Προϋπολογισμός ΕΕ: Η Γερμανία και οι φειδωλοί μπλοκάρουν τον συμβιβασμό των 141 δισ. ευρώ
11/10/2026
Την πρόταση της Ιρλανδίας για τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2028-2034 όπου προβλέπει περικοπές ύψους 141 δισ. ευρώ που αντιστοιχούν στο 8% της αρχικής πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «τορπίλισε» τόσο η Γερμανία όσο και οι συμμαχοί της με την στάση τους και τις απαντήσεις που έχουν δώσει από το Σάββατο 10/10.
«Απέχουμε ακόμη πολύ από μια συμφωνία. Το ύψος της νέας πρότασης δεν αποτελεί βάση για συμφωνία. Ο προϋπολογισμός της ΕΕ πρέπει να είναι οικονομικά προσιτός για όσους σηκώνουν το κύριο βάρος της χρηματοδότησης», έγραψε ο Μερτς σε δήλωσή του το Σάββατο. Η Γερμανία σύμφωνα με το Politico ηγείται μιας ομάδας έξι «φειδωλών» χωρών —της Σουηδίας, της Δανίας, της Ολλανδίας, της Φινλανδίας και της Αυστρίας— οι οποίες συνεισφέρουν το 40% του κοινού προϋπολογισμού της Ένωσης.
Οι περισσότερες φειδωλές χώρες επέκριναν τις προτεινόμενες από την Ιρλανδία περικοπές ύψους 159 δισεκατομμυρίων ευρώ σε τρέχουσες τιμές από την πρόταση της Επιτροπής που αγγίζει σχεδόν τα 2 τρισεκατομμύρια ευρώ, χαρακτηρίζοντάς τες ανεπαρκείς.
Η Υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Σουηδίας, Τζέσικα Ρόσενκραντζ, περιέγραψε το διαπραγματευτικό έγγραφο (negobox) στο X ως «άκρως αβάσταχτη αύξηση», καθώς το συνολικό ποσό θα εξακολουθούσε να είναι υψηλότερο από τον τρέχοντα προϋπολογισμό. Η Αυστριακή Υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Κλόντια Μπάουερ, επανέλαβε αυτή την κριτική, λέγοντας ότι ο νέος προϋπολογισμός παραμένει «μίλια μακριά από ένα αυστριακό ναι».
Οι εντάσεις θα κορυφωθούν κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής των ηγετών της ΕΕ την ερχόμενη Πέμπτη και Παρασκευή, όπου θα συζητήσουν το διαπραγματευτικό έγγραφο. Οι κυβερνήσεις της ΕΕ δίνουν μάχη με τον χρόνο για να επιτύχουν μια συμφωνία για τον προϋπολογισμό μεταξύ τους έως το τέλος του έτους — πριν οι εκλογές στη Γαλλία, την Ιταλία και την Πολωνία το 2027 απειλήσουν να εκτροχιάσουν τις διαπραγματεύσεις.
Ωστόσο, ο Ολλανδός Υπουργός Οικονομικών, Έλκο Χάινεν, προειδοποίησε το Σάββατο ότι «με αυτόν τον ρυθμό, δεν θα υπάρξει συμφωνία μέχρι το τέλος του έτους». Ο Ιρλανδός Υφυπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Τόμας Μπερν, ο οποίος ηγείται των διαπραγματεύσεων, απέρριψε την κριτική και περιέγραψε την πρόταση ως έναν ισορροπημένο συμβιβασμό. «Το διαπραγματευτικό πλαίσιο λειτουργεί ως γέφυρα για τις πολλές διαφωνίες μεταξύ των κρατών μελών», δήλωσε ο Μπερν στους δημοσιογράφους το Σάββατο.
Διαιρεμένη Ένωση
Η ΕΕ είναι χωρισμένη ανάμεσα στις φειδωλές χώρες που πιέζουν για οριζόντιες περικοπές και ένα αντίπαλο στρατόπεδο νότιων και ανατολικών κρατών, τους «Φίλους της Συνοχής», που εναντιώνονται στις μειώσεις των γεωργικών επιδοτήσεων και των περιφερειακών ενισχύσεων, γνωστή ως πολιτική συνοχής.
Αυτοί οι τομείς αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ήμισυ του συνολικού προϋπολογισμού και είναι πολιτικά ευαίσθητοι λόγω των πιέσεων από τα λόμπι των αγροτών και τις περιφέρειες.
Κάνοντας μια παραχώρηση στους 17 «Φίλους της Συνοχής», η Ιρλανδία άφησε ανέπαφους τους προϋπολογισμούς για τη γεωργία και την περιφερειακή ανάπτυξη και εστίασε τις περικοπές σε άλλες προτεραιότητες, όπως η ανταγωνιστικότητα, η άμυνα και η αναπτυξιακή βοήθεια.
«Υπήρξε ισχυρή υποστήριξη για το πρώτο κεφάλαιο [γεωργία και συνοχή] από σχεδόν όλα τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων χωρών που θεωρούνται καθαροί συνεισφέροντες» στον προϋπολογισμό, δήλωσε ο Μπερν στους δημοσιογράφους. Οι αντιδράσεις στο διαπραγματευτικό έγγραφο από τους «Φίλους της Συνοχής» ήταν πιο διαλλακτικές από εκείνες των φειδωλών ομολόγων τους.
«Είναι μια εξαιρετική αφετηρία το ότι ανακτήθηκαν τα χρήματα για την ΚΑΠ [Κοινή Αγροτική Πολιτική], αλλά και πάλι δεν είμαστε ικανοποιημένοι», δήλωσε ο Υπουργός Γεωργίας της Ιταλίας, Φραντσέσκο Λολομπρίτζιντα. Ο Υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Πολωνίας, Ιγκνάτσι Νιεμτσίτσκι, χαιρέτισε το γεγονός ότι η χώρα του «συνεχίζει να λαμβάνει τη μεγαλύτερη κατανομή», αλλά σημείωσε ότι «η αλλαγή στο συνολικό μέγεθος του προϋπολογισμού δεν ανταποκρίνεται στις φιλοδοξίες της ΕΕ».
Οι φειδωλοί απογοητεύτηκαν επίσης από το γεγονός ότι οι περικοπές στοχεύουν δυσανάλογα καινοτόμες πολιτικές, όπως η άμυνα και η ανταγωνιστικότητα, τις οποίες οι ίδιοι ευνοούν. «Περικόπτουν το μέλλον για να προστατεύσουν το παρελθόν», δήλωσε ένας Διπλωμάτης της ΕΕ από το στρατόπεδο των φειδωλών.
Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Η Ιρλανδία προτείνει περικοπές
Περικοπές ύψους 141 δισ. ευρώ που αντιστοιχούν στο 8% της αρχικής πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προβλέπει η αναθεωρημένη συμβιβαστική πρόταση της Ιρλανδικής Προεδρίας για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) της ΕΕ την περίοδο 2028-2034, με στόχο να γεφυρωθούν οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών, ενόψει της Συνόδου Κορυφής που θα πραγματοποιηθεί 15-16 Οκτωβρίου στις Βρυξέλλες.
Η πρόταση της Ιρλανδικής Προεδρίας διαμορφώνει τον προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034 σε περίπου 1,622 τρισ. Ευρώ (σε σταθερές τιμές του 2025), ποσό που αντιστοιχεί στο 1,16% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος (ΑΕΕ) της ΕΕ, έναντι 1,26% στην αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
«Ελπίζω ότι θα υπάρξει συμφωνία μέχρι τα Χριστούγεννα», δήλωσε ο Ιρλανδός Υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και Άμυνας, Τόμας Μπερν, που παρουσίασε σήμερα την αναθεωρημένη πρόταση για το ΠΔΠ. Τόνισε, επίσης, ότι «η έγκαιρη συμφωνία είναι απαραίτητη προκειμένου οι πολίτες και η ευρωπαϊκή οικονομία να επωφεληθούν από το νέο ΠΔΠ από την 1η Ιανουαρίου 2028» και εξέφρασε την ελπίδα ότι η σημερινή πρόταση θα αποτελέσει τη βάση για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων, με στόχο την επίτευξη συμφωνίας από τους ηγέτες ως το τέλος του έτους.
Ειδικότερα, ο Τ. Μπερν ανέφερε ότι η Ιρλανδική Προεδρία επιδιώκει να εξισορροπήσει τη χρηματοδότηση των νέων προτεραιοτήτων της ΕΕ, όπως η ανταγωνιστικότητα, η έρευνα, η καινοτομία, η ασφάλεια και η άμυνα, με τη διατήρηση των παραδοσιακών πολιτικών της ΕΕ, όπως η Κοινή Αγροτική Πολιτική και η Πολιτική Συνοχής, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τους δημοσιονομικούς περιορισμούς των κρατών-μελών.
Ο ίδιος τόνισε ότι σχεδόν όλα τα προγράμματα του νέου ΠΔΠ προβλέπουν αυξημένη χρηματοδότηση σε σύγκριση με το τρέχον ΠΔΠ, με τις αναπροσαρμογές να αποσκοπούν στη διατήρηση των νέων πολιτικών προτεραιοτήτων, αλλά και στην προστασία των βασικών πολιτικών της ΕΕ.





