατηγορήσει κανείς για αγνωμοσύνη προς τον γενάρχη τους, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.
Στο όλο αφήγημα λοιπόν, το οποίο υποστήριζε το διάβημα της υποτέλειας, υπήρχε ένα αγκάθι. Το Μεσολόγγι, όχι μόνον δεν είχε παραδοθεί, αλλά οι εκεί δυνάμεις, υποστηριζόμενες από οπλαρχηγούς της περιφέρειας, με σημαντικότερο τον Καραϊσκάκη, αλλά και τμήματα του στόλου, διήγαν νίκες και είχαν φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τον πολιορκητή Κιουταχή, ο οποίος υποφέροντας από προβλήματα ανεφοδιασμού, ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει τον αγώνα.
Αρκούσε, η ηρωική πόλη να λάβαινε από την κυβέρνηση στοιχειώδη ενίσχυση, ανεφοδιασμό και τροφοδοσία. Τα ταμεία ήταν γεμάτα, καθώς λίγους μήνες πριν είχε εκταμιευθεί το δάνειο (έστω και κουτσουρεμένο, από τους τοκογλύφους και τους εγχώριους μεσολαβητές, που σφετερίστηκαν υπέρογκες αμοιβές).
Στρατεύματα επίσης υπήρχαν, σκορπισμένα όμως και καθηλωμένα σε λάθος σημεία. Και η διαταγή συγκέντρωσής τους και κίνησής τους προς το Μεσολόγγι δεν ήλθε ποτέ. Ο Καραϊσκάκης, ο οποίος συνεχώς παρενοχλούσε τα νώτα των πολιορκητών, είχε στρατοπεδεύσει, κατόπιν παράλογης εντολής, στη Δερβέκιστα Τριχωνίδος, σε περιοχή χωρίς δυνατότητα εφοδιασμού, όπου το στράτευμά του κυριολεκτικά λιμοκτονούσε. Παρά τις πιέσεις σημαντικών οπλαρχηγών για ενισχύσεις, η κυβέρνηση κώφευε. Αν έμενε όρθιο το Μεσολόγγι, θα κατέρρεε το αφήγημα της κατάρρευσης της Επανάστασης. Αν η Ελλάδα αποδείκνυε ότι μπορεί να ελευθερωθεί με δικές της δυνάμεις, τότε δεν θα μπορούσαν να σταθούν οι σχεδιασμοί να μεταβληθεί σε προτεκτοράτο. Έτσι το Μεσολόγγι αφέθηκε στην τύχη του.
Αντιδράσεις
Χαρακτηριστική ήταν η αντίδραση του Αμερικανού φιλέλληνα εθελοντή, William Townsend Washington (1802-1827), αξιωματικού του πυροβολικού και συγγενή του πρώτου προέδρου των ΗΠΑ, George Washington: «Δεν ήλθα εδώ για να αγωνιστώ να γίνει η Ελλάδα Αγγλική Αποικία». Αν και η Αγγλία απέρριψε επισήμως αυτό το αίτημα οικειοθελούς αποικιοποίησης, εν τούτοις η Ελλάδα χωρίς να γίνει επισήμως προτεκτοράτο, ουδέποτε λειτούργησε ως εθνικά ανεξάρτητη κρατική οντότητα.
Γιατί να αναλάβει η Αγγλία τα έξοδα, αλλά και τους διπλωματικούς κινδύνους μιας ακόμα επίσημης αποικίας; Εφόσον διέθετε, στο εσωτερικό, την αποφασισμένη ομάδα των προθύμων να παίξουν τον θίασο της “ανεξάρτητης κυβέρνησης”; Έτσι πορεύεται η χώρα έκτοτε. Και για τα όσα, ελάχιστα σύντομα διαλείμματα απορρύθμισης αυτής της εξάρτησης, τιμωρήθηκε με δικτατορίες, επεμβάσεις και εμφυλίους.
Το πιο εξωφρενικό επεισόδιο της εποχής είναι το εξής: ενώ ο στρατός του Ιμπραήμ είχε φτάσει στο Μεσολόγγι για να ενισχύσει τον Κιουταχή, ένα ελληνικό εκστρατευτικό σώμα (με επικεφαλής του Ν. Κριεζιώτη, Β. Μαυροβουνιώτη και Ν. Χατζημιχάλη), κατά τον Σπυρομίλιο, δύναμη 5000 μαχητών, αναχωρεί για… Βηρυτό! Κάποιος απίθανος Χατζηστάθης Ρέζος, έμπορος εκ Μακεδονίας, παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 1825 στη διοίκηση και ισχυρίστηκε ότι κάποιος Μπεσίρ, εμίρης του Λιβάνου, ήταν φίλος του και είχε υποσχεθεί, αν τον υποστηρίξουν οι Έλληνες, να αποστείλει 200.000 ιππείς (sic) στην Ελλάδα για να υποστηρίξουν τον αγώνα!
Ενώ δεν παρουσίασε την παραμικρή πιστοποίηση, ο Ρέζος έγινε πιστευτός και η στρατηγική σωφροσύνη της κυβέρνησης έκρινε (αν και μετέπειτα επικράτησε το επίσημο αφήγημα πως το σώμα εξέδραμε… αυτοβούλως) πως εκεί θα έπρεπε να αποσταλεί το εκστρατευτικό σώμα και όχι στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, που ζητούσε τρόφιμα και πολεμοφόδια για να αντέξει και να νικήσει.
Στις 5 Φλεβάρη 1826, δύο χρόνια μετά την εκταμίευση του πρώτου δανείου (800.000 χρυσές λίρες) και ένα χρόνο μετά το δεύτερο δάνειο (2.000.000 χρυσές λίρες), η Διοίκηση “υπόσχεται” σε επιστολή της προς το Μεσολόγγι ότι “θα εξοικονομήσει ό,τι δύναται”. Ούτε ένα σακί αλεύρι δεν ηδυνήθη βεβαίως. Και ο Μιαούλης με τον στόλο, που μόλις τρεις μήνες έσπασε τον κλοιό και εφοδίασε τους πολιορκημένους, με όσα είχαν μαζέψει οι καπετάνιοι του στόλου με …έρανο και όχι από κυβερνητική χορηγία.
Τα δάνεια
Και τι απέγιναν οι χρυσές λίρες των δανείων; Όσες έφτασαν τέλος πάντων. Χαρακτηριστικά, το δεύτερο και μεγαλύτερο δάνειο έβαλε χρέος 2.000.000 χρυσών λιρών, εκ των οποίων τυπικά έμειναν 1.100.000 και ουσιαστικά καθαρίστηκαν 232.558, εκ των οποίων έφτασαν τελικά στην Ελλάδα 33,713 σε μετρητά και 65.986 σε εφόδια. Εν συντομία, η Ελλάδα βρέθηκε να χρωστάει 2.000.000 χρυσές λίρες, εκ των οποίων έλαβε κάτι παραπάνω από 110.000 σε χρήμα και είδος!Και αυτά τα υπόλοιπα που πήγαν;
- Χρηματοδότηση των εμφυλίων συγκρούσεων,
- “Εξοπλιστικά προγράμματα” (θυμίζει κάτι;), όπου ασύλληπτα ποσά κατέληξαν στις τσέπες Άγγλων τραπεζιτών, ως “μεσιτεία”. Αλλά και οι Έλληνες “διαπραγματευτές” πήραν το κάτι τις τους: 42.000 χρυσές λύρες έλαβαν ο Ορλάνδος και ο Λουριώτης. Από τότε παρουσιάστηκε αυτό το ιδιαίτερο είδος “υπηρεσιών προς την πατρίδα” που μετέπειτα ονομάστηκε “εθνικοφροσύνη” και έγινε προσοδοφόρο επάγγελμα. Και όχι μόνον, διότι αυτοί οι ίδιοι “επαγγελματίες” έγιναν επισήμως και παραμένουν ακόμα κριτές του πατριωτισμού της προσφοράς και της θυσίας.
Επίσης 37.000 χρυσές λίρες χαρίστηκαν τον πράκτορα της Αγγλίας και τυχοδιώκτη Κόχραν και 35.000 σε έναν “ποιητή”, γραμματέα του Φιλελληνικού Κομιτάτου της Αγγλίας. Χρήματα που ήταν υπεραρκετά για να θριαμβεύσει το Μεσολόγγι επί των πολιορκητών του. Συναντάμε εδώ συμπυκνωμένη στην πυρηνική της μορφή, την δομή της εξαρτημένης πολιτικής εξουσίας της χώρας, και μάλιστα ήδη παρούσα στο πρόπλασμα της κεντρικής εξουσίας, πριν την ανακήρυξη του “ανεξάρτητου” κρατιδίου.
Το σημείωμα αυτό γράφηκε ακριβώς διότι, όλα αυτά κάτι μας θυμίζουν. Και δεν πρόκειται για σύμπτωση. Διότι η ελληνόφωνη ελίτ, που παίζει τον ρόλο του τοποτηρητή του βρετανικού ιμπεριαλισμού επί 200 χρόνια, είναι οι απόγονοι εκείνων που πρόδωσαν το Μεσολόγγι για “εθνικούς” λόγους. Ο ιμπεριαλιστικός ιός άλλαξε ξενιστή. Φορέας του είναι από το 1947 οι ΗΠΑ. Ωστόσο η ποιότητα των αρχουσών τάξεων και της πολιτικής ελίτ δεν αλλάξει. Η νοοτροπία της εθελοδουλίας παραμένει η αυτή, όπως επίσης και η κακόγουστη και θορυβώδης “υπερ-πατριωτική” μεγαλαυχία που είναι απαραίτητη για να την καλύπτει.
Το μόνο που είναι χειρότερο σήμερα, είναι πως εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που θα όφειλαν να αντιταχθούν στην αποικιοποίηση και να συνταχθούν σε ένα πλατύ πατριωτικό μέτωπο ανεξαρτησίας, περί άλλα τυρβάζουν. Κάποιες εξ αυτών είναι απορροφημένες στον διαιρετικό κοινωνικά υπέρ-δικαιωματισμό και μια κοσμοπολίτικη αρνησιπατρία. Ενώ άλλες, για λόγους που δεν κατανοώ, αυτολογοκρίνονται μέχρι του σημείου να έχει απαλειφθεί από τα επίσημα κείμενά τους και η απλή αναφορά στον όρο “αμερικάνικος ιμπεριαλισμός”, εμμένοντας σε μια αφηρημένη “καθαρά ταξική” ταυτότητα, που παραπέμπει σε έναν απλοϊκό και παρωχημένο τροτσκισμό. Λόγος γνήσιος εθνικής ανεξαρτησίας ακούγεται πλέον μόνον από ολιγάριθμες εξωκοινοβουλευτικές πατριωτικές αριστερές δυνάμεις ή από έντιμες απόμαχες, όμως, προσωπικότητες της πατριωτικής Δεξιάς.




