Έχει να πει το νέο ρεύμα του ελληνικού σινεμά

Δημήτρης Μπούρας
14

Γράφει ο Δημήτρης Μπούρας  – 

Η περυσινή βράβευση του Γιώργου Λάνθιμου και του Ευθύμη Φιλίππου στις Κάννες για το σενάριο της τελευταίας ταινίας τους, «Τhe Killing of Sacred Deer», ξένης παραγωγής, επιβεβαιώνει την καλλιτεχνική και επαγγελματική τους καταξίωση πέραν των ελληνικών συνόρων. Μια βίαιη ιστορία εκδίκησης, με πλαίσιο δράσης την οικογένεια και αρχιτεκτονική που θυμίζει τον τελειομανή και εστέτ Κιούμπρικ, έστρεψε τους προβολείς των διεθνών Μίντια στο ελληνικό σινεμά και στο πιο επιτυχημένο δίδυμο των ημερών μας.

Και η προηγούμενη ταινία τους, ο αγγλόφωνος «Αστακός», που είχε παρόμοιο πλαίσιο, είχε τύχει μεγάλων διακρίσεων. Πήρε το Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες και ήταν υποψήφια για Όσκαρ σεναρίου. Το να βραβεύουν οι Κάννες τους δύο Έλληνες καλλιτέχνες ή να διακρίνουν σ’ αυτούς αφηγηματικές αρετές οι Αμερικανοί των Όσκαρ δεν είναι μικρό πράγμα.

Τώρα που υπάρχει η χρονική απόσταση και ταυτοχρόνως δεν έχει ακόμη παρεμβληθεί αρκετό χρονικό διάστημα για νοσταλγία, είναι ίσως η κατάλληλη στιγμή για να ξαναδούμε πτυχές του ελληνικού «νέου ρεύματος», με το οποίο ήρθαν στο προσκήνιο ο Λάνθιμος, ο Φιλίππου και δύο άλλοι χαρακτηριστικοί εκπρόσωποί του: ο Γιάννης Οικονομίδης και ο Πάνος Κούτρας. Κοινό στοιχείο της γενιάς τους, της πρώτης γενιάς κινηματογραφιστών της χιλιετίας, είναι μια δυσφορία απέναντι σε ό,τι κραυγαλέα υπαρξιακό ή ιδεολογικό, αλλά και μια στροφή του βλέμματος στον πυρήνα της ελληνικής κοινωνίας, στην οικογένεια.

Από την «Αναπαράσταση» στον «Κυνόδοντα»

Ο Λάνθιμος εμφανίστηκε με αξιώσεις το 2005 με την «Κινέττα», ταινία σχεδόν πειραματική και για αυστηρώς σινεφίλ γούστα. Μια αστυνομική ιστορία που αυτοαναιρείται γιατί δεν έχει μυστήριο ούτε πλοκή. Κεντρική ιδέα της είναι η αναπαράσταση κάποιων εγκλημάτων που τελέστηκαν στην περιοχή της Κινέτας (ο τίτλος της ταινίας θέλει την Κινέτα με δύο «τ»). Υπάρχει και αρκετό συναίσθημα στην ταινία, διάχυτο σε εικόνες που φαντάζουν κραυγαλέα ερασιτεχνικές, λόγω της αποδόμησης την οποία επιχειρεί ο Λάνθιμος στην τυπική αστυνομική μυθοπλασία.

Στη σεκάνς της αρχής ένας άντρας στέκει απέναντι σε ένα ντελαπαρισμένο αυτοκίνητο σε κάποιο παράδρομο της Αθηνών-Κορίνθου. Στο κασετόφωνο του αυτοκινήτου συνεχίζει να παίζει το «Μην μου πεις τίποτα» με τη Τζένη Βάνου. Ο άντρας (φωτογράφος ή σκηνοθέτης) παίρνει την κασέτα την τοποθετεί σε ένα γουόκμαν και συνεχίζει πεζή προς τον Ισθμό.

Στη συνέχεια, θα συνδράμει έναν ντετέκτιβ, που λατρεύει τα αυτοκίνητα μάρκας BMW και τις Ρωσίδες, για να λυθεί το μυστήριο μιας σειράς εγκλημάτων. Μια καμαριέρα ξενοδοχείου (βρισκόμαστε σε νεκρή τουριστικά σεζόν)θα υποδυθεί το θύμα κατά τις αναπαραστάσεις.

Η εμβληματική ταινία

Ο «Κυνόδοντας», που τείνει να γίνει η πιο εμβληματική ταινία των δύο πρώτων δεκαετιών της χιλιετίας (κάτι σαν σημερινός «Θίασος»), παρουσιάστηκε το 2009 και έκανε γνωστούς σε ολόκληρο τον κόσμο τον Λάνθιμο και τον Φιλίππου. Βραβεύτηκε στις Κάννες σε ένα παράλληλο πρόγραμμα και στη συνέχεια συμμετείχε στην πεντάδα των υποψηφίων για το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας.

Μια ιστορία για ένα …δόντι, η οποία εκτυλίσσεται σαν θέατρο του παραλόγου, σε μια βίλα με τεράστιο κήπο περιτριγυρισμένο από έναν ψηλό φράχτη, δόξασε το ελληνικό σινεμά την ώρα που δανειστές και μνημόνια κάθονταν στον σβέρκο της χώρας.

Ενας μεγαλοαστός μεγαλώνει τα παιδιά του, δύο κορίτσια και ένα αγόρι, σε συνθήκες που θυμίζουν εκτροφείο καθαρόαιμων σκύλων. Τα παιδιά έχουν μεγαλώσει, αλλά δεν έχουν βγει ποτέ από τον κήπο και αδημονούν να μάθουν πώς είναι η ζωή παραέξω. Επικοινωνούν με λέξεις που αντιστοιχούν σε λάθος αντικείμενα ή έννοιες, και έχουν πιστέψει ότι θα είναι έτοιμα να γνωρίσουν τον κόσμο όταν θα πέσει ο κυνόδοντάς τους και στη θέση του θα φυτρώσει άλλος.

Μέχρι και η αιμομιξία έχει θέση σε αυτή την οικογένεια, όπως στις «οικογένειες» των σκύλων. Ο χρόνος είναι μια λέξη χωρίς νόημα σε αυτό το κενό αέρος που έχει δημιουργήσει ο πατέρας-αφέντης για τα παιδιά του. Σταδιακά, η σουρεαλιστική κωμωδία (μπορείς να δεις κι έτσι τον «Κυνόδοντα») μετατρέπεται σε μια ιστορία τρόμου γύρω από την ενηλικίωση.

Στον «Κυνόδοντα» η αλλοίωση του βασικότερου κώδικα επικοινωνίας, της γλώσσας, έγινε για να φανεί ένας τρόπος χειραγώγησης κι απομόνωσης. Ο Λάνθιμος και ο Φιλίππου αποσύνδεσαν το σημαίνον από το σημαινόμενο σε λέξεις-κλειδιά. Οι ηθοποιοί μιλούν σαν ρομπότ ξεκουρδισμένα ή με λάθος προγραμματισμό.

Οι καταστάσεις είναι παράλογες ενώ το ύφος νοσταλγικό (όλα παραπέμπουν στην δεκαετία του ’80). Είναι σαν να βλέπεις αλλόκοτο όνειρο σε έγχρωμη τηλεόραση –αντίκα ακούγοντας ταυτόχρονα ρετρό τραγούδια από ραδιόφωνο που πιάνει μόνον μεσαία.

Ο αδέσποτος σκύλος τώρα δαγκώνει

Το 2003, δύο χρόνια πριν από τον Λάνθιμο, ο Γιάννης Οικονομίδης βούτηξε σε θεοσκότεινα βάθη της σύγχρονης ελληνικής ηθογραφίας σοκάροντας με το «Σπιρτόκουτό» του τον μέσο θεατή. Στον Κορυδαλλό, σε ένα λαϊκό διαμέρισμα, ζουν οι μοντέρνοι αντιήρωές του. Φορούν σορτς και παντόφλα, βρίζουν και ουρλιάζουν.

Η βαρύτητα της λεκτικής βίας αναλογεί στη βαρύτητα του αίματος και της φρίκης στα αμερικανικά σπλάτερ β’ διαλογής. Οι αμόρφωτοι Νεοέλληνες του «Σπιρτόκουτου» αλληλοσπαράσσονται ζώντας τις μικρές γελοίες ζωές τους. Ο λανθάνων φασισμός βρίσκει εύκρατο κλίμα και εύφορο έδαφος στον μικροαστισμό και τον επαρχιωτισμό.

Το «Σπιρτόκουτο» σηματοδότησε την επιστροφή του ελληνικού σινεμά στο σπίτι, στη θεματολογία της οικογένειας. Οι Έλληνες κινηματογραφιστές αναζήτησαν εκεί μια εικόνα της σημερινής Ελλάδας. Αυτή η επιστροφή πιστοποιεί μια κυρίαρχη τάση απεμπλοκής της ελληνικής ταινίας από ό,τι πολιτικό, ιδεολογικό και υπαρξιακό την χαρακτήρισε στο παρελθόν, κυρίως κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Η δεκαετία του ’90, κατά την οποία υπήρξε μια στροφή από την αφαίρεση προς τη γραμμική αφήγηση ή και τον ρεαλισμό, ήταν εποχή μετάβασης.

Ο «Μαχαιροβγάλτης»

Ο «Μαχαιροβγάλτης», που παρουσιάστηκε από τον Οικονομίδη 2010, ήχησε και σαν απάντηση στον «Κυνόδοντα». Είναι μια πιο ρεαλιστική, αλλά και νουάρ εκδοχή του ίδιου πειράματος. Εδώ, ένας παράλογος φόβος κατατρώει τα σωθικά της μικροαστικής οικογένειας σε ένα λαϊκό προάστιο στην δυτική άκρη της πόλης.

Η οικογένεια περιγράφεται δυσλειτουργική και σε έναν φανταστικό κλοιό λόγω της εμμονής που έχει ο αρχηγός της με τους γείτονες, που αποτελούν για αυτόν μια ντε φάκτο απειλή. Πρόκειται για έναν πενηντάρη που δεν έχει παιδιά και είναι υπερπροστατευτικός με τα δύο …σκυλιά του: δύο τροφαντά ντόπερμαν, που, αντί να φυλάνε το αφεντικό τους, βρίσκονται φυλακισμένα σε ένα ατσαλένιο κλουβί στην πυλωτή μιας μονοκατοικίας.

Ο Έλληνας, ο απόγονος της «Ευδοκίας» του Δαμιανού, βρίσκεται στα πρόθυρα της ψύχωσης. Πιστεύει πως θα του φωλιάσουν τα σκυλιά και φέρνει στο σπίτι του ένα ρεμάλι, ανιψιό του από την Πτολεμαϊδα, για να φυλάει τα σκυλιά. Ο νεοφερμένος στην πρωτεύουσα ξεροσταλιάζει μπροστά απ’ τα κλουβιά. Κάποια στιγμή θα αφήσει τον ημιυπαίθριο και θα μπει στην κρεβατοκάμαρα του αφεντικού του, θα απλώσει χέρι στην καταθλιπτική σύζυγό του και θα σχεδιάσει μαζί της ένα έγκλημα. Ο «αδέσποτος σκύλος», που μέχρι χθες γαύγιζε, τώρα δαγκώνει.

Η Στέλλα και η τρέλα

Η «Στέλλα», δηλαδή το μελόδραμα α λα ελληνικά, και η τρέλα, που εδώ δεν σημαίνει παρά το απραγματοποίητο, συναντήθηκαν στη «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα το 2009. Μια ταινία μες στη σιλικόνη, όπως τα έργα του Αλμοδόβαρ, ονειρεύεται τους ανθρώπους ευτυχισμένους, «χωρίς να βασανίζουν το σώμα τους για να εξαγνίζονται», κατά τον Ταχτσή.

Η «νέου τύπου» οικογένεια, το αίτημα του Κούτρα, δεν έχει το στίγμα του πολιτικώς ορθού (κάτι που συμβαίνει με τις περισσότερες αμερικανικές ταινίες που καταπιάνονται με τέτοια θέματα), αλλά την αυθεντικότητα ενός σύγχρονου μελοδράματος. Η οικογένεια σαρκάζεται και αποδομείται, παραμένει όμως ένα σταθερό σημείο αναφοράς για ό,τι νέο.

Η Στέλλα του Κακογιάννη ήταν μια σύγχρονη εταίρα με προσωπικό κώδικα ηθικής που βρέθηκε σε τροχιά αντιπαράθεσης με τα ταμπού της ανδροκρατούμενης κοινωνίας και οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Το τέλος της ήταν προδιαγεγραμμένο.

Η Στρέλλα του Κούτρα είναι το κεντρικό πρόσωπο σε μια ταινία που αποσπάται αργά κι αθόρυβα από το οικογενειακό και κοινωνικό δράμα (ο κόσμος των τρανσέξουαλ) και γίνεται ονειρική, σχεδόν ψυχαναλυτική, με κύριο ζητούμενο -καθώς κλιμακώνεται η πλοκή- τη λύτρωση του άλλου πρωταγωνιστή του δράματος: ενός πατέρα που τον βαραίνει ένα έγκλημα τιμής. Ο Κούτρας συνήθως διαφεύγει προς τον χώρο του φανταστικού, αναζητώντας εκεί το χάπι εντ.

H «Στρέλλα», όπως και το «Xenia», που ακολούθησε το 2014, είναι δύο προκλητικά γνήσιες λαϊκές ταινίες για τους μοντέρνους ελληνικούς μας καιρούς.