Μπορεί να διώκεται ποινικά ένας πρώην πρωθυπουργός;

Χάρης Τσιλιώτης
928
Μπορεί να διώκεται ποινικά ένας πρώην πρωθυπουργός;, Χάρης Τσιλιώτης

Η θέση που φέρεται να ειπώθηκε από τον πρωθυπουργό σε συνεργάτες του ότι τους πολιτικούς του αντιπάλους δεν τους στέλνει στα δικαστήρια και ότι «οι πρωθυπουργοί κρίνονται στις κάλπες, στις συνειδήσεις των πολιτών και στις σελίδες της Ιστορίας» είναι μία τοποθέτηση με σημαίνουσα πολιτική και ιστορική βαρύτητα και επιδέχεται πολλών ερμηνειών. Άλλωστε, έντονη είναι η συζήτηση που έχει ξεσπάσει στον τύπο, τις παρατάξεις και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την πολιτική, ηθική και νομική διάσταση αυτής της τοποθέτησης.

Η θέση αυτή θυμίζει ανάλογη δήλωση που φέρεται να είχε κάνει πάλι σε συνεργάτες του ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1989 μετά την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο με πρωτοβουλία του τότε Αρχηγού της ΝΔ και πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ότι «έναν πρώην πρωθυπουργό δεν τον στέλνεις στην φυλακή αλλά στο σπίτι του». Ίσως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής να είχε στο νου του τότε την δική του παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο το 1965 για την υπόθεση «Πεσινέ», η οποία δεν εκδικάσθηκε ποτέ.

Ο Καραμανλής την είχε χαρακτηρίσει τότε πολιτική δίωξη και απόπειρα πολιτικής του εξόντωσης. Πολύ αργότερα, ο σημερινός πρωθυπουργός σε τηλεοπτική του παρουσία σε εκπομπή ιστορικού χαρακτήρα για το σκάνδαλο Κοσκωτά είχε αποστασιοποιηθεί από την τότε πολιτική επιλογή του πατέρα του, δηλώνοντας μάλιστα ότι το θέμα το είχε συζητήσει εντός της οικογένειας και είχε εκφράσει τις επιφυλάξεις του στον πατέρα του. Άρα η τωρινή του θέση ταυτίζεται με την εν γένει πολιτική φιλοσοφία του Κυριάκου Μητσοτάκη, καταδεικνύοντας την πολιτική του συνέπεια.

Το θέμα είναι εάν μία τέτοια στάση κρίνεται σκόπιμη και είναι σύμφωνη με τον πολιτικό και νομικό μας πολιτισμό όταν γύρω μας διεθνώς έχουμε πλείστα όσα παραδείγματα διώξεων πρώην προέδρων και πρωθυπουργών, ορισμένοι εκ των οποίων καταδικάσθηκαν ή και φυλακίστηκαν, ενώ ένας Αμερικανός πρόεδρος αναγκάσθηκε να παραιτηθεί για να μην κατηγορηθεί και ενδεχομένως καταδικασθεί. Το θέμα έχει πολλές διαστάσεις και δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε μονοσήμαντα.

Η οριακά επιτρεπτή απόκλιση του αρθ. 86

Σύμφωνα με την νομική του διάσταση οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και θα πρέπει να υπόκεινται στις επιταγές του ανεξαρτήτως αξιωμάτων, οικονομικής δύναμης ή κοινωνικής καταγωγής. Το γεγονός ότι το Σύνταγμα στο άρθρο 86 προβαίνει σε εξαιρέσεις από αυτόν τον κανόνα θεσπίζοντας ειδική διαδικασία έρευνας, ανάκρισης, δίωξης και εκδίκασης των αδικημάτων που φέρεται να τέλεσαν τα μέλη της κυβέρνησης αποτελεί μία οριακά επιτρεπτή απόκλιση από την αρχή της ισότητας.

Άλλωστε το άρθρο 86 είναι στις αναθεωρητέες διατάξεις ούτως ώστε να περιορισθούν τα προνόμια που έχουν τα πολιτικά πρόσωπα ως προς την ποινική τους μεταχείριση. Εάν την απόκλιση αυτή την επεκτείνουμε και στο ουσιαστικά ποινικό ακαταδίωκτο των πολιτικών προσώπων τότε όχι μόνο καταρρακώνουμε την αρχή της ισότητας αλλά και στέλνουμε λάθος μηνύματα τόσο προς τους πολιτικούς όσο και στους πολίτες.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε και από ηθικής απόψεως. Δεν μπορεί ένας απλός πολίτης να υφίσταται ταλαιπωρία για χρόνια ή να υπόκειται στην σπάθη του νόμου για μία απλή παράβαση και ένας υπουργός ή και ο πρωθυπουργός να μένει στο απυρόβλητο για πολύ πιο σοβαρά αδικήματα.

Όμως, δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε την πολιτική διάσταση της δήλωσης του πρωθυπουργού. Τόσο στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1965 όσο και στην περίπτωση του Ανδρέα το 1989 όσο και σε αυτήν του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1994, οι παραπομπές των πρωθυπουργών συνδέθηκαν δικαίως ή αδίκως με προθέσεις αντεκδίκησης των πολιτικών τους αντιπάλων. Το αυτό συνέβη τηρουμένων των αναλογιών και με την σύσταση ειδικής προανακριτικής επιτροπής για τους πρώην πρωθυπουργούς Αντώνη Σαμαρά και Παναγιώτη Πικραμένο, ασχέτως του εάν αυτές οι υποθέσεις δεν προχώρησαν.

Για τον λόγο αυτόν, ο γράφων έχει υποστηρίξει ότι το θέμα της ποινικής δίωξης των πολιτικών προσώπων δεν θα έπρεπε να είναι αρμοδιότητα της Βουλής αλλά της τακτικής Δικαιοσύνης, όπως ισχύει για την αστική τους ευθύνη, έστω και με κάποιας μορφής ειδική δωσιδικία. Δεν θα έπρεπε η έρευνα, ανάκριση και ποινική δίωξη πολιτικών προσώπων να ενέχει τα στοιχεία της πολιτικής αντεκδίκησης ή να αφήνεται να περιρρέει μία τέτοια υποψία.

Δεδομένου όμως ότι το ισχύον σύστημα που προβλέπει το άρθρο 86 δίνει (ακόμα) την σχετική αρμοδιότητα στην Βουλή, είναι πιθανό να δημιουργείται η εντύπωση ότι οποιαδήποτε δίωξη όχι μόνο πρώην πρωθυπουργού αλλά και πρώην υπουργού της εκάστοτε προηγούμενης Κυβέρνησης ενέχει στοιχεία πολιτικής δίωξης για την άντληση μικροκομματικών ωφελειών.

Ρυθμίσεις μόνο για πολιτικούς αντιπάλους

Η καχυποψία αυτή μπορεί να πυροδοτήσει το πολιτικό κλίμα και έτσι η πολιτική ζωή του τόπου να σέρνεται επί μακρόν και να περισπάται από άλλα μείζονα ζητήματα που αφορούν την οικονομική ανάπτυξη, την εθνική ασφάλεια και την κοινωνική συνοχή της χώρας. Για ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για την αρχή της ισότητας και ισονομίας και το ότι τα πολιτικά πρόσωπα δεν πρέπει να είναι νομικά και ηθικά υπεράνω των νόμων ισχύουν μόνο για τους πολιτικούς τους αντιπάλους.

Όταν θίγεται όμως ο ηγέτης ή και σημαίνον στέλεχος του δικού τους κόμματος είναι έτοιμοι να γίνουν ασπίδα προστασίας του. Έτσι έγινε το 1991-1992 με τον Ανδρέα Παπανδρέου και την δίκη Κοσκωτά έτσι έγινε και το 1994 με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Κάπως έτσι θα γινόταν ενδεχομένως εάν παραπεμπόταν και ο Αντώνης Σαμαράς το 2018.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι πρώην πρωθυπουργοί θα πρέπει να παραμένουν άνευ ετέρου στο απυρόβλητο. Πράγματι ένας πολιτικός και κυρίως ένας ηγέτης κρίνεται πρωτίστως από τον λαό στις εκλογές και από την ιστορία. Αυτό όμως αφορά την πολιτική του ευθύνη. Η ποινική ευθύνη είναι κάτι άλλο. Αυτή δεν αναιρείται από την πολιτική του ευθύνη έναντι του λαού και της ιστορίας.

Για να μην υποκατασταθεί όμως η ποινική ευθύνη από την πολιτική, αυτή θα πρέπει να ερευνάται είτε διά της προανακρίσεως είτε διά της παραπομπής σε δίκη όταν τα στοιχεία είναι τέτοιου βαθμού που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν σοβαρά ή εν πάση περιπτώσει εάν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα.

Δεν συνεπάγεται ποινική ευθύνη

Παραπομπή, δίκη ή ακόμα περισσότερο και καταδίκη δεν μπορεί να γίνει ούτε με λογικούς συνειρμούς ούτε με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Ούτε και με την λογική ότι αφού υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά. Αυτά αφορούν την πολιτική ευθύνη των πολιτικών προσώπων. Στο πλαίσιο αυτό σαφώς υπάρχει πολιτική ευθύνη του πρωθυπουργού για τυχόν έκνομες ενέργειες των υπουργών του, εφόσον αυτός τους επιλέγει ή αυτός τους διατηρεί στην θέση τους ενώ μπορεί να τους παύσει.

Αυτό όμως δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην και ποινική ευθύνη, υπό την έννοια ότι αφού τον διατηρούσε στην θέση του, πάει να πει ότι τον χειραγωγούσε και τον κατηύθυνε, όπως αποδίδεται στον πρώην πρωθυπουργό και αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην υπόθεση NOVARTIS. Δεν αποκλείεται να είναι έτσι τα πράγματα, αλλά αυτό πρέπει να αποδειχθεί με στοιχεία και όχι με συνειρμούς.

Οι απόψεις του πρωθυπουργού μάλλον αφορούν την πρόθεσή του να διαφοροποιηθεί από την πρακτική των αντιπάλων του κατά το σκάνδαλο NOVARTIS, όταν προσπάθησαν να σπιλώσουν και να εκθέσουν 10 πολιτικούς τους αντιπάλους για να αντλήσουν κομματικά οφέλη, όταν έβλεπαν ότι οι δημοσκοπήσεις δεν τους βγαίνουν. Δεν θα πρέπει να αποδώσουμε σε αυτές την αντίληψη περί a priori ακαταδιώκτου των πολιτικών του αντιπάλων.

Η διαφαινόμενη σύσταση της ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής προκαταρκτικής έρευνας για τον πρώην υπουργό των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ Παπαγγελόπουλο και η επισήμανση ότι εάν ανακύψουν τυχόν ποινικές ευθύνες και για άλλα πρόσωπα αυτές θα διερευνηθούν, νομίζω ότι συντείνει σε αυτό το συμπέρασμα.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.