Γιατί είναι διαχρονικός ο “Μέγας Ιεροεξεταστής” του Ντοστογιέφσκι
02/06/2026
Την τελευταία Τετάρτη του Μαΐου παρακολουθήσαμε στο θέατρο Αλκμήνη το έργο του Φ. Ντοστογιέφσκι “Ο Μέγας Ιεροεξεταστής” σε σκηνοθεσία-ερμηνεία του Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου.
Η καθηλωτική ερμηνεία, η επιβλητική παρουσία μιας απόκοσμης φιγούρας “ιεροεξεταστή”, σε συνδυασμό με την πιστότητα στο πρωτότυπο κείμενο διαπερνούν το χρόνο σχεδόν καταργώντας τον. Ο θεατρικός μονόλογος λαμβάνει χώρα σε μια χωροχρονική υπέρβαση, όπου η διαχρονικότητα του κειμένου στη δραματοποιημένη μορφή του ξεπερνά τις επιμέρους ιστορικές ερμηνείες.
Ο “Μέγας Ιεροεξεταστής” κόβει και κόβεται, χωρίς να μετακινείται. Μας τρίβει στο πρόσωπο τις αυταπάτες και την μικρότητα μας. Υποχρεώνει τον θεατή να στοχαστεί πάνω στα διαχρονικά αδιέξοδα, που οδηγούν τον άνθρωπο να απεμπολεί οικειοθελώς την ελευθερία για την οποία διακαώς υποτίθεται ότι αγωνίζεται. Να αναζητά σωτήρες. Να αναζητά θαύματα. Να αναζητά πρακτικές, εύκολες και γρήγορες λύσεις, ψωμί να χορτάσει την πείνα του, αυταπάτες να γοητεύσουν την συνείδησή του.
Η κατάσταση του σημερινού ανθρώπου, του δυτικού ή δυτικοποιημένου, εγγράμματου, μορφωμένου και πληροφορημένου απέχει βέβαια πολύ από εκείνη του μουζίκου της εποχής του Ντοστογιέφσκι κι ακόμα περισσότερο από εκείνη των θυμάτων των ιεροεξεταστών, που έκαιγαν στην πυρά ως “μάγους”, “μάγισσες” και αιρετικούς. Ο άνθρωπος της εποχής μας “έχει άποψη”, “κάνει κριτική”, παρακολουθεί συστηματικά θεατρικές παραστάσεις και έχει διαβάσει πιθανόν τον Μέγα Ιεροεξεταστή. Αυτή η υποτιθέμενη γνωστική πρόοδος δεν είναι βέβαια καθόλου σίγουρο πως τον απάλλαξε από το να τον αφορούν οι διαχρονικές αλήθειες, που με χειρουργική ακρίβεια ο Ντοστογιέφσκι βάζει στο στόμα του ιεροεξεταστή.
«Οι αδύναμοι άνθρωποι δεν αντέχουν τους “σωτήρες”. Τους σταυρώνουν. Και ξαναγυρίζουν στην “κωμωδία” τους και στη γελοιότητά τους – πιο υποφερτές από το ασήκωτο βάρος της Αλήθειας.» έγραφε ο Μάριος Πλωρίτης στην Εισαγωγή στο θεατρικό έργο του Ο’ Νηλ “Ο παγοπώλης έρχεται”. Τους αναζητούν όμως, μετά μανίας. Τους κατασκευάζουν, αν χρειαστεί. Τους βαφτίζουν. Τους φτιασιδώνουν να μοιάζουν ως τέτοιοι, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή τους.
Τους αποθεώνουν μέχρι να τους καταβαραθρώσουν. Σίγουρα τους αναθέτουν και τους εξουσιοδοτούν να βγάλουν “το φίδι από την τρύπα” αντί γι’ αυτούς, ώστε μετά να αποδώσουν ευθύνες και να ζητήσουν τα ρέστα από τους “σωτήρες”, που είτε φάνηκαν λίγοι και αναξιόπιστοι, είτε πολύ απόλυτοι και ολοκληρωτικοί. Βέβαια, οι λαοί έχουν τις εξουσίες, που βγαίνουν από τα σπλάχνα τους και αντανακλούν τις νοοτροπίες τους, κατά το γνωστό “όμοιος ομοίω αεί πελάζει”.
“Μέγας Ιεροεξεταστής”: Ο λήθαργος της ευδαιμονίας
Όπως το σημειώνει ο Παπαμιχαήλ (στο “Εξατομίκευση και Παγκοσμιοποίηση”, τόμος 2, σ. 365), ήδη από το τέλος του μεσαίωνα ο ρόλος του ηγεμόνα και της εξουσίας συνίσταται στο να προφυλάξει την κοινωνία από τα άναρχα και αφηρημένα ιδεώδη της ελευθερίας και της αυτονομίας, που διέπουν τις συλλογικές προσδοκίες μιας κοινωνικής αλλαγής και να οργανώσει σε βάρος αποδιοπομπαίων τράγων (μάγισσες, αιρετικοί, Εβραίοι κλπ ), στο συμβολικό και φαντασιακό υπόβαθρο της τότε κοινωνίας, τους πρακτικούς, ηθικούς και λογικούς κανόνες μιας σχέσης τυφλής και ει δυνατόν χαρούμενης υποταγής στην υπάρχουσα τότε τάξη πραγμάτων, ως μόνης εφικτής συνθήκης της αρμονικής συμβίωσης των υπηκόων που δεν ανασκαλεύουν τα πράγματα με το μυαλό τους, ούτε διερευνούν σε βάθος τις ουσίες των πραγμάτων, απλώς προσπαθούν να περάσουν την ζωή τους όσο το δυνατόν καλύτερα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Παπαμιχαήλ παραπέμπει διεξοδικά στο ιστορικό μυθιστόρημα του Andrzej Szczypiorski “Η λειτουργία της Αρράς”, το οποίο αναφέρεται στη δράση ενός Φραγκισκανού κληρικού, που τον 15ο αιώνα οργανώνει τις άναρχες ομαδικές σφαγές της πόλεως Αρράς (Φλαμανδική εμπορική πόλη, γενέτειρα του Ροβεσπιέρου, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τις αγγλικές ακτές και σήμερα ανήκει στη Γαλλία).
Ο Szczypiorski περιγράφει μια εκρηκτική κατάσταση, όπου σταδιακά όλοι οι πολίτες συμμετέχουν πρόθυμα στην τελετουργική εξόντωση άλλων συμπολιτών τους, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, κοινωνικής τάξης, φιλικών ή συγγενικών δεσμών (δηλαδή “χειραφετημένοι” από κάθε ηθική ή κοινωνική δέσμευση, λίγο σαν πρόδρομοι των τεσσάρων φασιστών στελεχών, που πρωταγωνιστούν στην ταινία Salo του Παζολίνι).
Στο προαναφερόμενο μυθιστόρημα ο ιεροεξεταστής εμφανίζεται να εξηγεί το γιατί κατά την άποψή του η πόλη μπορεί να βγει από τον λήθαργο της ευδαιμονίας της και τα σύνδρομα της αμφισβήτησης της ισχύουσας κοινωνικής τάξης, μόνο όταν βιώσει εμπειρικά τις συνέπειες της “ελευθερίας” και βρει τον δρόμο της “σωτηρίας”, μέσα από το χάος της εμπειρίας του αλληλοσπαραγμού: «Πότε μπορεί κανείς να γευτεί την γλύκα της αρετής; Μόνο όταν έχει στο στόμα του ακόμα την πίκρα της αμαρτίας. Πότε μπορεί κανείς να καταλάβει στα αλήθεια τι σημαίνει ειρήνη; Όταν ξέρει τι θα πει αγωνία και φόβος. Και πότε φτάνει να ποθήσει ειλικρινά το Θεό; Μόνο όταν έχει ζήσει στην κόλαση», (Szczypiorski, σ. 141). «Σημασία δεν έχει η αληθινή ουσία του κάθε πράγματος» λέει ο ιεροεξεταστής του Szczypiorski «αλλά μονάχα το όνομα του».
»Όλα είναι ακριβώς όπως λέγονται. Τι είναι η βία που ονομάζεται τιμωρία; Τιμωρία. Και τι είναι η τρέλλα που ονομάζεται πίστη στην σωτηρία; Είναι πίστη στην σωτηρία. Φαίνεται ότι ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος από πράξεις και σχέδια, ενώ στην πραγματικότητα δεν αποτελείται παρά μονάχα από λέξεις…. Δίνω ονόματα σε όλες τις πράξεις αυτής της πόλης. Αυτά που συμβαίνουν τώρα στην Αρράς, τα ονόμασα Ελευθερία. Λοιπόν είναι Ελευθερία, ελευθερία και τίποτε άλλο. Ανάγκασα την πόλη να κάνει αυτά που κάνει. Και τώρα πια θέλει να κάνει αυτά που πρέπει να κάνει.» (σ. 143) .
Έτσι και σήμερα ας αναρωτηθούμε τι βαφτίζουμε Δημοκρατία; Τι καλούμε κίνημα; Τι ορίζουμε ως δίκαιο ή ως ελευθερία; Πως χρησιμοποιούνται αυτές οι έννοιες; Πως διαστρεβλώνονται; Πως κακοποιούνται; Ποιες λέξεις σήμερα ορίζουν τα περιεχόμενα του δημόσιου (αλλά και του ιδιωτικού) βίου μας; Ποιες είναι εκείνες που καθορίζουν την σκέψη μας; Χωρίς “την επανάσταση των εννοιών” (Κοντογιώργης), που αφυπνίζει και δια-φωτίζει τις συνειδήσεις των σύγχρονων ραγιάδων και εγγράμματων “μουζίκων” του παγκοσμιοποιημένου καθεστώτος, θα μείνουν μόνο εκείνοι που θα φωνάζουν “Κάντε μας δούλους, αλλά χορτάστε μας”, όπως αναφέρει ο Ντοστογιέφσκι.
Και όσο εκβιάζονται με την πείνα τους, τόσο θα ενδίδουν στη δουλοποίησή τους αδρανοποιώντας το φρόνημα και την σκέψη τους. Τόσο θα εξατομικεύονται. Τόσο θα ιδιωτεύουν. Τόσο θα μετατρέπονται σε αυτό που ο Todd στο βιβλίο του η “Ήττα της Δύσης” περιέγραφε ως αδρανές έθνος, που θα συμπεριλαμβάνει πολίτες οι οποίοι, όπως σημείωνε ο Μαργαρίτης το 2001, «δεν θα αισθάνονται πλέον αναγκαία την κατάθεση της ζωής τους στην υπηρεσία του έθνους ή της όποιας άλλης ιδέας».





