Από τον Καραμανλή στον Ανδρέα και από τον Ανδρέα στον Τσίπρα

Δημήτρης Χρήστου
836
Από τον Καραμανλή στον Ανδρέα και από τον Ανδρέα στον Τσίπρα, Δημήτρης Χρήστου

Η συμφωνία ή άλλως το προσύμφωνο για τη ρύθμιση των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, χαρακτηρίστηκε ιστορικής σημασίας. Ένας ιστορικός συμβιβασμός με ισχυρό συμβολισμό, όπως κάποιοι εύστοχα χαρακτήρισαν το κοινό ανακοινωθέν Πρωθυπουργού και Αρχιεπισκόπου. Διότι περί συμβιβασμού με ιστορική σημασία πρόκειται. Και πολιτική χωρίς συμβιβασμούς, δεν υπάρχει στην επίγεια ζωή. Οι εκκρεμότητες Πολιτείας – Εκκλησίας έρχονται από πολύ μακριά. Ειδικά σε ότι έχει να κάνει με την διασύνδεση της μισθοδοσίας των κληρικών με την εκκλησιαστική περιουσία, οδηγούμαστε δύο αιώνες πίσω, στις διακηρύξεις των Επαναστατικών Εθνοσυνελεύσεων των Αντιπροσώπων του Ελληνικού Λαού, του 1822 και του 1829.

Στην πραγματικότητα, στο ΙΑ΄ Ψήφισμα της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης (1829), ορίζεται ότι το Κράτος θα αναλάβει την εκκλησιαστική περιουσία, και από τα έσοδα αυτής της περιουσίας θα διατίθενται ποσά «εις βελτίωσιν του Ιερατείου» και για την εκπαίδευση των νέων. Αυτή η διατύπωση «εις βελτίωσιν του Ιερατείου», το οποίο τότε ήταν άμισθο, αποτέλεσε και την βάση για την ανάληψη της μισθοδοσίας των κληρικών από το κράτος.

Ανέλαβε ποτέ το κράτος τη διαχείριση του συνόλου της εκκλησιαστικής περιουσίας; Αυτό επιχειρείται σήμερα με κοινό σχήμα πολιτείας – εκκλησίας. Και αν από τη συγκεκριμένη διαχείριση, προκύψουν έσοδα που μπορούν να καλύψουν τις λειτουργικές ανάγκες της εκκλησίας, τότε η εφάπαξ κάθε χρόνο κρατική χρηματοδότηση μπορεί να βαίνει μειούμενη.
Η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της Ευρώπης που δεν έχει γίνει ο διαχωρισμός. Και αυτό, αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί, το τόλμησε με υπομονή ο Αλέξης Τσίπρας σε συνεργασία με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο.

Οι δύο πρώτες απόπειρες

Πριν τον Αλέξη Τσίπρα, είχαμε άλλες δύο απόπειρες να ρυθμιστούν οι εκκρεμότητες. Η πρώτη αφορά την απόπειρα του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1976. «Μακαριότατε, νομίζω πως ήρθε η ώρα να χωρίσουμε τα τσανάκια μας», είπε στον τότε αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, για να πάρει την απάντηση: «Πρόεδρε, το δικό σου μαγαζί να κοιτάξεις, εκεί είναι το πρόβλημα, το δικό μου είναι γωνία, όποτε θες, έλα να τα χωρίσουμε».

Η δεύτερη απόπειρα έγινε από τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1983 με το τότε υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων Αντώνη Τρίτση. Οι ιεράρχες αντέδρασαν και απείλησαν με όπλο το πολιτικό κόστος. Ο Ανδρέας έκανε πίσω. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης αιφνιδιάστηκαν. Δεν τόλμησαν όμως να χειριστούν το θέμα με το τρόπο που επέλεξαν να κάνουν για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Ίσως γιατί μπορεί να πιέσουν τους πρόθυμους ιερείς να βγουν μπροστά για να πλήξουν την κυβέρνηση και εκείνοι, να εισπράξουν τους πιθανούς ψήφους δυσαρέσκειας.

Και τι λένε οι ιερείς που πρωτομίλησαν; Ο αντιπρόεδρος του Ιερού Συνδέσμου Κληρικών, πατήρ Γεώργιος Βαμβακίδης, τόνισε με έμφαση ότι οι κληρικοί ζητούν να μείνει ως έχει η μισθοδοσία του ιερού κλήρου και αναρωτήθηκε «ποιος φορέας της Πολιτείας θα εξασφαλίσει για εμάς τη σύνταξη και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη».

Λειτούργημα ή επάγγελμα;

Μπορεί όμως ένας αφοσιωμένος ιερέας να προτάσσει το θέμα της δημοσιοϋπαλληλίας που αφορά μόνο το μισθό, όταν πολύ περισσότερο από τη συμφωνία, προκύπτει εγγύηση και προοπτική το κοινό σχήμα αξιοποίησης της εκκλησιαστικής περιουσίας να υπερκαλύψει τις οικονομικές ανάγκες των ιερέων; Τους είναι αδιάφορο ότι θα προκύψουν 10.000 νέες θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα;

Και όλα αυτά μάλιστα σε μια εποχή που εκατομμύρια πολίτες βγήκαν βασανισμένοι και πληγωμένοι από την άγρια ύφεση των μνημονίων; Πόσους μπορεί να πείσει ο σκοταδιστής, κήρυκας του μίσους, μητροπολίτης Καλαβρύτων και οι παρόμοιοι συνάδελφοί του, με τις κατάρες του; Πως μπορεί κάθε καλοπροαίρετος χριστιανός να μην ανατριχιάζει με δηλώσεις, ότι ο θεός για να τιμωρήσει τον Τσίπρα έκαψε 100 χριστιανούς στο Μάτι;

Ας σκεφτούν λοιπόν όλοι προσεκτικά πριν βγουν στους δρόμους. Ας σκεφτούν οι διαμαρτυρόμενοι ιερείς τα βάσανα του ελληνικού λαού που βίωσε ζωή χωρίς εργασία και αρρώστιες χωρίς φάρμακα. Ας σκεφτούν όσοι μας διδάσκουν την αγάπη προς τον πλησίον μας και τη δωρεά του ενός χιτώνα, αν έχουμε δύο σε όποιον τον έχει ανάγκη, αν αυτό που κάνουν είναι επάγγελμα ή λειτούργημα για το θέλημα του Θεού στον οποίο πιστεύουν.
Και ας προσέξουν καλά, διότι όλοι οι έλληνες πολίτες λίγο ως πολύ γνωρίζουν πόσα χρήματα έχουν ξοδέψει χωρίς να λαμβάνουν αποδείξεις σε θρησκευτικές τελετές, γάμοι, βαφτίσια, μνημόσυνα, αγιασμοί κλπ.

Αν η σεμνότητα και η ταπεινότητα του ιερωμένου καταλήξει σε οργή για τα οικονομικά κεκτημένα, δύσκολα θα βρουν οι διαφωνούντες ιερείς την συμπαράσταση του χριστεπώνυμου πληρώματος, για να μην πως ότι θα προκαλέσουν και οργή για υποκρισία, καθώς από τη συμφωνία προκύπτει πλήρης προστασία της μισθοδοσίας τους αφού αυτό προτάσσουν.