Η grande dame του κουτσομπολιού

Νεφέλη Λυγερού1482


+100%-

της Νεφέλης Λυγερού  – 

Η grande dame του κουτσομπολιού, που έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, ήταν η γυναίκα που επινόησε τις κοσμικές στήλες όπως τις ξέρουμε σήμερα. Ήταν επίσης εκείνη που εμπόδισε το ειδύλλιο της Ελίζαμπεθ Τέιλορ με τον Αριστοτέλη Ωνάση και απαρνήθηκε την Τζάκι Κένεντι εξαιτίας του γάμου της με τον «Έλληνα», όπως τον αποκαλούσε.

Λίγους μήνες πριν τον θάνατο της Λιζ Σμιθ, ο επιστήθιος φίλος της Τομ Χανκς επισκέφτηκε το πολυτελές διαμέρισμά της στην Παρκ Άβενιου. Εκεί, όπου εκτός από τη θέα του Σέντραλ Παρκ και τις ακριβές μπουτίκ της Λεωφόρου Λέξινγκτον, συναντά κανείς καθωσπρέπει συζύγους πλουσίων ανδρών. Αυτές, μεταξύ των ακριβών ιδιωτικών σχολείων των παιδιών τους, της εντατικής γυμναστικής και της εξαντλητικής δίαιτας, κάνουν δωρεές δεκάδων χιλιάδων δολαρίων στις φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, στις οποίες παρευρίσκονται. «Δεν τρώνε καν! Ούτε μαρούλι, παρά μόνο νερό Εβιάν με λεμόνι», σχολίαζε καυστικά μέσω της στήλης της η γνωστή κοσμικογράφος.

Σκοπός της επίσκεψης του γνωστού ηθοποιού ήταν να διαπιστώσει αν η φίλη του χρησιμοποιούσε τον υπολογιστή που της είχε δωρίσει λίγους μήνες νωρίτερα. Με έκπληξη ανακάλυψε ότι ο υπολογιστής είχε ήδη αποθηκευτεί σε μια ντουλάπα και η αγαπημένη της γραφομηχανή -πεντηκονταετίας και βάλε- βρισκόταν στο πάτωμα. Η Λιζ Σμιθ, όχι μόνο αρνήθηκε να επωφεληθεί από την τεχνολογία, αλλά δεν είχε καν γραφείο. Από το 1949, άλλωστε, σχολίαζε, καυτηρίαζε, αποδομούσε ή πρόβαλλε τους απανταχού σελέμπριτις, γράφοντας ξαπλωμένη στο πάτωμα του σπιτιού της. Ήταν μια συνήθεια που διατήρησε μέχρι τα 94 της χρόνια, οπότε και έφυγε από τη ζωή, παίρνοντας μαζί της μια εποχή που είχε έτσι κι αλλιώς περάσει ανεπιστρεπτί.

Σμιλεύοντας διασημότητες

Η Λιζ Σμιθ ήταν η μακροβιότερη αρθρογράφος παγκοσμίως. Πολύ περισσότερο, όμως, ήταν η γυναίκα που επί δεκαετίες σμίλεψε την αμερικάνικη ελίτ και τις διασημότητες που αυτή παρήγε. Εξάλλου, κάποια εποχή, για να γίνει κάποιος όνομα έπρεπε να τον αναφέρει η Λιζ. Μέσω της στήλης της στην εφημερίδα Daily News, μετέπειτα στη Newsday και, τέλος, στη New York Post, αποτέλεσε τη γέφυρα μεταξύ των αναγνωστικού κοινού και όλων εκείνων που το κοινό αυτό θαύμαζε και αποθέωνε, «ρουφώντας» κάθε λεπτομέρεια της ζωής τους που δημοσιευόταν.

Η ίδια παρομοίαζε το κουτσομπολιό με την αρχαία ελληνική τραγωδία, την οποία μελετούσε φανατικά. «Είναι μια βαλβίδα συναισθηματικής απελευθέρωσης, που μας επιτρέπει να εκφράζουμε μια γκάμα ανθρώπινων ενστίκτων, όπως είναι ο φθόνος, ο θυμός, η συμπόνια – και να βρίσκουμε παρηγοριά στα δεινά των άλλων ανθρώπων».

Η Σμιθ ξεπέρασε σε εξουσία τους συναδέλφους της. Οι εντυπωσιακές διασυνδέσεις της και τα καυτά κουτσομπολιά που σέρβιρε καθημερινά δεν της αρκούσαν. Άρχισε να πειραματίζεται, προωθώντας στη βιομηχανία του θεάματος δικούς της φίλους και ευνοούμενους. Το αποτέλεσμα ήταν, τη δεκαετία του ’80, να κερδίσει το προσωνύμιο «η γυναίκα που μπορεί να σε κάνει γνωστό εν μία νυκτί».

«Ξέρω πολλούς που δεν θα τους ένοιαζε αν η Λιζ σκότωνε κάποιον, αρκεί να ανέφερε τα ονόματά τους στη στήλη της», είχε πει κάποτε ένας μεγαλοεκδότης. Ανάμεσα σε αυτούς, ήταν και ο Ντόναλντ Τραμπ, πολύ πριν ασχοληθεί με την πολιτική, πριν ακόμα καταπιαστεί με τα δημοφιλή ριάλιτί του. Τότε, ήταν απλώς ένας νέος, φιλόδοξος και πλούσιος γόνος, που επιθυμούσε διακαώς να χρησιμοποιήσει την περιουσία του για να γίνει αναγνωρίσιμος.

Μετά από πολυετή φιλία που περιλάμβανε ταξίδια και δείπνα, η Λίζ συνασπίστηκε με τη σύζυγό του Ιβάνα στο διαζύγιό τους. Εξάλλου, αποτελεί κοινό μυστικό ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο για να εξασφαλίσει η Ιβάνα μια δυσθεώρητη διατροφή. Εισήγαγε στην αργκό της ποπ κουλτούρας τη θρυλική πλέον φράση «don’t get mad, get even».

«Μύηση» στην ελληνική κουλτούρα

Η επιρροή της στην ποπ κουλτούρα δεν περιορίστηκε, όμως, εκεί. Συμβούλεψε τον Μάρλον Μπράντο να στεριώσει σε μια σχέση για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κινηματογραφικών στούντιο. Έπινε μία φορά την εβδομάδα τσάι με τη φίλη της Νάνσυ Ρέιγκαν στον Λευκό Οίκο και ακολουθούσε κατά πόδας την Τζάκι Κένεντι.

Στα ημερολόγια του Άντι Γουόρχολ, που δημοσιεύθηκαν σε μορφή βιβλίου, το όνομά της αναφέρεται δεκάδες φορές. «Η Λιζ έγραψε για ένα νέο ελληνικό εστιατόριο. Αφού το συστήνει πρέπει επειγόντως να το δοκιμάσω», έγραφε ο εκκεντρικός καλλιτέχνης, αποτυπώνοντας το μέγεθος της επιρροής της.

Αν και ποτέ δεν έπαψε να έχει βάση τη Νέα Υόρκη, η Σμιθ ταξίδεψε ανά τον κόσμο με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Αυτή ήταν που την μύησε στην Ελλάδα, στο ελληνικό φαγητό και στην αγάπη της για την αρχαία Ελλάδα. Συνόδευε την Τέιλορ με τον νέο, τότε, σύζυγό της Έντι Φίσερ, στο ταξίδι τους στη χώρα μας, το 1960.

Μαζί με την Τέιλορ ήταν και στις διακοπές της ηθοποιού με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, εκείνη τη φορά με τη θαλαμηγό «Χριστίνα» στη Βενετία, το 1968. Όταν ο γάμος της Τέιλορ και του Μπάρτον περνούσε κρίση το 1972, η σταρ είχε θεαθεί πολλές φορές να τρώει μόνη με τον Ωνάση, που επίσης αντιμετώπιζε προβλήματα στον γάμο του με την Τζάκι.

Τότε, οι κουτσομπολίστικες στήλες άρχισαν να βοούν για τον υποτιθέμενο έρωτα Τέιλορ-Ωνάση. Η Λιζ Σμιθ ξεκαθάρισε τις φήμες, στάζοντας φαρμάκι μέσω της στήλης της για τον Έλληνα μεγιστάνα. «Η Τέιλορ συμπαθεί τον Ωνάση και αγαπάει τα ακριβά δώρα που της κάνει. Δεν αγαπάει, όμως, τον ίδιο και δεν θα παντρευόταν ποτέ κάποιον με τον οποίο δεν ήταν τρελά ερωτευμένη…»

Η αντιπάθεια της Σμιθ για τον Ωνάση ήταν παροιμιώδης. Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτή απέτρεψε το ειδύλλιο της Τέιλορ μαζί του. Την είχε προειδοποιήσει ότι θα χάσει κάθε αξιοπιστία και λάμψη αν συμβεί κάτι τέτοιο. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν συμβιβάστηκε ποτέ απόλυτα με τον δεύτερο γάμο της Τζάκι Κένεντι: το γεγονός ότι βρέθηκε στο πλευρό του «Έλληνα», όπως συνήθιζε να τον αποκαλεί.

Γυναικείο κουαρτέτο

Όπως και να έχει, η Σμιθ ασχολήθηκε με όλους τους «rich and famous», αλλά κανείς δεν την απασχόλησε, δεν την ιντρίγκαρε περισσότερο από το κουαρτέτο των πιο δυνατών, έξυπνων γυναικών, όπως τις χαρακτήριζε: την Τζάκι Κένεντι, τη Μαντόνα, την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, και φυσικά την πριγκίπισσα Νταϊάνα.

Σε αντίθεση με τους συναδέλφους της, δεν βασίστηκε ποτέ σε πληροφοριοδότες ή άσπονδους φίλους των διασήμων. Ήταν η ίδια πάντα καλεσμένη στα πάρτι, τις διακοπές και τα σαλέ τους. Είχε την καλύτερη πληροφόρηση και «συγχρόνως μια υπέροχη ζωή γεμάτη ταξίδια και λάμψη».

Η καριέρα της, εκτός από διάρκεια, είχε και πλούτο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, το ετήσιο συμβόλαιο της άγγιζε το ένα εκατομμύριο δολάρια. Για την ακρίβεια 900.000 δολάρια και άλλα 100.000 μπόνους – τρεις φορές, δηλαδή, περισσότερα από τους ανταγωνιστές της. Η Σμιθ σοκαρίστηκε όταν δεν ανανεώθηκε το συμβόλαιό της το 2009.

Στις «επάλξεις» έως το τέλος

Η New York Times αφιέρωσε τότε μια σελίδα για την αποπομπή της, υπό τον τίτλο: «Η οικονομική κρίση “έφαγε” την κορυφαία κοσμικογράφο-κουτσομπόλα της Νέας Υόρκης». Η ίδια παραδέχτηκε ότι, όταν απολύθηκε από την εφημερίδα New York Post, που ανήκει στον Ρούπερτ Μέρντοχ, ζήτησε ραντεβού μαζί του, στο οποίο φυσικά εκείνος ανταποκρίθηκε. Είχαν, άλλωστε, στο παρελθόν κάνει στενή παρέα.

«Ρούπερτ μπορείς να κάνεις κάτι;» τον ρώτησε. «Ξέρεις αγαπημένη μου Λιζ δεν μπορώ να επέμβω σε θέματα τέτοια». «Φυσικά και μπορείς!», είπε εκείνη γελώντας και παρασύροντας και εκείνον. «Ήπιαμε ουίσκι, γελάσαμε και αυτό ήταν. Τα μάζεψα και έφυγα. Ήμουν πολύ ακριβή για τη νέα εποχή των εφημερίδων».

Παρά τα 86 της χρόνια, βρήκε ένα νεότερο συνεργάτη και άρχισε να συνεργάζεται με διάφορες ιστοσελίδες. Συνέχισε να αρθρογραφεί σε τοπικές εφημερίδες και σε γυναικείες ιστοσελίδες. Σε μια από αυτές, μάλιστα, έγινε ιδρυτικό στέλεχος και, εν μέρει, ιδιοκτήτρια. «Μα γιατί να βγω στη σύνταξη, αφού έτσι κι αλλιώς θα πεθάνω σύντομα;» είχε πει λίγους μήνες πριν τον θάνατό της. «Ό,τι και αν γίνει, πάντως, δεν τα πήγα και άσχημα…»

Δεν χωράει αμφιβολία ότι τα πήγε περίφημα η «μεγάλη κυρία της δημοσιογραφίας», όπως την αποκαλούσαν. Ήταν δεκαετίες νωρίτερα όταν είχε φθάσει στη Νέα Υόρκη με μια βαλιτσούλα, πέντε δολάρια και ένα χαρτί διαζυγίου, «χωρίς να γνωρίζω τι θα φάω, πού θα μείνω και πώς ακριβώς θα βγάλω το ψωμί μου»

bookmark icon