Ποιες αβεβαιότητες εμποδίζουν επιστροφή στην κανονικότητα

Κωνσταντίνος Κόλμερ668


+100%-

Γράφει ο Κωνσταντίνος Κόλμερ  – 

Σύμφωνα με τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος κ. Γιάννη Στουρνάρα οι εκκρεμότητες της Ελληνικής οικονομίας μετά την λήξη του προγράμματος, τον Αύγουστον εφέτος,  περιορίζονται στην θετική αξιολόγηση των προαπαιτουμένων από τους «θεσμούς» των δανειστών, στην άρση των ελέγχων κεφαλαίων (capital controls) και στην αναδιάρθρωση (reprofiling) του δημοσίου χρέους (ομιλία στην επέτειο λειτουργίας της Accenture στην Ελλάδα στις 28.3.18). Αληθώς λίαν εκτεταμένους τομείς καθώς ουδέν προοιωνίζεται την κάλυψη των εκκρεμοτήτων αυτών. Αντιθέτως πολλές είναι οι αβεβαιότητες και άλλες τόσες οι παγίδες ματαιώσεως της «κανονικότητας», από την οποία απέχει τόσον σημαντικά η χώρα μας επί του παρόντος.

Εν πρώτοις, είναι τα μη εξυπηρετούμενα τραπεζικά δάνεια, το ποσό των οποίων αθροιζόμενο στα 95 δισ ευρώ φθάνει περίπου στο 54% του ΑΕΠ εφέτος. Είναι αυτόχρημα αδύνατον το ποσοστό αυτό να πέσει στο 37% του ΑΕΠ το επόμενον έτος, όσες διαγραφές χρεών γίνουν, όσο και αν διογκωθή το ΑΕΠ «εθνικολογιστικώς».

Δύο λόγοι εξηγούν την πρόβλεψη αυτή: Οι υψηλοί φόροι επί των επιχειρήσεων (άνω του 45% επί των κερδών) και η προκαταβολή ολοκλήρου των επιδίκων προσαυξήσεων  που καλώς ή κακώς (συνήθως κακώς) επιβάλλει η φορολογική αρχή. Η οποία μάλιστα έχει το όπλον της φυλακίσεως του φορολογικώς υπολόγου εις περίπτωσιν αδυναμίας καταβολής του φόρου, οπότε βεβαίως είναι αδύνατη η πληρωμή του. Εξ άλλου, η ιδιωτική κατανάλωση εφέτος παραμένει αμετάβλητος και η δημοσία είναι αρνητική.

Από συνολικώς αρνητικό πρόσημο πώς θα προκύψει αύξηση του τζίρου, άρα και των φορολογικών εσόδων; Οι χρηματοδοτικές συνθήκες στο εσωτερικό παραμένουν εξαιρετικώς «σφικτές», εξ αιτίας της επιβραδύνσεως των αποταμιευτικών καταθέσεων και των υψηλών συγκριτικώς επιτοκίων των τραπεζικών χορηγήσεων, χωρίς να αναφερθούν οι γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις. Πόθεν συνεπώς θα  προέλθουν οι ιδιωτικές επενδύσεις, συντηρήσεις και επεκτάσεις του παγίου κεφαλαίου;

Ακριβή πρόσβαση στις αγορές

Τα ελληνικά κρατικά ομόλογα ευρίσκονται πέντε θέσεις κάτω του ανεκτού ρίσκου επενδύσεως. Πιο κάτω κι’ από την Τουρκία που αντιμετωπίζει εφέτος μία οικονομική πομφόλυγα. Τίνι τρόπω θα γίνει το άλμα καλύψεως της επενδυτικής βαθμολογίας, προκειμένου να γίνει πάλι η Ελλάς αξιόπιστος οφειλέτης, αν είναι σκόπιμο να ξαναρχίσει τον δανεισμό; Ουχ ήττον, το διεθνές περιβάλλον μεταβάλλεται επί τα χείρω τελευταίως με τον σοβούντα εμπορικό πόλεμο, την συνεχή αύξηση της τιμής του πετρελαίου και την άνοδο των επιτοκίων που ωθούνται από τις μεγάλες Κεντρικές Τράπεζες.

Ως αποτέλεσμα, η πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές γίνεται ακριβότερη για την «διατηρήσιμη επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές». Στο εσωτερικό, η τετάρτη και φαρμακερή «αξιολόγηση» σκαλώνει στις ανεκπλήρωτες «μεταρρυθμίσεις», μεταξύ των οποίων το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, το βραδύπουν Κτηματολόγιο, η μείωση των συντάξεων και η κατάργηση του αφορολογήτου, δια την οποία το ΔΝΤ έχει έμμονο ιδέα.

Η «αυστηρή επιτήρηση» της Ελλάδος, που ενασμενίζεται ο διάδοχος του Τόμας Βίζερ στο Γιούρογκρουπ Χάνς Φάϊλμπριφ, δεν αφήνει πολλά περιθώρια «επανόδου στην κανονικότητα». Την ίδια στιγμή ο κ. Στουρνάρας εγκατέλειψε το αίτημα του «μαξιλαριού μετρητών» (cash buffer) με δυνητικές καταβολές χρημάτων από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητος εις περίπτωσιν που η διαβάθμιση των ελληνικών ομολόγων υποχωρήσει κάτω του ανεκτού ορίου.

Πέραν της «μαξιλάρας», η οικονομία χρειάζεται και «στρωματάρα» για να «ξαπλώσει κανονικά» με τα 100 δισ. ευρώ χρέη που υπολείπονται. Διαφορετικά, δεν θα αποφύγει το «λουμπάγκο» της υφέσεως από την οποία υποφέρει από εννιαετίας.

bookmark icon