Ζουλού: Ο στρατός των "Σπαρτιατών" της Αφρικής

Παντελής Καρύκας
1167

Το έθνος των Ζουλού εγκαταστάθηκε στην περιοχή που είναι σήμερα γνωστή ως Ζουλουλάνδη τον 17ο αιώνα. Ο γενάρχης τους Ζουλού, από τον οποίο και το έθνος πήρε το όνομά του, εγκαταστάθηκε στην περιοχή του ποταμού Μφολόζι το 1670.

Τότε και μέχρι την εποχή που την ηγεσία τους ανέλαβε ο μεγάλος βασιλιάς Σάκα, παρέμειναν μια απλή φυλή ανάμεσα στις τόσες άλλες της περιοχής. Χάρη στον Σάκα όμως έγιναν οι κυρίαρχοι της περιοχής, υποτάσσοντας με ευκολία της άλλες φυλές, ή υποχρεώνοντάς τις να μεταναστεύσουν.

Ο στρατός των Ζουλού ήταν δημιούργημα του βασιλιά Σάκα. Αυτός εξόπλισε, όταν ακόμα, απλώς, ένας εξόριστος χωρίς πατρίδα, τους άνδρες του με το «ίκλουα», ένα μικρού μήκους, νυκτικό δόρυ με λεπίδα μήκους 46 και πλάτους 4 εκ. προσαρμοσμένης σε στειλεό μήκους 75εκ. Το δόρυ αυτό ήταν ένα όπλο αποκλειστικά για τον εκ συστάδην αγώνα και αντικατέστησε τα κοινά ακόντια με τα οποία ήταν μέχρι τότε εξοπλισμένοι οι Ζουλού.

Επίσης ο Σάκα απαγόρευσε στους άνδρες του να φορούν σανδάλια, καθώς με γυμνά πόδια πατούσαν καλύτερα στο έδαφος και άρα μάχονταν και καλύτερα. Για να σκληρύνουν τα πέλματά τους, οι άνδρες έκοβαν κλαδιά από αγκαθωτούς θάμνους και βάδιζαν επ’ αυτών.

Επίσης ο Σάκα εφοδίασε τους άνδρες του με μεγάλες ασπίδες, από δέρμα βοδιού, τις επονομαζόμενες «ισιλάνγκου», οι οποίες είχαν ύψος 1,25μ. και πλάτος 75εκ. και κάλυπταν τον πολεμιστή από το κεφάλι μέχρι τα πόδια.

Ήταν αυτός που παράλληλα εφηύρε την τακτική των «κεράτων», κατά την οποία ο στρατός χωριζόταν σε τρία κύρια τμήματα, το κέντρο («στήθος» κατά την ορολογία των Ζουλού), το δεξιό και το αριστερό κέρας. Σύμφωνα με την τακτική αυτή το κέντρο προήλαυνε πρώτο με αποστολή να αγκιστρώσει τον αντίπαλο, την ώρα που τα δύο κέρατα εκτελούσαν υπερκερωτικό ελιγμό εναντίον του, σε αμφότερες τις πτέρυγες.

Ο Σάκα επίσης συγκρότησε τους άνδρες σε τακτικά συγκροτήματα, επιπέδου τάγματος ή συντάγματος, με τα σημερινά δεδομένα, τα λεγόμενα «αμαμπούτο» (= συντάγματα, εν. ιμπούτο = σύνταγμα). Σε αυτά κατατάσσονταν άνδρες ίδιας ηλικίας, ανύμφευτοι, οι οποίοι τροφοδοτούνταν απευθείας από τον βασιλιά, ο οποίος τους εγκαθιστούσε σε στρατηγικά σημεία της χώρας, ως φρουρά, σε οχυρωμένα στρατόπεδα-χωριά («ικάντα»), παραχωρώντας τους και κοπάδια αγελάδων προς διατροφή τους.

Κάθε ιμπούτο εφοδιάζονταν με αγελάδες όσο το δυνατό πιο όμοιου χρώματος δέρματος. Από τα δέρματα των ζώων αυτών κατασκεύαζαν οι άνδρες και τις ασπίδες τους, με τρόπο ώστε κάθε ιμπούτο να ξεχωρίζει από τα άλλα από το χρώμα των ασπίδων του. Τα αρχαιότερα αμαμπούτο διέθεταν λευκές ασπίδες. Όσο πιο νεοσυγκροτημένο ήταν ένα ιμπούτο τόσο πιο σκουρόχρωμη ασπίδα έφερε. Κάθε ιμπούτο είχε δύναμη 600-1.500 ανδρών, κατά μέσο όρο.

Μετά τη δολοφονία του Σάκα, ο διάδοχός του Ντινγκάνε, λόγω της επαφής με τους λευκούς και τα μουσκέτα τους, αποφάσισε πως ορισμένοι άνδρες του έπρεπε να εξοπλιστούν και πάλι με ακόντια, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν, εκ του μακρόθεν τους Ευρωπαίους. Έτσι το ακόντιο επανήλθε στο οπλοστάσιο των Ζουλού. Υπήρχαν δύο βασικοί τύποι ακοντίων, το «ισιλάνγκου» και το «ισιτζούλα».

Το πρώτο έφερε μακρά αιχμή και το δεύτερο μικρότερου μήκους, αλλά μεγαλύτερου πλάτους αιχμή. Συνήθως οι φέροντες ακόντια άνδρες εξοπλίζονταν και με τη μικρότερη, «κυνηγητική», ασπίδα «ουμπουμπουλούζο», η οποία είχε το μισό μήκος και πλάτος της μεγάλης, πολεμικής, ασπίδας.

Τη μικρή ασπίδα και τα ακόντια χρησιμοποιούσαν οι Ζούλου, μετά τις μεταρρυθμίσεις του Σάκα, στο κυνήγι. Ένα τρίτο όπλο των πολεμιστών ήταν το κατασκευασμένο από σκληρό ξύλο πολεμικό ρόπαλο «ιβίζα».

Βασική τακτική μονάδα ήταν, όπως αναφέρθηκε το ιμπούτο. Κάθε ιμπούτο χωρίζονταν σε δύο «τάγματα» (ιζιντούνα), έκαστο με έναν «ιντούνα» επικεφαλής, αντίστοιχο του σημερινού ταγματάρχη, τρόπο τινά. Κάθε ιζιντούνα διέθετε έναν αριθμό «αμαβίγιο», υπομονάδας αντίστοιχης του λόχου δηλαδή, δυνάμεως, 50 ανδρών. Αργότερα συγκροτήθηκαν και ιμπούτο μικρότερης δύναμης, οργανωμένα από 12, συνήθως, αμαβίγιο, δυνάμεως 600 περίπου ανδρών.

Ο στρατός ασκείτο συχνά και διοργανώνονταν «εκπαιδευτικές μάχες», μεταξύ των αμαμπούτο, παρουσία του βασιλιά ή κάποιου εκ των ανωτάτων διοικητών, ώστε να καταγραφεί η πολεμική αξία κάθε ιμπούτο και αναλόγως να χρησιμοποιηθεί σε πραγματική μάχη. Οι επιδεικνύοντες γενναιότητα στη μάχη άνδρες ανταμείβονταν, ενώ οι δειλοί εκτελούντο.