Γιατί στην Ελλάδα η κατανάλωση σε σχέση με το εισόδημα είναι η υψηλότερη στην ΕΕ
23/10/2026
Χλεύη των φιλέκδικων οικονομικών η διαπίστωση ότι το εισόδημα είναι χαμηλότερο κατά 21 μονάδες από το ευρωπαϊκό, αλλά η κατανάλωση υψηλότερη κατά 18 περίπου μονάδες από την αντίστοιχη στην ΕΕ , εξαιτίας κυρίως της παραοικονομίας με διαφεύγοντα έσοδα 55 δις. ευρώ ετησίως, των 1.116 φοροαπαλλαγών με διαφεύγοντα έσοδα 20 δις. ευρώ ετησίως, των δηλούμενων εισοδημάτων από αυτοαπασχολούμενους και ελεύθερους επαγγελματίες κάτω από το όριο του… ανειδίκευτου εργάτη κι άλλα “τερπνά και ωφέλιμα”.
Το σχόλιο του αναγνώστη μας “ΑΜΦΙΣΒΗΤΙΑ” με το οποίο συνόδευσε την ανάλυση υπό τον τίτλο “Πρωταθλητής ακρίβειας την τελευταία τριακονταετία ο Κυριάκος Μητσοτάκης” (SLpress 15 Οκτωβρίου 2026) «Ναι, αλλά τα σαββατοκύριακα η εθνική είναι τίγκα…» μού θύμισε τη γλυκόπικρη αντίδραση της Ανδρομάχης στη σκηνή αποχαιρετισμού εκείνης και του γιού τους από τον Έκτορα και αναχώρησής του για τη μάχη, όπως την παρουσιάζει ο Όμηρος στην Ραψωδία Ζ’ ( στίχος 484) της Ιλιάδας με τη φράση «δακρυόεν γελάσασα» (χαμογέλασε, με δακρυσμένο γέλιο).
Το σχόλιο αυτό, είτε με την ειρωνική είτε με τη σχετλιαστική (διαμαρτυρία, γκρίνια, παράπονο κλπ) σημασία, αναδεικνύει για μιαν ακόμα φορά το μέγιστο διαχρονικά ζήτημα της παραοικονομίας στη χώρα μας και του άδικου και αναποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, παρά την ίδρυση, από το 2017, ανεξάρτητης αρχής για τη φορολογική διοίκηση.
Το μέγιστο αυτό κοινωνικό και οικονομικό ζήτημα (για το οποίο υπεύθυνες είναι οι κυβερνήσεις όλων των εποχών από τον … Ηρόδοτο (πενίη αεί ξύντροφος αναφέρει στο έργο του “Ιστορίαι”) έως σήμερα, το οποίο τώρα παρουσιάζεται με τον ψευδεπίγραφο τίτλο “οι αριθμοί πάσχουν, ο λαός ευημερεί”, αποτυπώνεται εναργέστατα και στα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat για τη φτώχεια στη χώρα μας. Σύμφωνα με αυτά:
- Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα το 2025 ανήλθε στο 27,5% του πληθυσμού (2.790.000 άτομα), κατατάσσοντας τη χώρα στη δεύτερη υψηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση (όπου ο μέσος όρος διαμορφώθηκε στο 20,9%).
- Χωρίς τη συμβολή των συντάξεων (κατά 20,7 μονάδες) και τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (μόνο 3,6 μονάδες, έναντι 7-8 μονάδων στην ΕΕ!) ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ανέρχεται σε 51,8% ή απειλεί περισσότερο από τον μισό πληθυσμό της χώρας (5.256.000 άτομα).
- Η παιδική φτώχεια (0-17 ετών) διαμορφώθηκε στο 22,8%, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην τέταρτη χειρότερη θέση στην ΕΕ όσον αφορά τον κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού στα παιδιά.
- Η γεωγραφική κατανομή εμφανίζει τέσσερις ελληνικές περιφέρειες να συγκαταλέγονται στις 24 χειρότερες ολόκληρης της ΕΕ (όπου το ποσοστό ξεπερνά το 31,5%) σε ποσοστό κινδύνου φτώχειας με τη δυσμενέστερη εικόνα στην Πελοπόννησο (38,1%) και στα Ιόνια Νησιά (35,7%).
- Το 26,4% του πληθυσμού (πάνω από 2.700.000 άτομα) ζη σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι μόλις 7,7% στην ΕΕ.(πρώτη η Ελλάδα στην ΕΕ).
- Το 18,1% του πληθυσμού δεν μπορεί να κρατήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό, έναντι 8,8% στην ΕΕ. (πρώτη στην ΕΕ και στην αδυναμία επαρκούς θέρμανσης).
- Οι πραγματικοί μισθοί, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ακόμη και το 2026 θα παραμένουν κάτω από τα επίπεδα του 2019 στην Ελλάδα, όταν στην ΕΕ συνολικά θα βρίσκονται ήδη υψηλότερα.
Υπάρχει και η ελληνική εμπειρία
Γιατί όμως είναι “τίγκα τα σαββατοκύριακα η εθνική”; Όμως, σ’ αντίθεση με αυτή τη ζοφερή εικόνα των αριθμών, “τα σαββατοκύριακα είναι τίγκα η εθνική οδός” κι όχι μόνο! Όχι (βεβαίως, βεβαίως) λόγω της “συνετής και χρηστής δημοσιονομικής, φορολογικής, οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής” και της σημερινής (επί επτάμιση χρόνια) αυτοθαυμαζόμενης κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη για “εθνικές επιτυχίες”, αλλά λόγω της παταγώδους αποτυχίας της οικονομικής της πολιτικής με επίκεντρο κυρίως το φορολογικό σύστημα που κάθε χρόνο στολίζεται με τις γνωστές απογοητευτικές διαπιστώσεις και τις (ανεπίδεκτες μαθήσεως) συστάσεις τόσο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και από τον ΟΟΣΑ μετά τα γνωστά διπλωματικά “παρά την πρόοδο που έχει γίνει” σε μερικούς τομείς.
Υπενθυμίζω ότι γι’ αυτές τις “εθνικές επιτυχίες” ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης το τερμάτισε (ως της αλαζονείας και της αμετροέπειας!) υπογραμμίζοντας σε εκδηλώσεις και σε διεθνή φόρουμ ότι η ΕΕ μπορεί να αντλήσει διδάγματα και συγκεκριμένα “μαθήματα» από την ελληνική εμπειρία για την ενίσχυση της … παραγωγικότητας, την ανάπτυξη, τη δημοσιονομική πειθαρχία, τις … διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τη … θωράκιση των θεσμών!!!
Η καταναλωτική δαπάνη στην Ελλάδα
Τους λόγους για την “τίγκα εθνική κατά τα σαββατοκύριακα”, παρά την ακρίβεια και το χαμηλότερο (μαζί με τη Βουλγαρία) κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, μπορεί να αναζητήσει κανείς στα επίσημα στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία η τελική καταναλωτική δαπάνη στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αποτελεί και βασικό σχεδόν μοχλό αύξησης του ΑΕΠ.
Η κατανομή της κατανάλωσης (ιδιωτικής και δημόσιας) ως ποσοστό του ΑΕΠ διαμορφώνεται ως εξής: Ιδιωτική Κατανάλωση στην Ελλάδα 69,9%, στην ΕΕ 52,8%. Δημόσια Κατανάλωση στην Ελλάδα 18,2%, στην 21,6%, συνολική κατανάλωση στην Ελλάδα 88,1%, έναντι 74,4% στην ΕΕ.
Οι συνέπειες είναι γνωστές: καθώς η συνολική κατανάλωση στην Ελλάδα απορροφά σχεδόν το 88% του παραγόμενου πλούτου, μένει πολύ μικρότερο περιθώριο για εγχώρια αποταμίευση και μεγάλες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (όπως υποδομές και βιομηχανία) σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Ποιοί είναι οι λόγοι της υψηλότερης κατανάλωσης στην Ελλάδα σε σχέση με την ΕΕ. Οι λόγοι της υψηλής συμμετοχής της κατανάλωσης στο ΑΕΠ της Ελλάδας, η οποία αποτελεί πολιτική επιλογή και της σημερινής κυβέρνησης, σε σχέση με την ΕΕ οφείλεται, όπως έχουμε επισημάνει σε προηγούμενες αναλύσεις, κυρίως σε δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες αναγκάζουν ή στρέφουν τους πολίτες να δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για τις καθημερινές τους ανάγκες, παρά σε κάποια πραγματική “καταναλωτική ευημερία”.
Διότι, σ΄ αντίθεση με την υψηλή κατανάλωση ως ποσοστό του ΑΕΠ, η πραγματική ατομική (κατά κεφαλήν) κατανάλωση στην Ελλάδα βρίσκεται περίπου 21 μονάδες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με το γνωστό (όχι τόσο παράδοξο για μιαν οικονομία που λειτουργεί ανορθόδοξα, δηλαδή σε πείσμα των φιλέκδικων οικονομικών νόμων επί δεκαετίες και ιδιαίτερα σήμερα) γεγονός: οι Έλληνες ξοδεύουν σχεδόν όλο το εισόδημά τους (υψηλό ποσοστό επί του ΑΕΠ), αλλά αγοράζουν λιγότερα αγαθά από τον μέσο Ευρωπαίο (χαμηλή αγοραστική δύναμη).
Διαπιστώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Μετά από όλα αυτά, την απάντηση στο ερώτημα γιατί είναι τίγκα τα σαββατοκύριακα η εθνική οδός κι όχι μόνο, μπορούμε να την αναζητήσουμε και στις διαπιστώσεις της πρωτοποριακής έκθεσης Mind the Gap της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία προσφέρει μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση των φορολογικών κενών στην ΕΕ και στα 27 κράτη μέλη της.
Στο Παράρτημα 12 που αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα, παρουσιάζει μιαν ολοκληρωμένη εικόνα του ελληνικού φορολογικού συστήματος, η οποία έχει ως εξής: Η παραοικονομία στην Ελλάδα εκτιμάται στο 21% του ΑΕΠ (περίπου 45-55 δις. ευρώ, που κάνουν κι αυτά “τίγκα” την εθνική οδό!) , έναντι 17,6% στην ΕΕ. Όπως τονίζεται, η πρόκληση παραμένει σημαντική, με τον τομέα των αυτοαπασχολούμενων να αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της παραοικονομίας:
Το 67% των αυτοαπασχολούμενων δηλώνει εισόδημα κάτω από 10.000 ευρώ ετησίως, το 37% όλων των φορολογουμένων δηλώνει εισόδημα έως 5.000 ευρώ, το 79% του συνολικού δηλωθέντος εισοδήματος προέρχεται από μισθωτούς (αυτό σημαίνει σιγουριά και χωρίς κόστος, ότι, δηλαδή, οι μισθωτοί, των οποίων το εισόδημα παρακρατείται στην πηγή, επωμίζονται δυσανάλογα υψηλή φορολογική επιβάρυνση).
Η Ελλάδα διαθέτει τον υψηλότερο αριθμό φοροαπαλλαγών στην ΕΕ, με σημαντικό δημοσιονομικό αντίκτυπο: Συνολικές φορολογικές απαλλαγές: 1.116 περιπτώσεις (948 ειδικές + 148 γενικές εξαιρέσεις), διαφυγόντα έσοδα : 18,82 δισ. ευρώ (31% των συνολικών φορολογικών εσόδων), οι περισσότερες φοροαπαλλαγές αφορούν: φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων (249), φόρο νομικών προσώπων (233), τέλη χαρτοσήμου (76), ΦΠΑ (75).
Δεν υπάρχει μηχανισμός αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των φορολογικών απαλλαγών. Η έκθεση προτείνει τη θέσπιση μόνιμου μηχανισμού αξιολόγησης και ζητεί τη συστηματική επανεξέταση και τον περιορισμό αυτών των εξαιρέσεων, ώστε να απλοποιηθεί το σύστημα και να διευρυνθεί η φορολογική βάση, αλλά αυτό δεν θα γίνει ποτέ, θα γίνει χαλασμός από την… αντιπολίτευση!
Η Ελλάδα εξαρτάται περισσότερο από τη φορολογία κατανάλωσης σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (φόροι εργασίας: 39,7% των εσόδων, έναντι ΕΕ: 51,2%, φόροι κατανάλωσης: 38,9% των εσόδων, έναντι ΕΕ: 26,9%, φόροι κεφαλαίου: 21,4% των εσόδων, έναντι ΕΕ: 21,9%, έσοδα ΦΠΑ: 22,5% του συνόλου, έναντι ΕΕ: 18,3% και 8,8% του ΑΕΠ, έναντι ΕΕ: 7,1%).
Το φορολογικό σύστημα στην Ελλάδα
Το φορολογικό και κοινωνικό σύστημα στην Ελλάδα μειώνει την εισοδηματική ανισότητα σε πολύ μικρότερο βαθμό από τον μέσο όρο της ΕΕ, παρά την προοδευτική φορολογία της εργασίας. Με 31,8 %, η Ελλάδα είχε το 2024 δείκτη Gini για το ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ (29,3 %). Η Ελλάδα έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην ΕΕ-27 (26,9 %, 5,9 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ). Το 2025 το ποσοστό έγινε ακόμα υψηλότερο (27,5%).
Κενό φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων: Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Επιτροπής (JRC), το κενό ανέρχεται σε περίπου 7,7% των εισπραττόμενων εσόδων φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων (στοιχεία 2015), ποσοστό κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ (10,9%).
Κενό φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων: Η έκθεση εντοπίζει σημαντικό πρόβλημα υποδήλωσης εισοδημάτων, ιδίως μεταξύ των αυτοαπασχολούμενων. Το γεγονός ότι ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό ελευθέρων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων δηλώνει σταθερά εισοδήματα κάτω από το όριο του ανειδίκευτου εργάτη (βλέπε πιο πάνω).
Παράλληλα με τη διεύρυνση της βάσης των εισοδημάτων, η Κομισιόν συστήνει τη μετατόπιση του φορολογικού βάρους προτείνοντας τη μείωση της επιβάρυνσης στην εργασία και, αντίστοιχα, την αυστηροποίηση των “πράσινων” φόρων (π.χ. στα ορυκτά καύσιμα και το diesel κίνησης), ως μέσο για τη συμμόρφωση με τους κλιματικούς στόχους της ΕΕ.





