Οι νεοφιλελεύθερες επιλογές του Τσίπρα και ο Ρούσβελτ

Μάκης Ανδρονόπουλος
729
Οι νεοφιλελεύθερες αποφάσεις Τσίπρα και το παράδειγμα Ρούσβελτ, Μάκης Ανδρονόπουλος

Η διαβεβαίωση του Ευκλείδη Τσακαλώτου, πως οι βασικές διατάξεις του νόμου Κατσέλη θα παραμείνουν σε ισχύ και μετά την 1η Ιανουαρίου 2019 και ότι τις επόμενες μέρες η κυβέρνηση θα παρουσιάσει τις προτάσεις της για το νέο πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας, είναι εύλογη και σωστή κίνηση για τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Όμως, η διαβεβαίωση του υπουργού της κυβέρνησης Τσίπρα ούτε το πρόβλημα των κόκκινων δανείων λύνει, ούτε των ρυθμισμένων, ούτε τις τράπεζες σώζει, ούτε απελευθερώνει τις αναπτυξιακές δυνάμεις του τόπου.

Η εγκατάλειψη της λύσης των κόκκινων δανείων των ιδιωτών στους μηχανισμούς της αγοράς, δηλαδή στα distress funds, θα οδηγήσει σε ακρότητες που θα προκαλέσουν αλυσιδωτά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, τα οποία η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να υποστεί. Από την άλλη, οι προτάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τα κόκκινα δάνεια εμπεριέχουν υψηλό ρίσκο για τα ευαίσθητα δημοσιονομικά της χώρας και είναι αμφίβολο εάν θα λύσουν το τραπεζικό πρόβλημα.

Η πρόταση βασίζεται στον σκανδαλώδη «άυλο», αναβαλλόμενο φόρο, πάνω στον οποίο προτείνει να στηθεί μια πυραμίδα ομολόγων-τίτλων. Σημειωτέον ότι ήδη ο αναβαλλόμενος φόρος αποτελεί το 55% των εποπτικών κεφαλαίων των συστημικών τραπεζών. Όπως επισημαίνει έκθεση του οίκου Moody’s, πρώτον, τις συνδέει άμεσα με τη δημοσιονομική ισορροπία και δεύτερον δεν υπάρχει επαρκής ικανότητα απορρόφησης ζημιών από τα κόκκινα δάνεια.

Ο οίκος Fitch, που εντοπίζει διάφορες αβεβαιότητες γύρω από την ελληνική οικονομία, επισημαίνει ότι οι εξεταζόμενες λύσεις για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) των ελληνικών τραπεζών, μπορεί να έχουν δυσμενείς δημοσιονομικές επιπτώσεις, άσχετα εάν θα συνέβαλαν στην εξυγίανση του ενεργητικού και στην κερδοφορία των τραπεζών. Η Moody’s εκτιμά ότι το κράτος πρέπει να βάλει 7,5 δισ ευρώ για να δουλέψει το σχέδιο της Τράπεζας της Ελλάδος, εκτίμηση που δεν είναι και τόσο σίγουρη και θέτει σε κίνδυνο το «μαξιλάρι» που έχουμε δημιουργήσει για ασφάλεια έναντι των αγορών.

Πολιτικός στρουθοκαμηλισμός

Χωρίς αμφιβολία, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των τραπεζών (NPEs) που διαμορφώνονται περίπου στα 89 δισ ευρώ (48% του συνόλου των δανείων) είναι το καυτό πρόβλημα του συστήματος. Ωστόσο, τόσο οι τράπεζες όσο και τα κόμματα και, βεβαίως η κυβέρνηση, έχουν χώσει το κεφάλι μέσα στην άμμο. Τα κόκκινα δάνεια είναι η κορυφή του παγόβουνου. Δεν σκέπτονται τα υπόλοιπα, δηλαδή τα ρυθμισμένα δάνεια, που παράγουν κάθε χρόνο 1 δισ ευρώ νέα «κοκκινίσματα» και 1 δισ ευρώ ληξιπρόθεσμους φόρους.

Έχουμε τονίσει, κατ’ επανάληψη, πως το πρόβλημα είναι πρωτίστως κοινωνικό και πολιτικό και πως την εξέταση κάθε δανείου πρέπει να την κάνει ένας κρατικός φορέας με πραγματικά κριτήρια ρευστότητας της οικογένειας και περιουσίας και, φυσικά, δικαίου. Διότι, με εξαίρεση τους επαγγελματίες κακοπληρωτές (οι τράπεζες τους ξέρουν γιατί διαχειρίστηκαν τις καταθέσεις των αφορολόγητων εισοδημάτων τους και τις εξαγωγές κεφαλαίων στο εξωτερικό) οι υπόλοιποι με κόκκινα και ρυθμισμένα δάνεια υφίστανται μια απίστευτη βία.

Οι τράπεζες, λαϊκίζοντας το περιβόητο pacta sunt servanda (τα συμφωνηθέντα πρέπει να τηρούνται) και ξεχνώντας το υπόλοιπο δικαιικό δόγμα rebus sic stantibus (εφόσον οι συνθήκες είναι ίδιες), ρυθμίζουν με εξωπραγματικό τρόπο δάνεια που έδωσαν, παραβιάζοντας τις ντιρεκτίβες της Τράπεζας της Ελλάδος με τυπικά κόλπα. Η κυβέρνηση οφείλει να παρακολουθεί τις κινήσεις των τραπεζών, διότι θα βρεθεί προ τετελεσμένων με αιφνιδιαστικές επιθετικές εξαγορές και με την ακίνητη περιουσία και την αγροτική γη υπό τον έλεγχο εθνικώς επικίνδυνων συμφερόντων.

Εγγυητές και τόκοι

Άλλωστε, δεν είναι όλες οι αιτίες δημιουργίας των κόκκινων δανείων ίδιες. Δεν είναι όλα τα δάνεια ίδια και, πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να είναι αμείλικτα ίδια η αντιμετώπιση των δανειοληπτών και, κυρίως, των εγγυητών των κόκκινων δανείων. Τα κόκκινα δάνεια αποτελούνται από καταναλωτικά, στεγαστικά και επιχειρηματικά. Τα περισσότερα καταναλωτικά δόθηκαν ουσιαστικά χωρίς εξασφαλίσεις, με στόχο την αύξηση του μπόνους των τραπεζικών στελεχών. Τώρα πωλούνται για 2,5 έως 3% στα distress funds.

Τα περισσότερα των στεγαστικών έχουν σαν εγγύηση το ίδιο το ακίνητο, για το οποίο πάρθηκε το δάνειο. Όσα εξ αυτών κοκκίνισαν μπορούν να αντιμετωπιστούν άριστα από μία εταιρεία ανάλογη με την HOLC (Home Owners’ Loan Corporation) που ίδρυσε το 1932 ο Ρούσβελτ. Σε ό,τι αφορά τα επιχειρηματικά, κάποια δόθηκαν χωρίς καθόλου ή με προβληματικές εξασφαλίσεις που θα έπρεπε η δικαιοσύνη να ψάξει το γιατί. Τα υπόλοιπα, όμως, δόθηκαν με εμπράγματες εγγυήσεις από τους πρωτοφειλέτες και από εγγυητές που κατά τη σύναψη υπερκάλυπταν το ποσόν του δανείου.

Όσον αφορά τα δάνεια που κοκκίνισαν, αυτό κατά κανόνα οφείλεται στις συνθήκες που άλλαξαν και όχι σε σκόπιμη απόφαση να μην πληρωθούν. Κάτι τέτοιο εύκολα συνάγεται από το ότι είχαν δοθεί εμπράγματες εγγυήσεις για την κάλυψη των δανείων αυτών. Σε ό,τι σχετίζεται με τους τόκους, κάποτε υπήρχε το όριο του 100% του κεφαλαίου. Τώρα στην πράξη έχει καταλυθεί και τα χρέη ανεβαίνουν στα ύψη. Θα ήταν δίκαιο και ρεαλιστικό οι τόκοι να μην μπορούν να ξεπεράσουν το 70% του κεφαλαίου.

Κάποιοι φαίνεται πως οδηγούν τον πρωθυπουργό σε όχι αριστερές, αλλά απόλυτα ακραίες νεοφιλελεύθερες αποφάσεις για την αντιμετώπιση καταστάσεων που είναι κατάφωρα άδικες και χωρίς την παραμικρή δυνατότητα αμφισβήτησης της αδικίας αυτής. Μπορεί το 20-25% να είναι στρατηγικοί κακοπληρωτές, αλλά το 75-80% πως αντιμετωπίζεται; Η δίκαιη αντιμετώπιση του μεγάλου προβλήματος των εγγυητών που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους θα έχει πολύ ευνοϊκό αντίκτυπο για τις προθέσεις του πρωθυπουργού και θα συμβάλει ουσιαστικά στην ευνοϊκή διαμόρφωση του κλίματος ενόψει και των επερχόμενων εκλογών.