Χωρίς μπαλκόνι

Αργυρώ Πιπίνη
3

της Αργυρώς Πιπίνη  – 

Δεν είχε μπαλκόνι. Δεύτερος και να μην έχει μπαλκόνι; Ένα μικρό έστω, να βγαίνει και να χαιρετάει τους απέναντι. Ένα μικρό, δύο επί δύο, να χωράει μια καρέκλα, μια γλάστρα κι έναν ορίζοντα.

Το έκλεισε, όμως, τι να ’κανε; Ήταν φτηνό, ήταν κοντά στο σπίτι της Μαρίας, είχε και μια κουζίνα ηλεκτρική. Αλλά δεν είχε μπαλκόνι. Εκεί θα ήταν καλύτερα απ’ το σπίτι της Μαρίας. Ούτε συζήτηση. Θα έκοβε από δω, θα μάζευε από κει και θα τα κατάφερνε. Ο Θύμιος δεν ήθελε να τον αφήσει να μείνει μόνος του σε νοικιασμένο σπίτι. Αλλά το παλιό τους σπίτι το ήθελε ο Θύμιος. Μετά τον θάνατο της μάνας του μετακόμισε εκεί χωρίς πολλά πολλά.

Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά. Πιο πολύ καλοκαίρι παρά άνοιξη. Πώς θα πέρναγε το καλοκαίρι χωρίς μπαλκόνι; Ονειρευόταν ένα λάστιχο: να ρίχνει νερά, να πιτσιλάει τα κάγκελα, να πλένει τα παντζούρια, να ποτίζει τα φυτά. Η κυρα-Ανθούλα είχε μεγάλη αγάπη στα λουλούδια. Τα φύτευε, τα φρόντιζε, τα χάιδευε, τους μίλαγε, τα μεγάλωνε. Γι’ αυτό και την έπνιξαν στα λουλούδια. Μόνο τα χέρια και το πρόσωπο άφησαν ακάλυπτα. Έσκυψε να τη φιλήσει, να την αποχαιρετήσει και ζαλίστηκε απ’ τη μυρωδιά.

Μόνο δυο στάσεις μέχρι το σπίτι της Μαρίας αλλά πήρε λεωφορείο. Μπήκε μέσα κι άρχισε να μετράει δυστυχίες. Το μπανταρισμένο χέρι τον πόναγε. Tο προστάτευε σαν χτυπημένη φτερούγα πουλιού. Μην τον σπρώξουν, μην τον σκουντήσουν. Ν’ άδειαζε καμιά θέση, να καθόταν. Άχρηστη η νοσοκόμα. Τον κατατρύπησε μέχρι να βρει φλέβα. Έσφιγγε τη γροθιά, την ξανάσφιγγε. Με την τέταρτη προσπάθεια τα κατάφερε. Του μίλαγε σαν να ήταν πεντάχρονο. Περάστε μεθαύριο για τ’ αποτελέσματα.

Βιαζόταν να πάει στο δικό του σπίτι, να βγαίνει όποτε ήθελε, να κοιμάται όποτε ήθελε, να ξυπνάει, να κάνει ό,τι νομίζει. Ήταν ηλιόλουστο κι ας μην είχε μπαλκόνι. Βάρος ήταν στη Μαρία, στα παιδιά, ντρεπόταν να κοιμάται στο βιβλιοθηκάκι.

Μόλις κατέβηκε απ’ το λεωφορείο ζαλίστηκε. Σαν να κυμάτιζε η άσφαλτος, σαν κάποιος να χαμήλωσε τον ήχο. Του φάνηκε ότι ο δρόμος έγινε πιο φαρδύς. Κουράστηκε μέχρι να φτάσει στο πάρκο, στο παγκάκι. Έβγαλε το μαντήλι και σκούπισε το μέτωπό του. Σήκωσε τα κεφάλι και κοίταξε τα σκόρπια σύννεφα. Και τότε άκουσε τη φωνή της. Γύρισε αμέσως. Καθόταν δίπλα του στο παγκάκι. Φόραγε το ταγέρ που της είχαν βάλει πριν την ξαπλώσουν στην κάσα. Αλλά το πρόσωπο ήταν νέο, κορίτσι ακόμα. Και είχε τα μαλλιά ξέπλεκα, όπως παλιά. Χρυσά και δαχτυλίδια. Δεν ήταν πρόσωπο της σκιάς και του ονείρου, ζωντανή ήταν. «Εδώ είμαι. Έλα, σε περιμένω» του είπε. Χαμογέλασε, άπλωσε το χέρι να τη χαϊδέψει και έγειρε με κλειστά τα μάτια.

Σ’ αυτή τη θέση τον βρήκαν, χαμογελαστό και με το χέρι απλωμένο, την ώρα που η μέρα έσβηνε.