Ο Μητσοτάκης “δίδαξε” την κοινωνία σκάνδαλα και διαφθορά
12/06/2026
Τα σκάνδαλα μέρα με τη μέρα συσσωρεύονται και αποτελούν πλέον μία τραγική καθημερινότητα σε όλα τα επίπεδα στη χώρα. Πολλοί βγαίνουν τώρα και λένε για το πρόσφατο σκάνδαλο, “ε… βέβαια φαινότανε, ακριβό τζιπ, καλή ζωή κλπ”. Άλλοι ως συνήθως “πέφτουν από τα σύννεφα”. Σημασία όμως δεν έχει τι λέει ή τι νιώθει ο κάθε πολίτης που δεν έχει ελεγκτική αρμοδιότητα, αλλά τι κάνουν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της Πολιτείας. Θα πει κανείς “μα να τα βγάζει τα σκάνδαλα, τι άλλο να κάνει”. Είναι έτσι όμως;
Σύμφωνα με ερευνητικά στατιστικά δεδομένα μόνο ένας μικρός αριθμός διαφθοράς φτάνει να διερευνάται από τους θεσμούς της Πολιτείας. Άρα, για να αποκαλύπτονται τόσα πολλά σκάνδαλα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, μπορεί να καταλάβει κανείς πόσα περισσότερα γίνονται, στη λεγόμενη “σκοτεινή ή μη καταγεγραμμένη διαφθορά και εγκληματικότητα”, τα οποία δεν βλέπουν ποτέ το φως της δημοσιότητας
Αν λάβουμε υπόψη δε τις διεθνείς αναφορές για την κατάσταση που βρίσκεται η χώρα σε επίπεδο ελέγχου, θεσμικής λογοδοσίας, ταχύτητας απονομής δικαιοσύνης, διαφάνειας στη δημόσια διοίκηση, πελατειακών δικτύων και σύγκρουσης συμφερόντων, δεν κάνει καμία εντύπωση η συχνότητα των περιστατικών.
Κάποιοι αντικειμενικοί δείκτες που δείχνουν την κατάσταση που βρίσκεται η Ελλάδα στα προαναφερόμενα πεδία, θα έπρεπε κάποια στιγμή να ανησυχήσουν τους ιθύνοντες αλλά και το σύνολο του πολιτικού συστήματος:
- Στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας η Ελλάδα παραμένει πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο των δυτικοευρωπαϊκών χωρών,
- Ο Δείκτης Κράτους Δικαίου του World Justice Project καταγράφει τεράστιες αδυναμίες και καθυστερήσεις σε τομείς όπως ο έλεγχος της κυβερνητικής εξουσίας, η διαφάνεια και η διαφθορά.
- Οι ετήσιες εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου συνεχίζουν να εξετάζουν ζητήματα που αφορούν τη δικαιοσύνη, την καταπολέμηση της διαφθοράς, την ελευθερία των ΜΜΕ και τους μηχανισμούς ελέγχου.
Συνεπώς όταν συσσωρεύονται υποθέσεις όπως, οι παρακολουθήσεις, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, οι πολεοδομίες, η συγκάλυψη της τραγωδίας των Τεμπών, οι απευθείας αναθέσεις, τα ζητήματα διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση και τοπική αυτοδιοίκηση, τα κυκλώματα σε εφορίες ή άλλες μεγάλες υποθέσεις, (ελληνοποιήσεις, ταξιδιωτικά έγγραφα) οι πολίτες δεν βλέπουν πλέον κάποια μεμονωμένα περιστατικά, αλλά στην καλύτερη περίπτωση βαθύτερες θεσμικές αδυναμίες.
Το ερώτημα όμως που ανακύπτει είναι, αν πρόκειται μόνο για θεσμικές αδυναμίες ή αν η πλήρης απουσία διαφάνειας, λογοδοσίας και ελέγχου από την πλευρά της Πολιτείας, είναι μία στρατηγική επιλογή για να υπάρχει πεδίο ελεύθερο σε όσους συνδέονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με το σημερινό καθεστώς και εκμεταλλεύονται την κυριαρχούσα ασυδοσία για ίδιον όφελος.
Πρόβλημα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς
Αυτό προφανώς είναι ζήτημα της δικαιοσύνης αλλά και των πολιτών οι οποίοι καλούνται να κρίνουν αν αυτά τα επαναλαμβανόμενα σκάνδαλα μπορούν να αποτελέσουν μια αποδεκτή πραγματικότητα για την κοινωνία που μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Ειδικά για το ζήτημα των ΟΤΑ, ένας θεσμός που θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να συμβάλει στον έλεγχο και τη λογοδοσία, είναι αυτός του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης, ο οποίος ακόμα, παρά την προ εικοσαετίας περίπου θεσμοθέτησή του, παλινωδεί ανάμεσα στις συνεχείς τροποποιήσεις του πλαισίου, αλλά και των δυσκολιών στην επιλογή, λόγω της έλλειψης αντικειμενικών και μετρήσιμων κριτηρίων, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν καταλυτικά για την αναζήτηση των αναγκαίων πλειοψηφιών με αξιοκρατικά κριτήρια.
Η έλλειψη αξιοκρατίας και ισονομίας άλλωστε είναι αυτή που έχει οδηγήσει σε αποδοχή των παθογενειών και σε έναν εθισμό στα σκάνδαλα και τη διαφθορά ως τρόπο λειτουργίας στην Ελλάδα, κάτι που η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Laura Kövesi, πρόσφατα απέρριψε σαν λογική, ότι “έτσι γίνονται τα πράγματα” και επισήμανε ότι το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε για όλα αυτά είναι «τι συνέβη πραγματικά και ποιος ευθύνεται». Να αναζητήσουμε δηλαδή τις ευθύνες σε πρόσωπα και να τις καταλογίσουμε ανάλογα κι όχι να αρχειοθετούμε μη βολικές υποθέσεις.
Συμπερασματικά, η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς κάτι που αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για κάθε δημοκρατία και οι κυβερνώντες δεν έχουν κάνει απολύτως τίποτα για να μπει ένα τέλος σε όλη αυτή τη δυσώδη κατάσταση, αφού όπως είπε κι ένας κορυφαίος υπουργός “έχουμε την πλειοψηφία, άρα κρίνουμε ότι δεν υπάρχει ευθύνη”. Η δικαιοσύνη όμως δεν είναι θέμα πλειοψηφιών, είναι ζήτημα νομικού συστήματος και πολιτισμού που στηρίζεται απολύτως στις αρχές της Ισότητας και της Νομιμότητας.
Αυτές είναι οι αρχές που θα πρέπει ο πολιτικός κόσμος να έχει υπόψη του κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά και όταν λειτουργεί στα πλαίσια της νομοθετικής του εξουσίας, σαν “προανακριτικός θεσμός”.





