Ουδείς αναμάρτητος, αλλά δεν έχουν όλοι τις ίδιες αμαρτίες

Σταύρος Λυγερός
2135
Ουδείς αναμάρτητος, αλλά δεν έχουν όλοι τις ίδιες αμαρτίες, Σταύρος Λυγερός

Μπορεί να πλησιάζουμε προς την έξοδο από τα Μνημόνια, αλλά η πίεση που υφίστανται τα νοικοκυριά στην προσπάθειά τους να τα βγάλουν πέρα παραμένει ασφυκτική και με την επικείμενη μείωση των συντάξεων και αργότερα του αφορολόγητου, αναμένεται να οξυνθεί. Είναι πλέον πολλά τα χρόνια που οι Έλληνες ζουν με αυτή τη γνωστή πικρή γεύση στο στόμα.

Η κρίση έχει περισσότερο ή λιγότερο ανατρέψει τις σταθερές του βίου της «μικρομεσαίας θάλασσας», εξωθώντας τους πολίτες να παλινδρομούν ανάμεσα στις παραδοσιακές ή νέες κομματικές προτιμήσεις τους και σε μία σχεδόν ισοπεδωτική άρνηση της πολιτικής και των προσώπων που την ενσαρκώνουν. Το αντιφατικό αυτό φαινόμενο δεν είναι πρωτοφανές. Προϋπήρχε των μνημονίων, αλλά στην εποχή της κρίσης έχει προσλάβει μεγαλύτερες διαστάσεις.

Ουδείς αναμάρτητος στον δημόσιο βίο, αλλά δεν έχουν όλοι τις ίδιες αμαρτίες. Η εξίσωση πταισμάτων και κακουργημάτων βολεύει πολύ όσους έχουν διαπράξει τα κακουργήματα, επειδή δημιουργεί σύγχυση και διαχέει τη λάθος εντύπωση ότι είναι όλοι ίδιοι. Αυτό ισχύει ανεξαρτήτως ιδεολογικής, πολιτικής και κομματικής ταυτότητας. Όσο κι αν είναι δικαιολογημένη η καχυποψία και η οργή των πολιτών, είναι ζωτικής σημασίας η κοινωνία να αντισταθεί, να μην διολισθήσει στο ανθρωποφαγικό παιχνίδι εντυπώσεων.

Η ανταλλαγή κομματικών πυρών τροφοδοτεί το παιχνίδι της πολιτικής πόλωσης και του διχασμού των Ελλήνων, που βολεύουν κυρίως τους πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής. Είναι κυρίως αυτοί που θέλουν να μετατρέψουν τους πολίτες σε οπαδούς. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουν χώρα και οι εκατέρωθεν αλληλοκατηγορίες με βαριές κουβέντες, οι οποίες ελάχιστη σχέση έχουν με την επιβεβλημένη τεκμηριωμένη πολιτική κριτική.

Στις περιπτώσεις που καταγγέλλονται δημόσια πρόσωπα για οποιουδήποτε είδους σκάνδαλα, είναι επιβεβλημένη η εξονυχιστική έρευνα, χωρίς τα κόμματα να λειτουργούν σαν ασπίδες προστασίας για τα καταγγελλόμενα στελέχη τους. Έρευνα, ωστόσο, δεν σημαίνει ενοχή. Εάν δεν κάνουμε ξεκάθαρο αυτό τον διαχωρισμό ο επιβεβλημένος έλεγχος εκφυλίζεται σε επικοινωνιακό λιντσάρισμα και μάλιστα όχι υποχρεωτικά ενόχων.

Ας μην ξεχνάμε ότι τα ΜΜΕ, που πρωτοστατούν στη στοχοποίηση και στην καταγγελία, ελέγχονται από «βαρόνους» που έχουν δικά τους συμφέροντα και δικές τους σκοπιμότητες. Αυτοί, λοιπόν, μπορούν να καλλιεργήσουν αρνητικό κλίμα στην κοινή γνώμη για όποια πρόσωπα οι ίδιοι επιλέγουν.

Θα ήταν ολέθριο για το Κράτος Δικαίου, όμως, εάν, οι ελεγκτικές αρχές και η Δικαιοσύνη παρασύρονται από το κλίμα που κάθε φορά διαμορφώνουν τα ΜΜΕ. Εάν, δηλαδή, ασχολούνται μόνο με τα αμαρτήματα που υποδεικνύονται από τους προβολείς της δημοσιότητας ή από κυβερνητικούς παράγοντες κι όχι και για τα αμαρτήματα που αποκαλύπτει η θεσμική έρευνα.

Αυτά τα γενικά για τις ειδικές καταστάσεις που βιώνουμε εδώ και πολλά-πολλά χρόνια.