Η λίστα του Σίντλερ είναι ενεργή

Βαγγέλης Σαρακινός
1133
Η λίστα του Σίντλερ ήταν ενεργή

Σοκ προκαλεί στην Γερμανία η αποκάλυψη μιας λίστας «εχθρών προς εξολόθρευση» την οποία είχαν συντάξει ακροδεξιοί εξτρεμιστές, περιλαμβάνοντας σε αυτήν δεκάδες χιλιάδες υποψήφια θύματα. Στην νέα «λίστα του Σίντλερ» είχαν καταγραφεί 25.000 πρόσωπα, χαρακτηρισμένα ως εχθροί της ακροδεξιάς που πρέπει να εξολοθρευτούν, όταν δοθεί η ευκαιρία.

Το γεγονός αποκαλύφθηκε μετά από αίτημα του κόμματος «Η Αριστερά» (Die Linke), το οποίο κοινοποίησε και τα στοιχεία, ενώ από το αρμόδιο υπουργείο έγινε γνωστό ότι πρόκειται για τον κατάλογο, που βρέθηκε πέρυσι, κατά τη διάρκεια εφόδου της αντιτρομοκρατικής στο βόρειο κρατίδιο Μεκλεμβούργο-Πομερανία. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές η λίστα περιέχει ονόματα και διευθύνσεις ανθρώπων, τους οποίους η ακροδεξιά είχε προγράψει για εξόντωση, όταν θα είχε την ευκαιρία ή στην περίπτωση μιας γενικευμένης κρίσης.

Η είδηση δεν ήταν βέβαια κεραυνός εν αιθρία, αφού είναι γνωστό ότι οι ακροδεξιοί εξτρεμιστές στη Γερμανία το συνηθίζουν να καταρτίζουν «λίστες εχθρών» προς εξολόθρευση. Εκείνο που φαίνεται να σοκάρει όμως είναι η έκταση του καταλόγου και η μεθοδικότητα κατάρτισής του. Οι γερμανικές αρχές πάντως, ήταν ήδη ενήμερες για την ύπαρξη και ενός άλλου καταλόγου, ο οποίος καταρτίστηκε από τον νεοναζιστικό πυρήνα NSU και περιελάμβανε 10.000 ονόματα πολιτών, χαρακτηρισμένων επίσης ως εχθρών.

Δρώντας υπογείως  

Οι αποκαλύψεις έρχονται τρεις εβδομάδες μετά τις καταδίκες, αλλά και την απελευθέρωση ενός μέλους της ομάδας Εθνικό Σοσιαλιστικό Υπόγειο Ρεύμα (NSU), που ευθύνεται για την δολοφονία οκτώ Τούρκων, ενός  Έλληνα και μίας Γερμανίδας αστυνομικού από το 2000 ως το 2007. Οι πέντε από τους δέκα φόνους που διέπραξαν τα μέλη του Υπόγειου Ρεύματος είχαν γίνει στην Βαυαρία και αυτό που είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση ήταν ο έντονα βίαιος χαρακτήρας των επιθέσεων.

Οι φόνοι αυτοί είχαν συγκλονίσει την Γερμανία, καθώς έρχονταν σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη ότι η χώρα έχει πάρει τα διδάγματά της από το παρελθόν της. Μια έκθεση ωστόσο, η οποία δημοσιοποιήθηκε το 2014, έδειξε ότι η αστυνομία «είχε υποτιμήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό» τους κινδύνους της ακροδεξιάς βίας, αλλά και ότι λάθη των αρχών είχαν ως αποτέλεσμα να μην εντοπιστεί σχετικά γρήγορα ο πυρήνας των νεοναζί.

Ανάλογες καταγγελίες έκαναν και οι οικογένειες των θυμάτων, κατηγορώντας για αμέλεια την αστυνομία και επισημαίνοντας ότι η νεοναζιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας ζούσαν στην παρανομία έως το 2011, δεν θα είχε καταφέρει να συνεχίσει την δράση της  χωρίς βοήθεια. Ερωτήματα θέτουν πολίτες και φορείς και για το έργο των υπηρεσιών Πληροφοριών σε ότι αφορά την εκτίμηση κινδύνου και την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς βίας.

Η απελευθέρωση του Βόλεμπεν   

Στις 18 Ιουλίου, δικαστές στη Γερμανία έδωσαν εντολή να αφεθεί ελεύθερος ένας από τους βασικούς συνεργούς της ομάδας NSU, ο Ραλφ Βόλεμπεν, ο οποίος, σύμφωνα με τους εισαγγελείς, φερόταν να έχει ένα ρόλο «πνευματικού καθοδηγητή» και «εγκεφάλου» στην οργάνωση. Ο Βόλεμπεν καταδικάστηκε σε κάθειρξη δέκα ετών, επειδή προμήθευσε σε μέλη της οργάνωσης το όπλο με το οποίο έγιναν οι εννέα από τους δέκα φόνους.

Οι δικαστές έκριναν όμως ότι, αφού ο Βόλεμπεν είχε μείνει ήδη υπό κράτηση για έξι χρόνια και οκτώ μήνες, θα μπορούσε τώρα να αφεθεί ελεύθερος υπό όρους, ενόσω αναμένει την εκδίκαση της έφεσής του. Έκριναν επίσης ότι «η εναπομείνασα ποινή του δεν είναι αρκετή για να θεωρηθεί ότι υπάρχει εξαιρετικός κίνδυνος διαφυγής του».

Η εντολή για την απελευθέρωση του Βόλεμπεν δόθηκε μία εβδομάδα μετά την καταδίκη σε ισόβια της Μπεάτε Τσέπε, μιας από τους επικεφαλής της νεοναζιστικής ομάδας. Σημειώνεται ότι τα άλλα δύο μέλη της ομάδας, ο Ούβε Μούντλος και ο Ούβε Μπένχαρντ, βρέθηκαν νεκροί από την αστυνομία σε ένα τροχόσπιτο, τον Νοέμβριο του 2011, λίγο πριν συλληφθούν. Οι αστυνομικοί εκτιμούν ότι αυτοκτόνησαν ή ότι ο ένας σκότωσε τον συνεργό του και στην συνέχεια αυτοκτόνησε.

Η καταδίκη της Μπεάτε Τσέπε

Ομοσπονδιακό δικαστήριο καταδίκασε την μοναδική επιζήσασα της νεοναζιστικής ομάδας, Μπεάτε Τσέπε, σε ισόβια κάθειρξη και της στέρησε το δικαίωμα να ζητήσει την υπό όρους απελευθέρωσή της έπειτα από 15 χρόνια, εξαιτίας «της ιδιαίτερης σοβαρότητας» των πράξεών της.

Το δικαστήριο του Μονάχου έκρινε την 43χρονη Τσέπε ένοχη για συμμετοχή στην ομάδα, αν και η ίδια αρνήθηκε την συμμετοχή στους φόνους. Στο μεγαλύτερο διάστημα της δίκης, η οποία ξεκίνησε τον Μάιο του 2013, η Τσέπε παρέμενε σιωπηλή και μόνο το τελευταίο διάστημα αποκήρυξε την «ακροδεξιά ιδεολογία».

Η Τσέπε καταδικάστηκε και για δύο επιθέσεις εναντίον κοινοτήτων μεταναστών, αλλά και για 15 ληστείες τραπεζών, τις οποίες διέπραξε σε συνέργεια  με τους Μπένχαρντ και Μούντλος. Άλλοι τέσσερις νεοναζιστές που δικάζονταν μαζί της για την παροχή στήριξης στην ομάδα καταδικάστηκαν σε ποινές από δυόμιση έως και δέκα χρόνια κάθειρξη.

Οι έρευνες και τα ερωτήματα

Η αποκάλυψη της δράσης της ομάδας είχε συγκλονίζει την κοινή γνώμη της Γερμανίας, φέρνοντας παραλλήλως στην επιφάνεια τις δυσλειτουργίες των υπηρεσιών Πληροφοριών, καθώς και τους κινδύνους της ακροδεξιάς. Έφερνε όμως σε δύσκολη θέση και την γερμανική κυβέρνηση, αφού οι δολοφόνοι δρούσαν ανενόχλητοι επί χρόνια.

Ένα άλλο ζήτημα που ανέκυψε στην πορεία των ερευνών ήταν το ότι οι αρχές δεν εξέταζαν σοβαρά το ενδεχόμενο του ρατσιστικού κινήτρου στους φόνους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι οικογένειες των θυμάτων να κατηγορούνται αδίκως, αλλά και να παρενοχλούνται, όπως κατέθεσαν και στην δίκη, από τους αστυνομικούς.Και αυτό γιατί οι αρχές θεωρούσαν ότι οι φόνοι είχαν σχέση με ξεκαθάρισμα λογαριασμών, ναρκωτικά ή άλλες παράνομες δραστηριότητες, υποβάλλοντας τους συγγενείς των θυμάτων σε διαρκείς καταθέσεις.

Η υπόθεση είχε απασχολήσει και την γερμανική Βουλή, η οποία προχώρησε στην σύσταση μιας ειδικής επιτροπής για την διερεύνηση της δυσλειτουργίας της αστυνομίας, αλλά και της δικαιοσύνης. Στο μεταξύ όμως η ζημιά είχε γίνει, αφού είχαν ήδη καταστραφεί μια σειρά από σημαντικά έγραφα. Μάλιστα ο τότε πρόεδρος της Μπούντεσταγκ είχε μιλήσει για «ιστορική καταστροφή άνευ προηγουμένου», καταγγέλλοντας την «μαζική αποτυχία των αρχών» σε μια έρευνα που είχε κρατήσει περισσότερα από δέκα χρόνια.

Αυτός ήταν προφανώς και ένας από τους βασικότερους λόγους που τις πρώτες ημέρες μετά την ολοκλήρωση της δίκης, πριν τρεις εβδομάδες, χιλιάδες Γερμανοί διαδήλωσαν σε πολλές πόλεις της χώρας με το σύνθημα «η NSU δεν ήταν τρεις». Και ο ίδιος ο γενικός εισαγγελέας της Γερμανίας, Πέτερ Φρανκ, τόνισε όμως ότι οι έρευνες σχετικά με τη δράση της ακροδεξιάς οργάνωσης θα συνεχιστούν και ότι οι καταδικαστικές αποφάσεις δεν είναι σε καμία περίπτωση το τελευταίο κεφάλαιο αυτής της υπόθεσης. Οι προγραφές εξόντωσης 25.000 πολιτών άλλωστε, φέρνουν από μόνες τους ξανά στο προσκήνιο τον κίνδυνο της ακροδεξιάς βίας και του αιτήματος για συνέχιση των ερευνών.