ΘΕΜΑ

Τουρκία: Ποιοι πληρώνουν το κόστος της οικονομικής συνταγής Σιμσέκ

Τουρκία: Ποιοι πληρώνουν το κόστος της οικονομικής συνταγής Σιμσέκ, Βάνα Στέλλου
EPA/JIM LO SCALZO

Η πολιτική επιστροφής στη δημοσιονομική πειθαρχία αποκατέστησε την εμπιστοσύνη των αγορών, όμως η πραγματική οικονομία πιέζεται. Η ισχυρή λίρα, τα υψηλά επιτόκια και η επιβράδυνση της παραγωγής δημιουργούν ένα νέο δίλημμα για την Τουρκία και την κυβέρνηση Ερντογάν.

Η τουρκική οικονομία στέλνει σήμερα δύο διαφορετικά μηνύματα στην εποχή Σιμσέκ. Η εικόνα προς τα έξω εμφανίζεται βελτιωμένη, όμως στο εσωτερικό της οικονομίας οι πιέσεις παραμένουν έντονες. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν ενδείξεις σταθεροποίησης. Οι εξαγωγές αυτοκινήτων αυξήθηκαν τον Ιούνιο κατά 11%, ενώ οι συνολικές εξαγωγές προς την Ευρώπη ενισχύθηκαν κατά 15%. Τα συναλλαγματικά αποθέματα της Κεντρικής Τράπεζας έχουν ανακάμψει και μέρος των διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων έχει επιστρέψει στην τουρκική αγορά.

Από την άλλη πλευρά, η εικόνα της πραγματικής οικονομίας είναι διαφορετική. Ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών της βιομηχανίας (PMI), ένας από τους σημαντικότερους πρόδρομους δείκτες για την πορεία της παραγωγής, υποχώρησε τον Ιούνιο από τις 49,8 στις 47,1 μονάδες. Παραμένει έτσι για 27 συνεχόμενους μήνες κάτω από το όριο που σηματοδοτεί ανάπτυξη.

Η οικονομική δραστηριότητα χάνει δυναμική. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 το ΑΕΠ αυξήθηκε σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο μόλις κατά 0,1%, ενώ σε ετήσια βάση ο ρυθμός ανάπτυξης περιορίστηκε στο 2,5%. Αυτός είναι ο μέχρι στιγμής απολογισμός της οικονομικής πολιτικής του Μεχμέτ Σιμσέκ.

Ο Τούρκος υπουργός Οικονομικών ανέλαβε μετά τις εκλογές του 2023 να αλλάξει την κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής, επιστρέφοντας σε πιο συμβατικές πρακτικές μετά από χρόνια ανορθόδοξης διαχείρισης. Στόχος ήταν η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, η αντιμετώπιση του πληθωρισμού και η επανασύνδεση της Τουρκίας με τις διεθνείς αγορές. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία περισσότερο προβλέψιμη από πριν. Όμως η σταθεροποίηση δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ισχυρή ανάπτυξη. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η οικονομία επιβραδύνεται, ενώ ο πληθωρισμός παραμένει σε υψηλά επίπεδα.

Η επιβράδυνση ήρθε, ο πληθωρισμός όχι

Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι η επιβράδυνση της οικονομίας αποτελεί αναγκαίο στάδιο για την καταπολέμηση του πληθωρισμού. Όταν μειώνεται η ζήτηση, μειώνονται και οι πιέσεις στις τιμές. Όμως στην περίπτωση της Τουρκίας η εξίσωση δεν έχει ακόμη λειτουργήσει πλήρως.

Ο πληθωρισμός καταναλωτή παρέμεινε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Το πρώτο τρίμηνο διαμορφώθηκε στο 30,9%, ενώ στη συνέχεια αυξήθηκε εκ νέου στο 32,6%. Ο δομικός πληθωρισμός, που αποτυπώνει καλύτερα τις υποκείμενες πιέσεις στις τιμές, ενισχύθηκε επίσης από 29,7% σε 30,4%. Ακόμη και οι αναλυτές που αναγνώρισαν ορισμένα σημάδια βελτίωσης αύξησαν τις προβλέψεις τους για τον πληθωρισμό στο τέλος του έτους, από 27,5% σε 29%.

Ο Σιμσέκ κατάφερε να κάνει ξανά την τουρκική οικονομία πιο κατανοητή για τις αγορές. Οι επενδυτές μπορούν πλέον να διαβάζουν μια πιο συμβατή οικονομική πολιτική. Όμως άλλο η σταθεροποίηση και άλλο η δημιουργία μιας οικονομίας που αναπτύσσεται με δικές της δυνάμεις. Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση: Η Τουρκία περιορίζει ήδη την οικονομική δραστηριότητα μέσω της αυστηρής νομισματικής πολιτικής, χωρίς να έχει ακόμη επιτύχει μια αποφασιστική νίκη απέναντι στον πληθωρισμό.

Η βιομηχανία πληρώνει το κόστος

Τα υψηλά επιτόκια έχουν άμεσες συνέπειες στην παραγωγή. Τα δάνεια παραμένουν ακριβά, η εσωτερική ζήτηση είναι αδύναμη και πολλές βιομηχανικές επιχειρήσεις διαθέτουν πλέον σημαντικό μέρος των εσόδων τους για την κάλυψη των τόκων. Περισσότερες από τις μισές από τις 238 εταιρείες του βιομηχανικού δείκτη του Χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης κατέγραψαν ζημιές στους πρώτους εννέα μήνες της προηγούμενης περιόδου.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι πλέον οι προειδοποιήσεις δεν προέρχονται μόνο από μικρές επιχειρήσεις. Μεγάλοι βιομηχανικοί όμιλοι, όπως η Vestel και η Arçelik, επισημαίνουν ως βασικές πιέσεις την ισχυρή λίρα, το αυξημένο κόστος εργασίας και το ακριβό κόστος χρηματοδότησης. Η κριτική έχει φτάσει πλέον στον πυρήνα του τουρκικού επιχειρηματικού κόσμου. Ο επικεφαλής της İşbank, Χακάν Αράν, προειδοποιεί ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενες δυσκολίες στην πρόσβαση σε πιστώσεις.

Ο πρόεδρος του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Κωνσταντινούπολης υποστηρίζει ότι η βιομηχανία μένει χωρίς οξυγόνο. Αντίστοιχα, το Βιομηχανικό Επιμελητήριο Άγκυρας επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος των λειτουργικών κερδών των επιχειρήσεων κατευθύνεται πλέον στις πληρωμές τόκων. Ακόμη και ο επιχειρηματικός σύνδεσμος MÜSİAD, που θεωρείται κοντά στην κυβέρνηση, ζητά πλέον μια πιο ενεργή και στοχευμένη βιομηχανική πολιτική, πέρα από την αυστηρή νομισματική πειθαρχία.

Οι παραδοσιακά ισχυροί κλάδοι δέχονται πίεση

Η αδυναμία της τουρκικής οικονομίας γίνεται ακόμη πιο εμφανής στους κλάδους που συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση. Η παραγωγή διαρκών καταναλωτικών αγαθών μειώθηκε το πρώτο τρίμηνο του 2026 κατά 10%, ενώ τον Απρίλιο παρέμενε 4,6% χαμηλότερα σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Παράλληλα, η παραγωγή μη διαρκών καταναλωτικών αγαθών υποχώρησε κατά 5,9% το πρώτο τρίμηνο.

Η εξέλιξη αυτή αφορά ακριβώς εκείνους τους τομείς στους οποίους η Τουρκία είχε οικοδομήσει επί δεκαετίες ένα σημαντικό παραγωγικό πλεονέκτημα: Τις οικιακές συσκευές, τα ηλεκτρονικά, τα έπιπλα, την κλωστοϋφαντουργία και γενικότερα προϊόντα στα οποία η τιμή αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ανταγωνισμού. Το πρόβλημα για τις τουρκικές επιχειρήσεις είναι ότι το νέο οικονομικό περιβάλλον αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού.

Η περίοδος του φθηνού χρήματος τελείωσε. Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν πλέον να στηρίζονται σε εύκολη χρηματοδότηση και σε μια αδύναμη λίρα που ενίσχυε την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών. Η βιομηχανία ένδυσης ζητά πλέον ένα τριετές πρόγραμμα στήριξης, το οποίο θα περιλαμβάνει χαμηλότοκα δάνεια, μεγαλύτερες εξαγωγικές ενισχύσεις και ισχυρά επενδυτικά κίνητρα.

Η προειδοποίηση του κλάδου είναι σαφής: Χωρίς παρεμβάσεις, περισσότερες επιχειρήσεις θα εγκαταλείψουν την αγορά και η Τουρκία θα χάσει μέρος των μεριδίων της στις διεθνείς αγορές. Έτσι αλλάζει και η ίδια η οικονομική συζήτηση στην Άγκυρα. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πότε θα μειωθούν τα επιτόκια. Το βαθύτερο ερώτημα είναι: Ποιες βιομηχανίες θέλει η Τουρκία να προστατεύσει κατά τη διάρκεια της οικονομικής προσαρμογής και ποιες θα αφήσει να προσαρμοστούν μόνες τους;

Ισχυρή λίρα: Επιτυχία Σιμσέκ ή πρόβλημα;

Ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα της νέας οικονομικής πολιτικής είναι η ισοτιμία του τουρκικού νομίσματος. Η σταθερότητα της λίρας αποτελεί σαφώς βελτίωση σε σχέση με τις απότομες υποτιμήσεις των προηγούμενων ετών. Για τους καταναλωτές, μια ισχυρότερη λίρα έχει άμεσα θετικές συνέπειες. Τα εισαγόμενα προϊόντα γίνονται φθηνότερα, τα ταξίδια στο εξωτερικό κοστίζουν λιγότερο και προϊόντα που συνδέονται με το ευρώ ή το δολάριο γίνονται πιο προσιτά.

Ένα μέρος της μεσαίας τάξης μπορεί ευκολότερα να αγοράσει ένα κινητό τηλέφωνο, ένα αυτοκίνητο ή να πραγματοποιήσει διακοπές στην Ευρώπη. Όμως η συναλλαγματική ισχύς δεν δημιουργεί από μόνη της εισόδημα. Οι μισθοί και οι θέσεις εργασίας δημιουργούνται από επιχειρήσεις που μπορούν να παράγουν ανταγωνιστικά, να επενδύουν και να επεκτείνονται.

Εδώ βρίσκεται η αντίφαση της πολιτικής Σιμσέκ. Η ισχυρή λίρα βοηθά τον καταναλωτή, αλλά μπορεί να δυσκολέψει τον παραγωγό. Για μια βιομηχανία που εξάγει, το κόστος εργασίας, η ενέργεια και τα εξαρτήματα γίνονται ακριβότερα όταν υπολογίζονται σε ευρώ. Αυτό που στην Άγκυρα θεωρείται σταθεροποίηση, σε ένα ευρωπαϊκό διοικητικό συμβούλιο μιας πολυεθνικής μπορεί να μεταφράζεται ως αύξηση κόστους και πίεση στα περιθώρια κέρδους.

Η επιτυχία του Σιμσέκ έχει λοιπόν έναν παράδοξο χαρακτήρα: Απομακρύνει την κρίση, αλλά ταυτόχρονα μειώνει ένα μέρος του παλιού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος της Τουρκίας. Για χρόνια, η χώρα προσέλκυε επενδύσεις χάρη σε έναν συνδυασμό χαμηλότερου κόστους εργασίας, ευέλικτης παραγωγής και ευνοϊκής ισοτιμίας. Αυτό το μοντέλο πλέον δοκιμάζεται.

Ανεργία που δεν φαίνεται στις στατιστικές

Οι πιέσεις στη βιομηχανία αρχίζουν να εμφανίζονται και στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με την Ένωση Τούρκων Εξαγωγέων, στον μεταποιητικό τομέα χάθηκαν μέσα σε τρία χρόνια περίπου 560.000 θέσεις εργασίας. Το επίσημο ποσοστό ανεργίας, που βρίσκεται στο 8,2%, παρουσιάζει μια σχετικά ήπια εικόνα. Όμως η ευρύτερη εικόνα είναι διαφορετική.

Ο δείκτης υποαπασχόλησης, ο οποίος περιλαμβάνει όχι μόνο τους ανέργους αλλά και όσους εργάζονται λιγότερο από όσο θα ήθελαν ή έχουν εγκαταλείψει την ενεργή αναζήτηση εργασίας, φτάνει το 31%. Το ποσοστό αυτό βρίσκεται σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, που ήταν περίπου 25%. Ο αριθμός των απασχολούμενων αυξήθηκε μέσα σε έναν χρόνο μόλις κατά 39.000 άτομα, παρά την αύξηση του πληθυσμού. Ταυτόχρονα μειώθηκε η συμμετοχή στην αγορά εργασίας.

Η Τουρκία αντιμετωπίζει επομένως όχι μόνο ένα κλασικό πρόβλημα ανεργίας, αλλά και ένα πρόβλημα “σιωπηλής αποχώρησης”: Άνθρωποι εγκαταλείπουν την αναζήτηση εργασίας, εργάζονται λιγότερο από όσο επιθυμούν ή εξαφανίζονται από τις επίσημες μετρήσεις.

Υπό πίεση το παραγωγικό μοντέλο – Η αυτοκινητοβιομηχανία

Οι πιέσεις στο παραγωγικό μοντέλο της Τουρκίας είναι ιδιαίτερα εμφανείς στην αυτοκινητοβιομηχανία, έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγικούς κλάδους της χώρας. Ο σουηδικός προμηθευτής της αυτοκινητοβιομηχανίας Autoliv έχει ανακοινώσει ότι σχεδιάζει να σταματήσει πλήρως την παραγωγή του στην Τουρκία, έως το πρώτο εξάμηνο του 2028 και να μεταφέρει τη δραστηριότητα σε άλλες εγκαταστάσεις στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Η απόφαση αφορά περίπου 2.200 εργαζόμενους.

Την ίδια στιγμή, η νέα βιομηχανική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιουργεί πρόσθετες προκλήσεις για την τουρκική αυτοκινητοβιομηχανία. Η Τουρκία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παραγωγούς οχημάτων στην ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας, ιδιαίτερα στα ελαφρά επαγγελματικά οχήματα και τα λεωφορεία. Ο κλάδος απασχολεί άμεσα περίπου 250.000 εργαζόμενους και συνολικά συνδέεται με περισσότερες από 550.000 θέσεις εργασίας.

Οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας προειδοποιούν ότι οι αλλαγές στους ευρωπαϊκούς κανόνες προέλευσης και στα προγράμματα ενίσχυσης μπορεί να επηρεάσουν τις μελλοντικές επενδύσεις. Τα τουρκικά εξαρτήματα μπορούν να συνεχίσουν να έχουν σημαντικό ρόλο, εφόσον ενσωματώνονται σε οχήματα που συναρμολογούνται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όμως τα οχήματα που ολοκληρώνονται στην Τουρκία ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δυσκολότερους όρους σε ορισμένα ευρωπαϊκά προγράμματα στήριξης και κρατικών προμηθειών. Ο κίνδυνος είναι η Τουρκία να μετατραπεί σε μια παραγωγική βάση χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας: ένα σημαντικό κομμάτι της εφοδιαστικής αλυσίδας, αλλά όχι απαραίτητα κέντρο υψηλής βιομηχανικής αξίας.

Η αμυντική βιομηχανία αποτελεί εξαίρεση

Η εικόνα δεν είναι αρνητική σε όλους τους τομείς. Η αμυντική και αεροδιαστημική βιομηχανία αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση. Οι εξαγωγές του κλάδου αυξήθηκαν σημαντικά το 2025, ξεπερνώντας τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Τουρκία έχει καταφέρει να ενισχύσει τη θέση της στις διεθνείς αγορές με drones, συστήματα άμυνας, πυραυλικά συστήματα και άλλες τεχνολογίες.

Ο συγκεκριμένος κλάδος αναπτύσσεται, προσφέρει υψηλότερες αμοιβές και προσελκύει εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Όμως αποτελεί εξαίρεση ακριβώς επειδή λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες. Τα κράτη δεν αγοράζουν αμυντικά συστήματα μόνο με βάση την τιμή.

Η στρατηγική σημασία, η πολιτική σχέση, η τεχνολογική ανεξαρτησία και η ταχύτητα παράδοσης έχουν συχνά μεγαλύτερη βαρύτητα από το κόστος. Αντίθετα, στους κλάδους όπως η κλωστοϋφαντουργία, οι οικιακές συσκευές, τα έπιπλα, τα τυποποιημένα μηχανήματα και πολλά εξαρτήματα αυτοκινήτων, η τιμή παραμένει καθοριστικός παράγοντας.

Εκεί η ισχυρή λίρα λειτουργεί σαν ένας αργός φόρος πάνω στην ανταγωνιστικότητα. Έτσι διαμορφώνεται μια νέα αντίφαση στην τουρκική οικονομία: Η Τουρκία μπορεί να εξάγει ολοένα πιο επιτυχημένα drones και αμυντική τεχνολογία, ενώ ταυτόχρονα παραδοσιακοί βιομηχανικοί κλάδοι χάνουν έδαφος.

Ο Σιμσέκ χρειάζεται χρόνο, ο Ερντογάν ανάπτυξη

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και πολιτικό. Το μοντέλο της αυστηρής οικονομικής προσαρμογής δύσκολα μπορεί να διατηρηθεί χωρίς κοινωνικό κόστος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η προεκλογική περίοδος μπορεί τυπικά να απέχει, όμως οι πολιτικές πιέσεις έχουν ήδη ξεκινήσει.

Στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος (AKP), βουλευτές έχουν μεταφέρει στον Σιμσέκ τα παράπονα των ψηφοφόρων για το κόστος ζωής, τα υψηλά ενοίκια και τις χαμηλές συντάξεις. Η κατώτατη σύνταξη βρίσκεται στις 20.000 λίρες, ενώ το όριο φτώχειας για μια 4μελή οικογένεια υπολογίζεται περίπου στις 35.000 λίρες.

Η κυβέρνηση αναζητά τρόπους στήριξης των νοικοκυριών, όμως τα περιθώρια δημοσιονομικής χαλάρωσης είναι περιορισμένα. Ο προϋπολογισμός εμφανίζεται βελτιωμένος σε σχέση με το παρελθόν, αλλά η δυνατότητα για μεγάλες παρεμβάσεις περιορίζεται από την ανάγκη να συνεχιστεί η μάχη κατά του πληθωρισμού.

Η κυβέρνηση βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση: Πρέπει να ανακουφίσει τα νοικοκυριά χωρίς να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό. Πρέπει να στηρίξει τη βιομηχανία, χωρίς να εγκαταλείψει την περιοριστική νομισματική πολιτική. Πρέπει να δημιουργήσει ανάπτυξη, χωρίς να διακινδυνεύσει τη σταθερότητα που μόλις άρχισε να αποκαθίσταται. Με μια βιομηχανία που βρίσκεται σε επιβράδυνση, με απώλειες θέσεων εργασίας και με τον πληθωρισμό ακόμη πάνω από 30%, η δημιουργία μιας νέας αφήγησης οικονομικής επιτυχίας αποτελεί δύσκολη αποστολή.

Ο Σιμσέκ ήταν ο άνθρωπος που χρειαζόταν η Τουρκία για να απομακρυνθεί από μια περίοδο οικονομικής αβεβαιότητας. Όμως η σταθεροποίηση είναι μόνο το πρώτο βήμα. Το επόμενο και δυσκολότερο ερώτημα είναι αν η Τουρκία μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα βασίζεται όχι μόνο στη φθηνή εργασία και στη χαμηλή ισοτιμία, αλλά στην τεχνολογία, την παραγωγικότητα και τις επενδύσεις.

Το παράδοξο συνοψίζεται σε μία φράση: Ο Σιμσέκ χρειάζεται χρόνο. Ο Ερντογάν χρειάζεται ανάπτυξη. Και η τουρκική οικονομία χρειάζεται και τα δύο.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx