Επιδρομικές επιχειρήσεις ή τρομοκρατία χαμηλής έντασης

Σταύρος Λυγερός
1116
Επιδρομικές επιχειρήσεις ή τρομοκρατία χαμηλής έντασης, Σταύρος Λυγερός

Η καταδρομική επίθεση εναντίον του Αστυνομικού Τμήματος της Ομόνοιας επαναφέρει για μία ακόμα φορά στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας ένα πρόβλημα που οι εκάστοτε εξουσίες έχουν την τάση να παρακάμπτουν. Και πριν από αυτή την επίθεση, άλλωστε, οι συγκρούσεις κουκουλοφόρων με διμοιρίες ΜΑΤ στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων έχουν καταστεί σχεδόν ρουτίνα. Η τρομοκρατία, έστω και χαμηλής έντασης, ωστόσο, αντίκειται στο Κράτος Δικαίου.

Παλαιότερα, όταν πραγματοποιούνταν μεγάλες διαδηλώσεις, οι κουκουλοφόροι τις μετέτρεπαν σε πεδίο μάχης. Τώρα, που δεν πραγματοποιούνται μεγάλες διαδηλώσεις, οργανώνουν τα δικά τους πάρτι, άλλοτε συγκρουόμενοι με τα ΜΑΤ και άλλοτε πραγματοποιώντας επιδρομικές επιχειρήσεις εναντίον αστυνομικών και άλλων στόχων.

Το φαινόμενο των λεγόμενων «μπαχαλάκηδων» πάει πίσω στον χρόνο, αλλά μετά τη νεανική εξέγερση του 2008, η φαντασίωση μιας δυναμικής συνέχειας του έδωσε νέα ώθηση, όπως έδωσε και ώθηση στις επιδρομές κουκουλοφόρων και στις ένοπλες επιθέσεις. Είναι σαφές ότι η ριζοσπαστικοποίηση εκείνης της νεολαίας και οι συγκρούσεις τον Δεκέμβριο 2008 τροφοδότησαν τη δεξαμενή από όπου αντλούν σε πρώτο επίπεδο οι οργανωμένες ομάδες κουκουλοφόρων. Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφονται και οι κάθε είδους επιθέσεις αντιεξουσιαστών με ακάλυπτα πρόσωπα κυρίως σε πανεπιστήμια, αλλά όχι μόνο.

Αν και οι παραπάνω ενέργειες έχουν μεταξύ τους διαφορές, έχουν και έναν κοινό παρονομαστή. Διαμορφώνουν κλίμα φόβου και ως εκ τούτου βιάζουν σε μεγάλο βαθμό την ελευθερία των πολιτών. Είναι βαθύτατα αντιδημοκρατικές, που δεν νομιμοποιούνται από κανένα αντιεξουσιαστικό ιδεολόγημα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για χαμηλής έντασης τρομοκρατικές επιθέσεις.

Επαγγελματίες της βίας

Κάποιοι βολεύονταν παραδοσιακά με τη θεωρία ότι οι κουκουλοφόροι δεν είναι τίποτα άλλο από μια ομάδα παρακρατικών και πρακτόρων της αστυνομίας. Η θεωρία αυτή είναι ένας εύκολος τρόπος παράκαμψης του προβλήματος. Πιθανότατα, στους κόλπους των κουκουλοφόρων να υπάρχουν και τέτοιοι. Είναι λάθος, όμως, να ερμηνεύεται το φαινόμενο αποκλειστικά με όρους συνωμοσίας.

Αυτό που συμβαίνει είναι ότι με την πάροδο των χρόνων έχει διαμορφωθεί στον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο ένας σκληρός πυρήνας επαγγελματιών της βίας, που διαθέτουν οργάνωση και συνήθως λειτουργούν σαν ομάδες κρούσης. Η δράση τους προκαλεί κατά κανόνα την αντίδραση των ΜΑΤ, με αποτέλεσμα τη γενίκευση των επεισοδίων και τη μετατροπή μιας μαζικής διαμαρτυρίας σε πεδίο μάχης.

Είναι αξιοσημείωτο, μάλιστα, πως το φαινόμενο αναπαράγεται στον χρόνο. Από ένα ηλικιακό σημείο και πέρα, η μεγάλη πλειονότητα των κάθε είδους αντιεξουσιαστών αποσύρεται για να δώσει τον αγώνα της επιβίωσης. Παίρνουν τη θέση τους, όμως, νέοι και έφηβοι που έλκονται από την εμπειρία της συλλογικής μέθης των συγκρούσεων του πεζοδρομίου.

Το κενό και τα υποκατάστατα

Στον 20ο αιώνα η Αριστερά ήταν ο βασικός μηχανισμός διοχέτευσης, εκλογίκευσης και τελικώς αφομοίωσης του αντισυστημικού ρεύματος που αναδυόταν σε μία κοινωνία. Σήμερα, ο μετεξελιγμένος άγριος καπιταλισμός των Αγορών έχει οδηγήσει στη μεγαλύτερη διεθνή οικονομική κρίση μετά από εκείνη του 1929. Παρόλα αυτά, η Αριστερά όχι μόνο δεν είναι, αλλά ούτε και φαντάζει ανατρεπτική. Ως εκ τούτου, δεν είναι πόλος έλξης ούτε για τους κάθε λογής απόκληρους ούτε για τους νέους που ασφυκτιούν.

Ο διασυρμός της πολιτικής, καθώς και ο εκφυλισμός και η παρακμή της ιδεολογικής αμφισβήτησης έχουν δημιουργήσει ένα τεράστιο κενό. Και επειδή ούτε η φύση ούτε η ζωή ανέχονται για πολύ τα κενά, είναι αναπόφευκτο να αναδύονται κάθε είδους υποκατάστατα. Ας μην ξεχνάμε ότι ο χουλιγκανισμός στα γήπεδα και η νεανική εγκληματικότητα είναι εκφάνσεις του ίδιου προβλήματος. Το ίδιο και οι ομάδες των νεαρών κουκουλοφόρων με τις μολότοφ και τα ρόπαλα.

Η πολιτική με όρους κοινοβουλευτισμού και εξουσίας, λοιπόν, είναι για την πλειονότητα των νέων μακρινή και απεχθής. Αντιθέτως, οι μάχες του πεζοδρομίου συγκινούν τους πιο ανήσυχους. Και οι πιο ατίθασοι στρατεύονται σ’ αυτό το ιδιότυπο «αντάρτικο πόλης» χαμηλής έντασης που βιώνεται σαν το μεγάλο πάρτι του χαβαλέ και της ασυδοσίας. Οι νέοι έχουν πάντα την τάση να καταπατούν τα όρια. Στην περίπτωσή μας, όμως, πρόκειται για «καθεστώς», το οποίο έχει αποκληθεί «άβατο των Εξαρχείων».

Ελκυστικό πρότυπο

Στην τηλεοπτική δημοκρατία, άλλωστε, αυτοί που κάνουν καριέρα δεν είναι οι ειρηνικοί διαδηλωτές. Είναι οι κουκουλοφόροι, που επιδίδονται σε μάχες με τα ΜΑΤ. Κυνηγώντας το θέαμα, τα κανάλια τούς έχουν μετατρέψει σε αναμφισβήτητους πρωταγωνιστές. Έχουν, άλλωστε, όλες τις προδιαγραφές: Χωρίς πολιτική πλατφόρμα, χωρίς ιδεολογικούς περιορισμούς, είναι απρόσωποι, dark, ριψοκίνδυνοι, καταστροφείς, σκληροί στις μάχες του δρόμου και με διάθεση να βεβηλώσουν τα ιερά και τα όσια.

Όλα αυτά συνθέτουν ένα πολύ ελκυστικό πρότυπο. Για ανήσυχους γόνους μεσοστρωμάτων, που βλέπουν σ’ αυτή την οδό έναν τρόπο να επαναστατήσουν για όλα αυτά που τους περιβάλλουν και δεν τους αρέσουν. Για ατίθασους νέους που νιώθουν ασφυκτικά εγκλωβισμένοι σε ένα μίζερο παρόν και σε ένα αβέβαιο μέλλον. Πολύ περισσότερο για νεαρούς μετανάστες. Η σύγκρουση με τα ΜΑΤ έχει καταντήσει ο μόνος τρόπος για να μπουν, έστω και με κουκούλα, στο προσκήνιο. Η απόσταση που χωρίζει τον ρομαντισμό από τον μηδενισμό είναι πολύ πιο μικρή απ’ όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται.

Διαχείριση αντί μηδενικής ανοχής

Στην πραγματικότητα, όλες οι μέχρι σήμερα κυβερνήσεις διαχειρίζονται –με περισσότερη ή λιγότερη αυστηρότητα– το φαινόμενο. Καμία δεν επιχείρησε να το ξεριζώσει. Κι αυτό, επειδή επιχείρηση ξεριζώματος σημαίνει επί της ουσίας μηδενική ανοχή. Ουσιαστικά σημαίνει κήρυξη πολέμου, ο οποίος θα συνδυάζει αστυνομικές επιχειρήσεις και ειδικά νομοθετικά μέτρα. Προϋπόθεση γι’ αυτό, όμως, είναι να υπάρχει η αναγκαία δεδηλωμένη πολιτική βούληση, η οποία, μάλιστα, να έχει ευρύτατη κοινοβουλευτική στήριξη.

Εάν η Πολιτεία επιδιώξει με συστηματικό τρόπο την οριστική διάλυση των ομάδων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ασκούν τρομοκρατία χαμηλής έντασης, κατά πάσα πιθανότητα σε πρώτη φάση θα πολλαπλασιασθούν και θα κλιμακωθούν οι σχετικές επιθέσεις. Γι’ αυτό και μιλήσαμε για πόλεμο. Τον πόλεμο τον ξεκινάς μόνο εάν είσαι αποφασισμένος να πας μέχρι το τέλος.

Το γεγονός ότι όχι μόνο η σημερινή, αλλά και όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις απέφυγαν επιμελώς να κηρύξουν αυτόν τον πόλεμο και να το πάνε μέχρι το τέλος κάτι λέει. Κάτι λέει, επίσης, και το γεγονός ότι κι αυτό το ζήτημα μετατρέπεται σε προπαγανδιστικό όπλο για χρήση στο πλαίσιο του κατά κανόνα στείρου κομματικού καυγά μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ.