Οι επιστολές της Κοβέσι προς τον Φλωρίδη που “προκαλεί σοβαρές ανησυχίες για το κράτος δικαίου”

Από "Αταίριαστοι" έγιναν αμήχανοι – Έκοψαν στον αέρα την Κοβέσι...

Δύο επιστολές με τις οποίες εξέφρασε την ενόχλησή της για συγκεκριμένες ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης έστειλε η Λάουρα Κοβέσι στον Γιώργο Φλωρίδη.

Η πρώτη είναι η επιστολή που έστειλε η Ευρωπαία εισαγγελέας στις 24 Απριλίου, αμέσως μετά την επίσκεψή της στην Αθήνα, στο πλαίσιο του Φόρουμ των Δελφών. Η δεύτερη στάλθηκε χθες, 19 Μαΐου, σχετικά με την τροπολογία του Γιώργου Φλωρίδη για την επιτάχυνση της εκδίκασης ποινικών υποθέσεων που αφορούν βουλευτές.

Η πρώτη επιστολή

Σύμφωνα με την εφημερίδα «Καθημερινή», στην πρώτη της επιστολή στον Έλληνα υπουργό η κ. Κοβέσι υπογραμμίζει τη διαφοροποίηση που υπάρχει μεταξύ των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων που ενεργούν ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικού επιπέδου δικαιοδοσίας. Λόγω της ελληνικής νομοθεσίας αναγκάζονται πολλοί Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς να διερευνούν την ίδια υπόθεση σε διαφορετικά επίπεδα δικαιοδοσίας, γεγονός που δημιουργεί περιττές καθυστερήσεις και διπλάσιο εργασία.

Ακόμη, «η ελληνική νομοθεσία θεσπίζει διαφοροποίηση μεταξύ των θέσεων των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων, περιορίζοντας τις εξουσίες τους να παρίστανται ενώπιον των δικαστηρίων που δικάζουν σε πρώτο βαθμό, των δικαστηρίων που δικάζουν κατ’ έφεση και του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη θέση που κατείχαν στο εθνικό σύστημα πριν από τον διορισμό τους στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία». Ακόμη, υπάρχει η απαίτηση, στην περίπτωση ερευνών που αφορούν κακουργήματα, να συμμετέχουν δύο εντεταλμένοι εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένας «σε πρώτο βαθμό» και ένας δεύτερος «Εφετών».

Η κ. Κοβέσι, τονίζει ότι «ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν προβλέπει διαφοροποίηση μεταξύ των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων όσον αφορά τον προηγούμενο βαθμό ή τη λειτουργική τους θέση στα αντίστοιχα δικαστικά σώματα πριν από τον διορισμό τους ή κατά τη διάρκεια της θητείας τους», αλλά προϋποθέτει ότι όλοι -άνευ εξαίρεσης- «είναι σε θέση να ασκούν τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας από την αρχή έως το τέλος της ποινικής διαδικασίας».

Σημειώνει επίσης ότι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου είναι εγγενώς ασυμβίβαστες με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ενώ τονίζει ότι η ρύθμιση των δικαιοδοτικών εξουσιών των Ευρωπαίων εντετατελμένων εισαγγελέων δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του εθνικού νομοθέτη. Ακόμη, εστίασε την προσοχή και σε άλλα νομοθετικά ζητήματα, η επίλυση των οποίων είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

«Σε διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αφορούν κακουργήματα, ορισμένες βασικές πράξεις διερεύνησης εξακολουθούν να ανατίθενται αποκλειστικά σε ανακριτή, π.χ. η ανάκριση του κατηγορουμένου διεξάγεται από ανακριτή, ο οποίος αποφασίζει επίσης για τα περιοριστικά μέτρα ή την προσωρινή κράτηση, που θα επιβληθούν. Επιπλέον, ο ανακριτής μπορεί να επαναλάβει ή να διεξαγάγει νέες έρευνες, αλλά μόνο με τη συγκατάθεση του Ευρωπαίου εντεταλμένου εισαγγελέα.

»Σύμφωνα με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, οι εξουσίες διερεύνησης και δίωξης των ποινικών αδικημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ασκούνται από την ίδια την Εισαγγελία και από τους εντεταλμένους εισαγγελείς της. Κατά συνέπεια, θεωρούμε ότι κάθε διάταξη εθνικού δικαίου που επιτρέπει στις εθνικές αρχές, εισαγγελικές ή δικαστικές, όπως στην περίπτωση του ανακριτή, να παρεμβαίνουν στην άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων,  παραβαίνει στον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Ανεξάρτητα από τον ρόλο των ανακριτών στις εθνικές διαδικασίες, η ελληνική νομοθεσία θα πρέπει να προβλέπει ρητά εξαίρεση από τον εν λόγω ρόλο όταν η έρευνα διεξάγεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Τέτοια ειδικά καθεστώτα έχουν θεσπιστεί από άλλα κράτη-μέλη που διαθέτουν παρόμοιες δικαστικές αρχές, όπως ο ανακριτής, μεταξύ των οποίων η Ισπανία και η Γαλλία. Αυτό, φυσικά, δεν θίγει την αρμοδιότητα των δικαστών ή των δικαστηρίων να ελέγχουν τη νομιμότητα των ερευνητικών μέτρων που λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ή να λαμβάνουν, κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μέτρα περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας».

Η δεύτερη επιστολή

Στην επιστολή που απέστειλε χθες η κ. Κοβέσι, εκφράζει την έντονη δυσαρέσκεια και ανησυχία της για τη διάταξη που κατατέθηκε τη Δευτέρα το βράδυ και ψηφίστηκε την Τρίτη και όριζε ότι η κύρια έρευνα θα διεξάγεται από ειδικό ανακριτή του Εφετείου εντός τεσσάρων μηνών, κατά παρέκκλιση από οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη.

«Η προτεινόμενη διάταξη είναι σαφώς ασυμβίβαστη με τον κανονισμό για την EPPO, δεδομένου ότι δεν εξαιρεί από την εφαρμογή του τις υποθέσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της. Κατά την άποψή μας, η διάταξη είναι επίσης ασυμβίβαστη με τον ελληνικό νόμο 4786/2021, ο οποίος προβλέπει ότι οι Ευρωπαίοι Εξουσιοδοτημένοι Εισαγγελείς ασκούν όλες τις ανακριτικές εξουσίες του ανακριτή, με εξαίρεση τη διεξαγωγή της εξέτασης του κατηγορουμένου και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα/την προσωρινή κράτηση».

Στην επιστολή αυτή γίνεται επισης αναφορά στην επιστολή της 24ης Απριλίου 2026, στην οποία επισήμαινε ότι το γεγονός ότι ορισμένες βασικές πράξεις της έρευνας εξακολουθούν να ανήκουν στον ανακριτή, συνιστά παραβίαση των προνομίων της EPPO βάσει των Συνθηκών της Ε.Ε.

Για τη συγκεκριμένη διάταξη, η κα Κοβέσι προσθέτει: «Φαίνεται ότι η προτεινόμενη διάταξη προχωρά ακόμη περισσότερο, αγνοώντας πλήρως τις εξουσίες της EPPO και των εξουσιοδοτημένων εισαγγελέων της, οι οποίες τους έχουν ανατεθεί βάσει του δικαίου της Ε.Ε., δεδομένου ότι αναθέτει την κύρια έρευνα για κακουργήματα που διαπράττονται από μέλη του Κοινοβουλίου σε εθνικό ανακριτή. Αυτό δημιουργεί επιπλέον διαφοροποίηση στη μεταχείριση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας προσώπων που ερευνώνται για αδικήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της EPPO, κάτι που δεν επιτρέπεται βάσει του εφαρμοστέου δικαίου της Ενωσης».

Εκφράζει ακόμη την ανησυχία της για το γεγονός ότι η διάταξη θεσπίζει πολύ αυστηρή προθεσμία για την ολοκλήρωση της έρευνας για κακουργήματα, που θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα αποτελεσματικής διερεύνησης των αδικημάτων σε υποθέσεις που είναι συχνά ιδιαίτερα πολύπλοκες.

«Αυτές οι τροποποιήσεις της ελληνικής νομοθεσίας, εάν υιοθετηθούν στην παρούσα μορφή τους, θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην Ελλάδα και δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες για το κράτος δικαίου», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η κα Κοβέσι εκφράζει ακόμη τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι η διαδικασία έγκρισης για ένα τόσο θεμελιώδες ζήτημα υποβάλλεται λίγες ώρες πριν από την ψήφισή του, «αποκλείοντας κάθε πιθανότητα σοβαρής συζήτησης επί του θέματος, εισάγοντας ένα στοιχείο επείγοντος χαρακτήρα το οποίο, κατά την άποψή μας, είναι εντελώς αδικαιολόγητο».

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx