ΑΝΑΛΥΣΗ

Γιατί το ΠΑΣΟΚ έχασε και πάλι την ιστορική ευκαιρία…

Γιατί το ΠΑΣΟΚ έχασε και πάλι την ιστορική ευκαιρία... Σταύρος Λυγερός

Τυπικά, ο λόγος που σήμερα αμφισβητείται ο Ανδρουλάκης είναι το γεγονός ότι ο ίδιος είχε εκ των προτέρων χαρακτηρίσει ήττα, εάν στις ευρωεκλογές το κόμμα του δεν θα περνούσε στη δεύτερη θέση. Η πραγματική αιτία, όμως, είναι ότι το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί την εξαιρετικά ευνοϊκή συγκυρία, για την ακρίβεια την ιστορική ευκαιρία να ξαναγίνει μεγάλο κόμμα, ο αντίπαλος πόλος της ΝΔ στο πολιτικό σύστημα.

Από το 2017 είχα επισημάνει ότι για λόγους που έχουν να κάνουν με τις παγιωμένες ιδεοληψίες του, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ικανός να αφομοιώσει τους κεντροαριστερούς ψηφοφόρους, οι οποίοι τον εκτόξευσαν από το 3-4% στο 36,5% το 2015, με ενδιάμεσο σταθμό το 2012. Οι εν λόγω κεντροαριστεροί ψηφοφόροι εγκατέλειψαν το ΠΑΣΟΚ, λόγω της ταύτισής του με τα Μνημόνια. Το αντιμνημονιακό κύμα εκτόξευσε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, αλλά αυτό ήταν το σχετικά πιο εύκολο. Το δύσκολο –αυτό που απαιτούσε πολιτική σοφία– ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ να αφομοιώσει πολιτικά τους κεντροαριστερούς εκλογικούς πρόσφυγες και έτσι να εδραιωθεί ως ο άλλος πόλος του πολιτικού συστήματος απέναντι στον πόλο της ΝΔ.

Ο Τσίπρας ήθελε να καλύψει με ηγεμονικούς όρους το κενό πολιτικής εκπροσώπησης της Κεντροαριστεράς. Για να το επετύγχανε, όμως, έπρεπε να εκφράσει πολιτικά τις βασικές κοινωνικοοικονομικές ανάγκες και τις εθνικές ανησυχίες των κεντροαριστερών. Σε ό,τι αφορά τις κοινωνικο-οικονομικές ανάγκες η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα ήταν σε γενικές γραμμές να στηρίξει τα φτωχά στρώματα, αφαιμάζοντας τη μεσαία τάξη. Σε ό,τι αφορά τις εθνικές ανησυχίες των κεντροαριστερών ψηφοφόρων, αυτό ήταν αδύνατον λόγω των –περισσότερο ή λιγότερο– εθνομηδενιστικών ιδεολογημάτων που κυριαρχούσαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Συμφωνία των Πρεσπών.

Από το 2019, η Κουμουνδούρου ασκούσε κατά κανόνα ιδεολογικοποιημένη και γι’ αυτό αναποτελεσματική αντιπολίτευση. Οι θέσεις που πήρε σε κρίσιμα ζητήματα, όπως μεταναστευτικό, ελληνογαλλικό σύμφωνο αμυντικής συνδρομής, αμυντικές δαπάνες κ.α., κατέδειξαν την ιδεολογική-πολιτική κυριαρχία του “μικρού ΣΥΡΙΖΑ” επί του “μεγάλου ΣΥΡΙΖΑ”, της Κουμουνδούρου επί των ΠΑΣΟΚογενών. Οι κεντροαριστεροί ψηφοφόροι που πήγαν στο κόμμα του Τσίπρα σαν εκλογικοί πρόσφυγες και το εκτόξευσαν, ελάχιστα επηρέασαν την πολιτική του.

Όσο ασκούσε την εξουσία, το raison d’ etat μετρίαζε τις ιδεοληψίες του ΣΥΡΙΖΑ, επειδή ακριβώς ήταν υποχρεωμένοι να αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα προβλήματα. Και ενώ θα περίμενε κανείς ότι τα πεντέμιση χρόνια που άσκησε την εξουσία θα τον προσγείωναν και θα τον ωρίμαζαν ιδεολογικά-πολιτικά, όταν το καλοκαίρι του 2019 βρέθηκε στην αξιωματική αντιπολίτευση και τα ανώτατα στελέχη του επέστρεψαν στην Κουμουνδούρου, παλινδρόμησαν στα γνωστά ιδεολογικά-πολιτικά καταγωγικά στερεότυπά τους.

Τα όρια του ΣΥΡΙΖΑ

Στην Ελλάδα το δραματικά ζητούμενο είναι η εξάρθρωση του κλεπτοκρατικού συστήματος, ο ριζοσπαστικός εκσυγχρονισμός του κράτους και η παραγωγική ανασυγκρότηση με την αξιοποίηση των πολλών λιμναζουσών αναπτυξιακών δυνατοτήτων. Και βεβαίως, η προάσπιση της εθνικής ασφάλειας απέναντι αφενός στον κλιμακούμενο τουρκικό επεκτατισμό, αφετέρου στην έμμεση, αλλά όχι μικρότερη, απειλή της μαζικής παράνομης μετανάστευσης. Πρόκειται για εθνικού χαρακτήρα προτάγματα.

Ο ιδεολογικός-πολιτικός μεταπρατισμός σύσσωμου του πολιτικού συστήματος, η διαπλοκή με την ολιγαρχία του χρήματος και οι εξαρτήσεις των αρχουσών ελίτ από τους ξένους “προστάτες” δεν αφήνουν, όμως, περιθώρια αισιοδοξίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε τα όριά του, ενώ ο Μητσοτάκης, με επαρχιώτικο φανατισμό, ισορροπεί όλα αυτά τα χρόνια ανάμεσα στις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες του και στον παραδοσιακό “κοτζαμπασιδισμό” του.

Ο Τσίπρας είχε συνειδητοποιήσει ότι το εκλογικό μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ ήταν να “κατακτήσει” τον κεντροαριστερό χώρο. Το επιχείρησε, όμως, αφενός χωρίς τόλμη, αφετέρου με όρους εκλογικής αριθμητικής και όχι πολιτικής άλγεβρας. Προσέλκυσε πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ και επεδίωξε να προσδέσει εκλογικά στον ΣΥΡΙΖΑ τους πασοκογενείς ψηφοφόρους. Δεν έκανε, όμως, τίποτα για να εκμεταλλευτεί την ιστορική ευκαιρία για να τους ενσωματώσει πολιτικά. Κι αυτό το πλήρωσε με την εκλογική κατάρρευση του 2023, αν και τα πρώτα δείγματα είχαν φανεί για τα έμπειρα μάτια από το 2019.

Η χαμένη ευκαιρία του Ανδρουλάκη

Όταν το ΠΑΣΟΚ ξεκίνησε τη διαδικασία εκλογής νέου προέδρου ένα σημαντικό ποσοστό ψηφοφόρων που είχαν εγκαταλείψει το ΠΑΣΟΚ –καταφεύγοντας κυρίως στον ΣΥΡΙΖΑ και δευτερευόντως στη ΝΔ του Μητσοτάκη– βρισκόταν σε κατάσταση εκλογικού μετεωρισμού. Αρκετοί εξ αυτών σκέφτονταν σοβαρά τον εκλογικό “επαναπατρισμό”, να δώσουν μία δεύτερη ευκαιρία στο ΠΑΣΟΚ. Η τάση αυτή, ωστόσο, δεν μετεξελίχθηκε σε ρεύμα, κυρίως επειδή το γκρίζο οργανωτικίστικο απολιτίκ προφίλ του Ανδρουλάκη στάθηκε εμπόδιο.

Ο ίδιος δεν έκανε τίποτα για να εκμεταλλευτεί την ευνοϊκή συγκυρία για να τροφοδοτήσει την πολιτική-εκλογική δυναμική “επαναπατρισμού”. Το να υψώνεις τη σημαία της σοσιαλδημοκρατίας μοιάζει περισσότερο με ιδεολογικοπολιτικό βόλεμα, παρά με τη χάραξη ενός προγραμματικού βηματισμού που να προτείνει εγχώριες λύσεις στα εγχώρια προβλήματα. Αναγκαία συνθήκη για να γίνει το ΠΑΣΟΚ ξανά μεγάλο ήταν να προτείνει στην κοινωνία μία σφαιρική πολιτική επαγγελία για την Ελλάδα. Μόνο έτσι θα έχει την ελπίδα να ιονίσει τις κοινωνικές δυνάμεις που παραμένουν σ’ αυτό τον χώρο και να δημιουργήσει νέα πολιτική-εκλογική δυναμική.

Ουσιαστικά χρειαζόταν να γίνει κάτι ανάλογο που έκανε τη δεκαετία του 1970 ο Ανδρέας, σε άλλες συνθήκες και βεβαίως με νέο τρόπο και σύγχρονο πρόσημο. Ο Ανδρουλάκης, όμως, δεν έκανε ούτε μία καινοτομική πολιτική πρόταση. Για τον λόγο αυτό απέτυχε να ανασυγκροτήσει την Κεντροαριστερά. Στην πολιτική είναι εύκολο να λες γενικότητες, ακόμα και να θέτεις στόχους, αλλά δύσκολο να τους επιτυγχάνεις. Η πολιτική-εκλογική αποδόμηση του ΠΑΣΟΚ προέκυψε από το γεγονός ότι έριξε την Ελλάδα στην αγκαλιά της Τρόικας και γι’ αυτό ευθύνονται και οι δύο τότε αντίπαλοι, Γιώργος Παπανδρέου και Βαγγέλης Βενιζέλος.

Η εκλογική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ το 2023 έδωσε και πάλι ευκαιρία στο ΠΑΣΟΚ να καλύψει το έδαφος που έχασε το κόμμα του Τσίπρα. Αλλά και πάλι ο Ανδρουλάκης και τα στελέχη του δεν μπόρεσαν να την εκμεταλλευτούν. Θα τα κατάφερναν εάν απεγκλωβίζονταν από το απαξιωμένο ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο της εκλογικά συρρικνούμενης ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας: από τον ντροπαλό νεοφιλελευθερισμό, τον δικαιωματισμό, την υποβάθμιση του εθνικού και τις “γονυκλισίες” στο ευρωιερατείο. Στην εποχή του ο Ανδρέας Παπανδρέου εκτόξευσε το ΠΑΣΟΚ εκλογικά και το εδραίωσε ως κόμμα εξουσίας με ιδεολογικοπολιτικό όχημα μία εθνικολαϊκή σύνθεση με αριστερό πρόσημο. Μία άλλη εθνικολαϊκή σύνθεση με δεξιό πρόσημο και χωρίς τις ίδιες προϋποθέσεις σοβαρότητας έχει μετατρέψει την Ελληνική Λύση σε μεσαίο κόμμα, με ανοδική εκλογική δυναμική.

Τι έδειξαν οι ευρωεκλογές

Όπως έδειξε και το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, η μεγάλη φθορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη δεν οδήγησε κατ’ αντιδιαστολή στην ενίσχυση της αντιπολίτευσης. Οι ψηφοφόροι καθήλωσαν και τον ΣΥΡΙΖΑ του Κασσελάκη και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη σε μίζερα ποσοστά, που δεν ανοίγουν πολιτική προοπτική. Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί ο πολιτικός-κοινοβουλευτικός συσχετισμός δυνάμεων, παρά την εκλογική ήττα της ΝΔ δεν υπάρχει αξιωματική αντιπολίτευση, με την έννοια ότι δεν υπάρχει διεκδικητής της εξουσίας.

Το πρόβλημα που έχει προκύψει ωθεί πολλούς στον ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο να ζητούν μία σύγκλιση ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ, με σκοπό τη συγκρότηση μίας μεγάλης κεντροαριστερής παράταξης, ικανής να εκτοπίσει τη ΝΔ του Μητσοτάκη από την εξουσία. Κυκλοφορεί, μάλιστα, η πληροφορία ότι σχετική πρωτοβουλία θα αναλάβουν οι Τσίπρας και Γιώργος Παπανδρέου. Τα δύο αυτά κόμματα, όμως, δεν φαίνεται να έχουν τις πολιτικές-ψυχολογικές προϋποθέσεις για ένα “ελληνικό Επινέ”.

Με άλλα λόγια, δεν φαίνεται ότι πρόκειται να εισέλθουν σε διαδικασία πολιτικής σύγκλισης, με σκοπό την ανασυγκρότηση του κεντροαριστερού χώρου. Ούτε, άλλωστε, υφίσταται ο ιδεολογικός-πολιτικός προσανατολισμός που θα προσέδιδε δυναμική σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα. Το άθροισμα δύο πολιτικών αποτυχιών δεν δημιουργεί μία πολιτική επιτυχία. Πιθανότερο φαίνεται ότι ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ θα αναλωθούν σε έναν μεταξύ τους –μάλλον άγριο– ανταγωνισμό. Εκτός εάν από την τωρινή κρίση ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ προκύψει ένας νέος αρχηγός, ικανός να κάνει τη διαφορά. Προς το παρόν δεν διαφαίνεται ότι υπάρχει τέτοιος, αλλά ισχύει και το “αρχή άνδρα δείκνυσι”…

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι